Ομιλία του Υπουργού Οικονομικών στην ολομέλεια της Βουλής για την τροπολογία που αφορά την επέκταση του δεύτερου πυλώνα του προγράμματος στήριξης της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος του Ν. 3723/2008

2010-08-27 12:56

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, ζήτησα το λόγο για να αναφερθώ στην τροπολογία της Κυβέρνησης στο νομοσχέδιο που αφορά στην ενίσχυση του εγγυοδοτικού πυλώνα του άρθρου 2 του ν. 3723/2008 κατά 25 δισ. ευρώ, ώστε να διασφαλιστεί η χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας μέσω της ρευστότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Θέλω, όμως, πριν μιλήσω για τη συγκεκριμένη τροπολογία, να κάνω μερικές γενικότερες αναφορές, προκειμένου να τοποθετήσω και το πλαίσιο μέσα στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα.

Ξέρουμε ότι, πριν από τρεις μήνες, η χώρα βρέθηκε μία ανάσα πριν από τη στάση πληρωμών. Καταφέραμε να αποφύγουμε τα χειρότερα, καταφέραμε να αποφύγουμε τη χρεοκοπία. Καταφέραμε να δώσουμε τη δυνατότητα και το χρόνο, από τη μία να μαζέψουμε τα δημοσιονομικά μας - τα οποία όλοι ξέρουμε ότι η σημερινή Κυβέρνηση παρέλαβε στη χειρότερη κατάσταση που έχει παραλάβει μεταπολιτευτικά οποιαδήποτε Κυβέρνηση τα δημοσιονομικά της χώρας - και ταυτόχρονα να κάνουμε τις μεγάλες αλλαγές, για τις οποίες μας δόθηκε εντολή από τον Ελληνικό λαό: μία πιο ανταγωνιστική, πιο δίκαιη οικονομία με τα φορολογικά βάρη να επιμερίζονται δίκαια και σωστά και να πληρώνουν οι φοροφυγάδες. Να δημιουργήσουμε ένα καλύτερο κράτος που είναι στην υπηρεσία του πολίτη.

Αυτή η προσπάθεια, η προσπάθεια του συμμαζέματος των δημοσιονομικών της χώρας, αλλά και των μεγάλων αλλαγών, στηρίζεται από ένα πρόγραμμα 110 δισ. ευρώ, που χρηματοδοτείται από τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, την ΕΚΤ και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Ξέρετε ότι, κάθε τρεις μήνες, η πρόοδος της χώρας, με βάση τα κριτήρια που θέτει το συγκεκριμένο πρόγραμμα πολιτικής που έχουμε συμφωνήσει, αξιολογείται από τους εταίρους μας. Πριν από μερικές εβδομάδες, ολοκληρώθηκε η πρώτη αξιολόγηση του προγράμματος αυτού και πρέπει να πούμε με επιτυχία. Έγινε σαφές ότι το συμμάζεμα, η δημοσιονομική προσαρμογή που πρέπει να γίνει, προχωρά καλά. Προχωρά με τις θυσίες, βεβαίως, των Ελλήνων πολιτών και τη μεγάλη προσπάθεια που κλήθηκε να καταβάλει όλη η ελληνική κοινωνία. Ταυτόχρονα, προχωρούν και μεγάλες αλλαγές - και μερικές προχωρούν και πριν από το χρονοδιάγραμμα. Ριζικές τομές, όπως η δημιουργία ενός πιο βιώσιμου ασφαλιστικού συστήματος, έχουν προχωρήσει πριν από το χρονοδιάγραμμα, το οποίο έχει τεθεί.

