Σχέδιο Νόμου «ΡΥΘΜΙΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ, ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»

2009-12-15 13:20

Μέρος Α: ΡΥΘΜΙΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ, ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

Άρθρο 1

Ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών

 

1. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν συνάψει με Τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων για  επιχειρηματικούς, επαγγελματικούς ή αγροτικούς σκοπούς, μπορούν να ζητήσουν από τα ιδρύματα αυτά την υπαγωγή σε ρύθμιση των οφειλών οι οποίες έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες μετά την 1.1.2008 και μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Αν η σύμβαση δεν έχει καταγγελθεί, προϋπόθεση για τη ρύθμιση είναι να υφίσταται ληξιπρόθεσμη οφειλή με καθυστέρηση τουλάχιστον τριών μηνών. Από το υπό ρύθμιση συνολικά οφειλόμενο ποσό αφαιρούνται και διαγράφονται οι τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού. Το σύνολο της οφειλής που υπάγεται σε ρύθμιση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο  ευρώ ανά πιστωτικό ίδρυμα και τα τρία εκατομμύρια   ευρώ στο σύνολο των πιστωτικών ιδρυμάτων.

2. Η αποπληρωμή της κατά την προηγούμενη παράγραφο προκύπτουσας οφειλής  πρέπει να έχει διάρκεια ίση με αυτή που απομένει ή, σε περίπτωση σύμβασης που έχει καταγγελθεί θα απέμενε μέχρι τη λήξη της σύμβασης, προσαυξημένη κατά δύο έτη. Για ληξιπρόθεσμη οφειλή από σύμβαση που έχει καταγγελθεί, η διάρκεια της αποπληρωμής  δεν μπορεί να είναι μικρότερη από επτά έτη. Κατά τα δύο πρώτα έτη θα καταβάλλονται μόνο τόκοι και η εν συνεχεία αποπληρωμή της οφειλής που έχει ρυθμισθεί θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, σύμφωνα με την περιοδικότητα του εκτοκισμού που προβλέπεται στη σύμβαση. Για ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις ανοικτού ή αλληλόχρεου λογαριασμού που έχουν καταγγελθεί, η αποπληρωμή της οφειλής γίνεται κατ’ αντιστοιχία προς τα παραπάνω σε επτά έτη με ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις. Οι πάσης φύσεως και με εκ του νόμου ημερομηνία λήξεως ρευστοποιούμενες κινητές αξίες, που έχουν δοθεί ως ενέχυρο, θα μειώνουν το ρυθμιζόμενο ποσό και θα αναπροσαρμόζεται  το ποσό των περιοδικών δόσεων. Ο υπολογισμός των τόκων θα γίνεται, καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, με το συμβατικό επιτόκιο ενήμερης οφειλής. Απόκλιση από τα παραπάνω επιτρέπεται μόνο αν και τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.  Το σύνολο των υφισταμένων πάσης φύσεως εξασφαλίσεων και εγγυήσεων διατηρείται χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη πράξη ή διατύπωση.

3. Οι ρυθμίσεις των προηγούμενων παραγράφων καταλαμβάνουν και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις που θα καταγγελθούν μέσα σε δύο μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

4. Οφειλέτες από συμβάσεις της παραγράφου 1, των οποίων οι οφειλές έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες μετά την 1.1.2005, μπορούν να ζητήσουν να υπαχθούν σε ρύθμιση σύμφωνα με τα παραπάνω, υπό τον όρο ότι θα αποπληρωθεί μέχρι την 15.4.2010 ποσό ίσο με το δέκα τοις εκατό της οφειλής που προκύπτει, χωρίς να υπολογίζονται τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού, για τους οποίους τηρείται χωριστός λογαριασμός. Αν ο οφειλέτης αποπληρώσει το ήμισυ της οφειλής σύμφωνα με τη ρύθμιση, διαγράφονται οριστικά οι τόκοι υπερημερίας και ανατοκισμού. Δεν επιτρέπεται η καταγγελία της ρύθμισης, αν δεν υπάρχει καθυστέρηση τεσσάρων τουλάχιστον μηνιαίων δόσεων.

5. Οι αιτήσεις  για την υπαγωγή στη ρύθμιση των οφειλών των προηγούμενων παραγράφων υποβάλλονται μέχρι τις 15.3.2010. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να γνωστοποιούν στον οφειλέτη μέσα σε δέκα πέντε ημέρες από την υποβολή της αίτησης το ύψος της  οφειλής που προκύπτει κατά τα ανωτέρω. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι τις 30.6.2010 δεν επιτρέπεται  να αρχίσει ή να συνεχίσει αναγκαστική εκτέλεση για την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών, που δύνανται να ρυθμιστούν με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

6. Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης ακινήτων με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που δεν έχουν καταγγελθεί ή έχουν καταγγελθεί τον τελευταίο μήνα πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

7. Δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, από ομολογιακά δάνεια και από δάνεια εγγυημένα ή επιδοτούμενα  από το Δημόσιο.