Προβλήματα φυσικά παραμένουν. Η ελληνική οικονομία είναι σε ύφεση. Είναι, όμως, σε μία ύφεση η οποία είναι πιο ρηχή από αυτήν την οποία θα μπορούσαμε να αναμένουμε. Η αγορά βρίσκεται σε δυσκολία, χωρίς καμία αμφιβολία. Πιστεύουμε, όμως, με βάση το γεγονός ότι το πρώτο εξάμηνο η ελληνική οικονομία συρρικνώθηκε κάτω από 3%, 2,9% για την ακρίβεια, συνολικά ο χρόνος θα κλείσει με μία καλύτερη επίδοση από αυτήν που προβλέπεται στο πρόγραμμα, δηλαδή τη συρρίκνωση σε πραγματικούς όρους κατά 4%.

Χάνονται και θα χαθούν θέσεις εργασίας, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι’ αυτό. Είναι μία περίοδος προσαρμογής, την οποία η Κυβέρνηση επιθυμεί να στηρίξει, επιχειρεί να επιταχύνει, όσο μπορεί, για να βγούμε το συντομότερο δυνατόν από την κατάσταση ύφεσης, στην οποία βρισκόμαστε. Όμως με μία οικονομία που να στηρίζεται όχι σε πήλινα πόδια, αλλά σε σοβαρές βάσεις και με ένα κράτος το οποίο διαχειρίζεται σωστά τα χρήματα του Έλληνα πολίτη.

Αρχίζουμε να βλέπουμε το φως στο τέλος του τούνελ. Αρχίζουμε να βλέπουμε το χρόνο εκείνο, στον οποίο θα μπορούμε να πούμε στους Έλληνες πολίτες ότι έχουν περάσει τα πιο δύσκολα Ότι η ελληνική οικονομία είναι πιο δυνατή. Ότι το εισόδημα αυξάνεται και πάλι. Ότι δημιουργούνται πολλές νέες θέσεις εργασίας και ότι μπορούμε να διανέμουμε τον πλούτο, ο οποίος παράγεται πιο δίκαια.

Και είναι θετικό ότι μετά από πολλούς μήνες μίας απόλυτης μαυρίλας γύρω από τις προοπτικές της χώρας μας, με όλα τα ξένα μέσα και όλους τους ξένους αναλυτές να έχουν ξεγράψει την Ελλάδα, αυτή η εικόνα πλέον αλλάζει. Το ένα μετά το άλλο μέσο, ο ένας μετά τον άλλο αναλυτή, με πιο πρόσφατο παράδειγμα ένα χθεσινό άρθρο του Ευρωπαίου Επιτρόπου για τις οικονομικές υποθέσεις, του κυρίου Ρεν, στη γνωστή εφημερίδα Wall Street Journal, μιλούν για μία αναγέννηση της Ελλάδας. Μιλούν για μία Ελλάδα, η οποία πήρε δύσκολες αποφάσεις, η οποία τις εκτελεί και από την οποία θα βγει πιο δυνατή, προς όφελος των Ελλήνων πολιτών.

Παραμένουν, όμως, βέβαια, στη δημόσια αυτή συζήτηση αμφιβολίες, για τη μεσοπρόθεσμη προοπτική της ελληνικής οικονομίας, παραμένουν αμφιβολίες για το γεγονός ότι η Ελλάδα θα μπορέσει να διαχειριστεί  το μεγάλο δημόσιο χρέος της.

Εμείς, δηλώνουμε πολύ καθαρά αυτό το οποίο έχουμε πει επανειλημμένα: ποτέ δεν τέθηκε και δεν πρόκειται να τεθεί ζήτημα αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημοσίου χρέους. Αυτό το οποίο τίθεται και στο οποίο η Κυβέρνηση έχει δεσμευτεί, είναι η υλοποίηση ενός συγκεκριμένου οικονομικού προγράμματος και σε μέτρα με τα οποία θα μπορέσει να μετασχηματιστεί η ελληνική οικονομία, να ανακάμψει και να ξαναβρεθεί σε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Αυτή είναι η απάντηση σε όλους όσοι εξακολουθούν να προβλέπουν ένα ζοφερό μέλλον για την ελληνική οικονομία. Είναι το συμμάζεμα των δημοσίων οικονομικών και είναι όλες εκείνες οι διαρθρωτικές αλλαγές που μαζί δημιουργούν μία πιο ανταγωνιστική οικονομία, η οποία οδηγεί σε πιο ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και άρα σε χαμηλότερο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Πριν μερικές μέρες, όπως γνωρίζετε, δημοσιοποιήθηκαν τα κείμενα που ήταν το αποτέλεσμα αυτής της εξέτασης της ελληνικής οικονομίας. Δημοσιοποιήθηκαν στις ιστοσελίδες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δημοσιοποιήθηκαν βεβαίως και στις ιστοσελίδες του Υπουργείου Οικονομικών στη χώρας μας. Και βεβαίως, με αφορμή αυτή τη δημοσιοποίηση άνοιξε μία μεγάλη συζήτηση. Πολλοί αναφέρθηκαν σε ένα νέο μνημόνιο. Έγινε μία μεγάλη συζήτηση για νέα μέτρα. Δεν υπάρχει νέο μνημόνιο, δεν υπάρχουν νέα μέτρα. Υπάρχει ένα κείμενο, το οποίο μετά από κάθε τριμηνιαία εξέταση της προόδου της χώρας μας, θα επικαιροποιείται. Θα επικαιροποιείται, αφαιρώντας αυτά τα οποία έχουν γίνει, εξειδικεύοντας τις περαιτέρω κινήσεις, όπως για παράδειγμα γίνεται με την εξειδίκευση που έχει κάνει το Υπουργείο Υποδομών γύρω από τον τρόπο αναδιάρθρωσης του ΟΣΕ. Όπως γίνεται με την εξειδίκευση που έχει κάνει το Υπουργείο Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, γύρω από το πώς ακριβώς θα απελευθερωθεί η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, αποφεύγοντας ορισμένες από τις λύσεις, οι οποίες είχαν μπει στο δημόσιο διάλογο και είχαν προταθεί από διάφορους συνομιλητές μας.

Έχουμε, λοιπόν, ένα κείμενο το οποίο επικαιροποιείται και θα συνεχίσει να επικαιροποιείται. Αλλά, πάνω απ’ όλα, έχουμε την εφαρμογή μίας οικονομικής πολιτικής, η οποία ενσωματώνει, αλλά υπερβαίνει το μνημόνιο, το οποίο έχουμε συνυπογράψει με τους Ευρωπαίους εταίρους μας.
Αυτόν τον καιρό, η Κυβέρνηση και το Υπουργείο Οικονομικών ετοιμάζουν τον Προϋπολογισμό για το 2011. Ξεκινούμε μέσα στο πλαίσιο της προσαρμογής - η οποία πρέπει να γίνει - να κάνουμε τις επιλογές εκείνες που θα στηρίξουν τη μείωση του ελλείμματος, χωρίς ταυτόχρονα να δημιουργήσουν περαιτέρω προβλήματα στην ελληνική οικονομία.

Στο πλαίσιο αυτό, επιζητούμε εναλλακτικές λύσεις για δεσμεύσεις οι οποίες υπάρχουν, όπως για παράδειγμα την μετάταξη ενός συγκεκριμένου ποσοστού προϊόντων από το ποσοστό του 11% ΦΠΑ στο υψηλότερο του 23%, γιατί αντιλαμβανόμαστε πάρα πολύ καλά, ότι μία μαζική μετάταξη των προϊόντων από τον ένα στον άλλο συντελεστή, θα δημιουργούσε πολύ μεγάλα προβλήματα στην πραγματική οικονομία. Και επιχειρούμε να βρούμε εναλλακτικές λύσεις, όπως έχουμε συμφωνήσει με τους συνομιλητές μας της τρόικας, για να αποφύγουμε προβλήματα ομοίως.