8. Δικαίωμα να ζητήσουν την υπαγωγή στο νόμο αυτό έχουν οι πρωτοφειλέτες, οι εγγυητές και οι καθολικοί διάδοχοί τους.

 

Άρθρο 2

Αποπληρωμή ενήμερων οφειλών

 

1. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν συνάψει με Τράπεζες και λοιπά  πιστωτικά ιδρύματα συμβάσεις δανείων για  επιχειρηματικούς, επαγγελματικούς  ή αγροτικούς σκοπούς, μπορούν να ζητήσουν από αυτά, για οφειλές που δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των επόμενων παραγράφων, να εφαρμοστούν ένα από τα ακόλουθα μέτρα:

α) περίοδος χάριτος ενός έτους, χωρίς καταβολή τόκων και κεφαλαίου, με αντίστοιχη παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου και κεφαλαιοποίηση των τόκων στη λήξη της περιόδου χάριτος,

β) αναστολή επί διετία της χρεολυτικής αποπληρωμής του άληκτου κεφαλαίου με αντίστοιχη παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου και καταβολή των τόκων στη διάρκεια της αναστολής σύμφωνα με την περιοδικότητα του εκτοκισμού που προβλέπεται στη σύμβαση, και

γ) παράταση της συμβατικής διάρκειας του δανείου κατά τρία έτη.

2. Την επιλογή κατά την προηγούμενη παράγραφο και για  ανεξόφλητο κεφάλαιο  που δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ ανά πιστωτικό ίδρυμα και πάντως στο σύνολο των πιστωτικών ιδρυμάτων το ένα εκατομμύριο ευρώ έχουν

α) φυσικά και νομικά πρόσωπα, τα οποία τηρούν βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, και εμφανίζουν κατά την τελευταία μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2009 χρήση ετήσιο κύκλο εργασιών μικρότερο των δύο εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ και έχουν κατά την ίδια  χρήση ζημία,

β) αγροτικοί συνεταιρισμοί, ενώσεις αυτών και ομάδες παραγωγών, ανεξάρτητα από την κατηγορία βιβλίων που τηρούν, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προηγούμενης περίπτωσης.

3. Την επιλογή κατά την παράγραφο 1 και για  ανεξόφλητο κεφάλαιο  που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες ευρώ ανά πιστωτικό ίδρυμα και  στο σύνολο των πιστωτικών ιδρυμάτων τις τριακόσιες χιλιάδες ευρώ,  έχουν

α) φυσικά και νομικά πρόσωπα που ασκούν εμπορική δραστηριότητα και κατά τη χρήση του έτους 2008 εμφανίζουν ετήσια ακαθάριστα έσοδα μικρότερα των εκατό πενήντα χιλιάδων ευρώ,

β) φυσικά πρόσωπα που  ασκούν κατά κύριο επάγγελμα αγροτική δραστηριότητα,

γ) επιχειρήσεις  που έχουν υποστεί σημαντικές καταστροφές από πυρκαγιές ή φυσικά φαινόμενα από το έτος 2007 και μέχρι την δημοσίευση του παρόντος νόμου.

4. Αιτήσεις για την υπαγωγή στις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων   υποβάλλονται μέχρι τις 15.3.2010. Στην αίτηση επισυνάπτονται  τα έγγραφα που αποδεικνύουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής που απαιτούνται.

5. Αν καταγγελθούν συμβάσεις  ανοικτού  ή αλληλόχρεου λογαριασμού που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μετά την πάροδο δύο μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι τις 30 Ιουνίου 2011, ο οφειλέτης δικαιούται να αποπληρώσει το κατάλοιπο του λογαριασμού σε πέντε έτη με ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, καταβάλλοντας κατά το πρώτο έτος μόνο τόκους.  Για τον υπολογισμό των τόκων ισχύει το συμβατικό επιτόκιο οφειλής, το οποίο θα εφαρμοζόταν αν η σύμβαση δεν είχε καταγγελθεί. Το δικαίωμα του οφειλέτη  για ρύθμιση της οφειλής ασκείται μέσα σε ένα μήνα από την κοινοποίηση σε αυτόν της καταγγελίας. Η προθεσμία δεν αρχίζει αν δεν ενημερωθεί ο οφειλέτης για το δικαίωμά του. Το  συνολικό ποσό που ρυθμίζεται κατά τους όρους  της παραγράφου αυτής, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα όρια που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3.