Έρχομαι τώρα στο θέμα των τραπεζών. Όλοι γνωρίζουμε ότι ανάπτυξη χωρίς ένα ισχυρό και υγιές χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν μπορεί να υπάρξει. Αν δούμε πίσω, η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με τους ρυθμούς που αναπτύχθηκε και επειδή μπόρεσε να χρηματοδοτηθεί η ελληνική επιχείρηση, το στεγαστικό δάνειο του ελληνικού νοικοκυριού, οι καταναλωτικές του δαπάνες από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Αν δούμε τα νούμερα, θα δούμε ότι το Δεκέμβρη του 2008, η πιστωτική επέκταση ήταν της τάξης του 16%. Παραλάβαμε την πιστωτική επέκταση τον Οκτώβριο του 2009 στο 4,4%, μία τεράστια πτώση. Και σήμερα, η πιστωτική επέκταση είναι στο 2,4%, δηλαδή έχει μειωθεί περαιτέρω. Αλλά έχει μειωθεί μέσα σε μία περίοδο πρωτοφανούς κρίσης για τις ελληνικές τράπεζες και αδυναμίας άντλησης ρευστότητας από τις διεθνείς αγορές.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, έρχεται η Κυβέρνηση σήμερα και επεκτείνει τον πυλώνα των εγγυήσεων. Τι είναι ο πυλώνας των εγγυήσεων; Το ποσό αυτό αφορά σε εγγυήσεις του Δημοσίου, που μπορούν να δοθούν στις ελληνικές τράπεζες, εφόσον αυτό χρειαστεί, προκειμένου αυτές να εκδώσουν δικά τους ομόλογα, τα οποία θα χρησιμοποιήσουν ως ενέχυρο για τη συνέχιση της άντλησης ρευστότητας, δηλαδή δανειακής χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Να τονίσουμε, ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν αυτή τη στιγμή μία συνολική χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία ξεπερνά τα 90 δισ. ευρώ. Η κίνηση αυτή της Κυβέρνησης δεν συνεπάγεται αυτόματα την παροχή εγγυήσεων ενός ποσού 25 δισ.. Αυτό θα γίνει, αν και εφόσον προκύψουν ανάγκες ρευστότητας στα διαφορετικά πιστωτικά ιδρύματα και βεβαίως, μετά από εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδος.

Εύλογα το ερώτημα είναι και τέθηκε από μια σειρά από Βουλευτές: στηρίζετε κι άλλο τις τράπεζες; Η απάντηση είναι πως όχι. Στηρίζουμε την πραγματική οικονομία. Στηρίζουμε τη δυνατότητα να εξακολουθεί να υπάρχει πιστωτική επέκταση σε μία περίοδο που όλες οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές είναι κλειστές για τις ελληνικές τράπεζες. Αυτό κάνουμε. Στηρίζουμε το νοικοκυριό, στηρίζουμε την επιχείρηση.

Όλοι ξέρουμε ότι οι ελληνικές τράπεζες στη μεγάλη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση γλύτωσαν τα χειρότερα. Δεν επένδυσαν σε τοξικά ομόλογα, δεν έκαναν τα μεγάλα λάθη που έκαναν άλλες τράπεζες του εξωτερικού και έτσι βγήκαν σχετικά αλώβητες από την κρίση. Πρόσφατα, έδειξαν καλά αποτελέσματα, περνώντας, με μία εξαίρεση, τα περίφημα τεστ κοπώσεως, τα «stress test», δείχνοντας ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα μπορεί ακόμα να είναι ισχυρό και να στέκεται στα πόδια του.

 Όμως, τους καλούς καιρούς, οι ελληνικές τράπεζες δεν προετοιμάστηκαν. Τους καλούς καιρούς, δεν έκαναν τις αναγκαίες κινήσεις. Τους καλούς καιρούς, είχαν μια υπερβολική κερδοφορία και λιγότερη έμφαση στην πραγματική αναδιάρθρωση που έπρεπε να κάνουν. Και έτσι, μόλις περιορίστηκε η ρευστότητα στις διεθνείς αγορές και η οικονομική κρίση και ύφεση επηρέασε τις βαλκανικές χώρες, στις οποίες επίσης είχαν επεκταθεί, ορθά άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα προβλήματα ρευστότητας στις τράπεζες.