6. Αν μειωθεί ή δεν ανανεωθεί μονομερώς από το πιστωτικό ίδρυμα το πιστωτικό όριο  συμβάσεων  ανοικτού  ή αλληλόχρεου λογαριασμού που αναφέρονται στην παράγραφο 1 τον τελευταίο μήνα πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου ή  μέχρι τις 30 Ιουνίου 2011, ο οφειλέτης δικαιούται να εξοφλήσει  το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού και κατά το μέρος που αυτό δεν υπερβαίνει τα όρια που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 σε πέντε έτη σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.

7. Το δικαίωμα των παραγράφων 5 και 6 ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει έναντι ενός μόνο πιστωτικού ιδρύματος.

8. Οι εξαιρέσεις της παραγράφου 7 του άρθρου 1 του παρόντος ισχύουν και για τις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου.

 

      Άρθρο 3

      Γενική διαγραφή δυσμενών δεδομένων για εξοφληθείσες οφειλές

 

1. Διαγράφονται από τα αρχεία  δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που τηρούνται από τα πιστωτικά ή χρηματοδοτικά εν γένει ιδρύματα ή λειτουργούν χάριν αυτών όλες οι καταχωρισμένες περιπτώσεις για απλήρωτες επιταγές, επί των οποίων έχει βεβαιωθεί εμπρόθεσμα από την πληρώτρια τράπεζα η αδυναμία πληρωμής, ανεξόφλητα κατά τη λήξη τους συναλλαγματικές και γραμμάτια εις διαταγήν,  καταγγελίες συμβάσεων δανείων και πιστώσεων, διαταγές πληρωμής, κατασχέσεις και επιταγές προς πληρωμή του ν. δ. της 17.7./13.8.1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», περιλήψεις εκθέσεων κατάσχεσης, προγράμματα πλειστηριασμών και διοικητικές κυρώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι έχει εξοφληθεί η οφειλή στο σύνολό της ή θα εξοφληθεί μέσα σε τρεις μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

2. Αίρεται κάθε  περιορισμός χορήγησης νέου βιβλιαρίου επιταγών που έχει επιβληθεί με βάση τη με αριθμό 234/23/11.12.2006 απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (Β 63/2007) για επιταγές που έχουν εξοφληθεί ή θα εξοφληθούν μέσα σε τρεις μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού.  

                                              

Άρθρο 4

Περιορισμοί στην επεξεργασία  δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς

 

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 40 του ν. 3259/2004 (Α 149), όπως η παράγραφος αυτή έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 70 του ν. 3746/2009 (α’ 27),  αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«Ο χρόνος τήρησης και χρήσης από τα πιστωτικά και εν γένει χρηματοδοτικά ιδρύματα ή από αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργούν νόμιμα χάριν αυτών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα για τις αντίστοιχες αναφερόμενες περιπτώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι έχει εξοφληθεί η οφειλή στο σύνολό της και έχει παρέλθει το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα για το σύνολο των καταχωρημένων στο αρχείο δεδομένων, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως α’, για την οποία αρκεί η πάροδος του χρόνου της συγκεκριμένης κατηγορίας:

α) Απλήρωτες επιταγές, επί των οποίων έχει βεβαιωθεί εμπρόθεσμα από την πληρώτρια τράπεζα η αδυναμία πληρωμής, ανεξόφλητα κατά τη λήξη τους συναλλαγματικές και γραμμάτια εις διαταγήν και καταγγελίες συμβάσεων δανείων και πιστώσεων, δύο (2) έτη. Επιταγές, που εξοφλούνται μέσα σε τριάντα ημέρες από τη σφράγισή τους δεν εμφανίζονται  στα ανωτέρω αρχεία και οι καταχωρισμένες διαγράφονται.

β) Διαταγές πληρωμής, τρία  (3) έτη.

γ) Κατασχέσεις και επιταγές προς πληρωμή του ν. δ. της 17.7./13.8.1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών, περιλήψεις εκθέσεων κατάσχεσης, προγράμματα πλειστηριασμών και διοικητικές κυρώσεις του Υπουργείου Οικονομικών, τέσσερα (4) έτη».

2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 40 του ν. 3259/2004 (Α 149), όπως η παράγραφος αυτή έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 70 του ν. 3746/2009 (Α’ 27), αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«Δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς για οφειλές που δεν έχουν εξοφληθεί, εφόσον δεν υπερβαίνουν στο σύνολό τους τα χίλια  ευρώ, δεν εμφανίζονται στα αρχεία μεταδιδόμενων πληροφοριών».

3. Δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς  για οφειλές που έχουν εξοφληθεί, εφόσον δεν υπερβαίνουν  στο σύνολό τους τις τρεις χιλιάδες  ευρώ και δεν υπερβαίνουν τις τρεις καταχωρίσεις, δεν εμφανίζονται στα αρχεία μεταδιδόμενων πληροφοριών.

4. Δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς για οφειλές που δεν έχουν εξοφληθεί διαγράφονται δέκα έτη μετά την  εγγραφή.