Τότε, η Νέα Δημοκρατία νομοθέτησε ένα πακέτο 28 δισ. ευρώ. Αυτό το πακέτο θα έπρεπε να αξιοποιηθεί για τη στήριξη της ρευστότητας της πραγματικής οικονομίας. Δυστυχώς, χρησιμοποιήθηκε, κυρίως, για τη στήριξη του ισολογισμού των τραπεζών. Ασκήσαμε έντονη κριτική. Η κριτική μας ισχύει, δεν την αναιρούμε, ούτε οι σημερινές μας πολιτικές διαφοροποιούνται από αυτά που λέγαμε τότε. Και αυτό για έναν πολύ απλό λόγο. Διότι το πακέτο εκείνο δεν παρείχε εξασφαλίσεις στην κατεύθυνση αυτή, ενώ κυρίως χρησιμοποιήθηκαν οι πυλώνες 1 και 3, που ήταν άμεση στήριξη σε κεφαλαιακή επάρκεια και απευθείας διάθεση τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου προς τις τράπεζες.

Όμως, το μεγαλύτερο πρόβλημα στο ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα δημιουργήθηκε λόγω του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας. Αυτό επηρέασε τις αγορές, οι οποίες πρακτικά έκλεισαν για τις ελληνικές τράπεζες. Σήμερα, η μοναδική δυνατότητα άντλησης ρευστότητας για τις ελληνικές τράπεζες και άρα χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας είναι μέσα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ο κίνδυνος που είχε η χώρα μας να χρεοκοπήσει, το όργιο φημών που γινόταν γύρω από αυτόν, οδήγησε, όπως γνωρίζετε, και σε μία εκροή καταθέσεων, η οποία ευτυχώς πλέον ομαλοποιείται. Όμως, αυτή η εκροή έχει υπάρξει και έχει μειώσει περαιτέρω τη δυνατότητα πιστωτικής επέκτασης των τραπεζών.

Άρα, λοιπόν, με δεδομένο ότι η διατραπεζική αγορά δανείων θα παραμείνει κλειστή τους επόμενους μήνες, ερχόμαστε εμείς σήμερα για να αντιμετωπίσουμε τους κινδύνους ρευστότητας, που μπορεί να έχει δυνητικά το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Ερχόμαστε με την επέκταση του πυλώνα 2 κατά 25 δισ., τονίζοντας ότι το ποσό αυτό δεν αποτελεί ούτε στήριξη της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών, ούτε σημαίνει έκδοση ομολόγων από την πλευρά του Ελληνικού Δημοσίου. Κατά συνέπεια, δεν έχει καμία απολύτως επίπτωση στο δημοσιονομικό έλλειμμα και στο δημόσιο χρέος.

Είναι προφανές, όμως, ότι μία παρόμοια κίνηση δεν μπορεί να είναι μία κίνηση χωρίς αντίκρισμα. Και έτσι, ανταποκρινόμενοι και στις τοποθετήσεις Βουλευτών που έχουν γίνει, κάνουμε κάτι απολύτως σαφές. Η ρευστότητα αυτή θα δοθεί με ένα προαπαιτούμενο. Με την κατάθεση συγκεκριμένων σχεδίων πιστωτικής επέκτασης από κάθε τράπεζα χωριστά. Μόνον έτσι θα δοθούν τα χρήματα αυτά στις ελληνικές τράπεζες. Τα χρήματα αυτά πρέπει και θα πάνε στην πραγματική οικονομία. Τα χρήματα αυτά θα πάνε στην πιστωτική επέκταση, θα πάνε στις επιχειρήσεις και θα πάνε στα νοικοκυριά. Αυτός είναι ο στόχος της ελληνικής Κυβέρνησης και αυτό θα διασφαλιστεί με συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις που θα υπάρχουν πριν δοθούν τα χρήματα αυτά στις διαφορετικές ελληνικές τράπεζες, μετά από την εισήγηση που θα κάνει και η Τράπεζα της Ελλάδος.

Η πολιτική που ακολουθούμε για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι ριζικά διαφορετική από την πολιτική της Νέας Δημοκρατίας. Αν το πρόγραμμα των 28 δισ. ευρώ είχε διαμορφωθεί μέσα σε ένα αυστηρό πλαίσιο κανόνων εποπτείας για τη χρήση των χρημάτων που διατέθηκαν για τη στήριξη της ρευστότητας της οικονομίας, ίσως το τραπεζικό σύστημα σήμερα να μην ήταν σε αυτή την κατάσταση.

Το βέβαιο είναι πως, στις σημερινές συνθήκες, η Κυβέρνηση επιχειρεί την υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου προγράμματος για το χρηματοπιστωτικό τομέα με έναν και μοναδικό στόχο, να στηρίξει την πραγματική οικονομία. Να στηρίξει τη ρευστότητα μέσα από το πρόγραμμα εγγυήσεων, που όπως είπα δεν επιβαρύνει τον κρατικό Προϋπολογισμό και από την οποία βεβαίως, υπάρχει έσοδο για το Ελληνικό Δημόσιο που ξεπερνά τα 300 εκ. ευρώ φέτος. Να δημιουργήσει το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ως μία δικλείδα ασφαλείας, ένα δίχτυ ασφάλειας, ώστε όταν οι μέτοχοι των τραπεζών ζητηθεί να βάλουν το χέρι στην τσέπη σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, να μπορέσουν να στηρίξουν την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών τους Να αυξηθεί η εποπτεία με τριμηνιαίες δοκιμές κοπώσεως. Ήδη, από την 1η Οκτωβρίου πρέπει να κατατεθεί το σχέδιο αναδιάρθρωσης της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος με βάση τις επιδόσεις των πρώτων δοκιμών και είμαστε σίγουροι ότι αυτό θα γίνει με επιτυχία και το Δημόσιο γνωρίζετε ότι ήδη δεσμεύτηκε ότι θα συμμετάσχει σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της συγκεκριμένης τράπεζας, της οποίας είναι ο βασικός μέτοχος. Παράλληλα, έχουμε ανοιχτά ενθαρρύνει τις τράπεζες για την υλοποίηση στρατηγικών σχεδίων αναδιάρθρωσης του κλάδου και προχωράμε με διεθνείς συμβούλους στην αποτίμηση της δημόσιας συμμετοχής του Δημοσίου στο τραπεζικό σύστημα.

Παραμένουμε στη θέση μας. Θέλουμε έναν ισχυρό δημόσιο πυλώνα στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Έχουμε ζητήσει όμως από ξένους επενδυτικούς οίκους μια συνολική αποτίμηση των στρατηγικών επιλογών του ελληνικού Δημοσίου, της αξίας των συμμετοχών του Δημοσίου, για να μπορέσουμε μέσα σε αυτό το δύσκολο περιβάλλον να δούμε ποιες είναι οι καλύτερες κινήσεις που διασφαλίζουν το δημόσιο συμφέρον, πάντα μέσα στο πλαίσιο μιας πολιτικής, την οποία ανοιχτά είπαμε και συνεχίζουμε να υποστηρίζουμε μπροστά στους Έλληνες πολίτες.

Κλείνω λέγοντας ότι η σημερινή τροπολογία είναι μια παρέμβαση, η οποία έχει αναπτυξιακό χαρακτήρα. Δεν χαρίζουμε χρήματα, δεν χαρίζουμε τίποτα στις τράπεζες. Τους δίνουμε τη δυνατότητα να συνεχίσουν και να επεκτείνουν την πιστωτική επέκταση προς τις ελληνικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά με συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις, έτσι ώστε το συντομότερο δυνατόν η ελληνική οικονομία να βγει από τη σημερινή ύφεση και να ξαναέρθουν οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης προς όφελος του Έλληνα πολίτη.

Ευχαριστώ πολύ.