5. Η παύση της εμφάνισης στα αρχεία μεταδιδομένων πληροφοριών επιταγών επί των οποίων έχει βεβαιωθεί εμπρόθεσμα από την πληρώτρια τράπεζα η αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους,   αίρει το μέτρο στέρησης του βιβλιαρίου επιταγών που έχει επιβληθεί  κατ’ εφαρμογή της με αριθμό 234/23/11.12.2006 απόφασης  της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (Β 63/2007), για τις επιταγές αυτές.     

                                                          

Άρθρο 5

Υποχρέωση ενημέρωσης

 

Το πιστωτικό και εν γένει το χρηματοδοτικό ίδρυμα που έχει διαβιβάσει σε αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που λειτουργούν νόμιμα  δυσμενή δεδομένα για οφειλές υποχρεούται μέσα σε δύο εργάσιμες ημέρες από την περιέλευση σε αυτό των στοιχείων που αποδεικνύουν την εξόφληση της οφειλής να προβεί αδαπάνως για τον οφειλέτη στην ενημέρωση του υπεύθυνου επεξεργασίας των παραπάνω αρχείων.

                                                                      

Άρθρο 6

Προσωρινή δικαστική προστασία

1. Με αίτηση που στρέφεται κατά του δανειστή και δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 682 επ. Κ.Πολ.Δ., το αρμόδιο κατά τις διατάξεις αυτές δικαστήριο, δικαιούται  να διατάξει προσωρινά ως ασφαλιστικό μέτρο τη μη εμφάνιση σε αρχεία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, που διατηρούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ή λειτουργούν χάριν αυτών, ληξιπρόθεσμης οφειλής, για την οποία έχει ασκηθεί αγωγή ή ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής ή κατά πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης εφόσον πιθανολογείται η ανυπαρξία της οφειλής.

2. Οι υπεύθυνοι επεξεργασίας των αρχείων υποχρεούνται, με τη γνωστοποίηση σ’ αυτούς της δικαστικής απόφασης που δέχεται την αίτηση,  να μεριμνήσουν μέσα σε δύο εργάσιμες ημέρες να μην εμφανίζονται στα αρχεία και να μην μεταβιβάζονται τα παραπάνω δεδομένα.

3. Η απόφαση που διατάζει το πιο πάνω ασφαλιστικό μέτρο παύει αυτοδικαίως να ισχύει αν δημοσιευθεί οριστική απόφαση για την ουσία της κύριας υπόθεσης.

 

 

Άρθρο 7

Παροχή βιβλιαρίου επιταγών με εγγύηση

 

Το πιστωτικό ίδρυμα επιτρέπεται να χορηγεί κατά τη διάρκεια ισχύος μέτρου στέρησης χορήγησης βιβλιαρίου επιταγών νέο βιβλιάριο επιταγών εφόσον παρέχεται επ’ αυτών τριτεγγύηση έως πέντε χιλιάδες ευρώ για κάθε  επιταγή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο δεν υφίσταται  το ανωτέρω μέτρο στέρησης.

 

Άρθρο 8

Κυρώσεις

 

Ο Υπουργός Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας επιβάλει για κάθε παράβαση των υποχρεώσεων από τον παρόντα νόμο πρόστιμο που ανέρχεται από δέκα χιλιάδες (10.000) έως  πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ.

 

 

 

Άρθρο 9

Διαγραφή απαιτήσεων

Για απαιτήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων  που διαγράφονται με τον παρόντα νόμο εφαρμόζεται το άρθρο 30 παρ. 10 του ν. 2789/2000  (Α’ 21). Τα διαγραφόμενα εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης εντός της οποίας ενεργείται η διαγραφή προκειμένου για τον προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών. Η ωφέλεια που αποκτάται από τη διαγραφή τόκων δεν θεωρείται εισόδημα υποκείμενο σε φορολογία.

 

ΜΕΡΟΣ Β: ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 10

Αναστολή υποβολής των αιτήσεων υπαγωγής επενδυτικών σχεδίων στις διατάξεις του νόμου 3299/2004

 

1α. Αιτήσεις επενδυτικών σχεδίων για την υπαγωγή τους στις ενισχύσεις της επιχορήγησης ή και της επιδότησης  χρηματοδοτικής μίσθωσης ή της επιδότησης του κόστους της δημιουργούμενης απασχόλησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3299/2004, όπως ισχύει, υποβάλλονται  έως και την 31η  Δεκεμβρίου 2009.

 

β. Η έναρξη δαπανών για την ένταξη των επενδυτικών σχεδίων στην ενίσχυση της φορολογικής  απαλλαγής, σύμφωνα  με τις διατάξεις  του ν.3299/2004, είναι δυνατή έως και την 31 Δεκεμβρίου 2009.

 

2.  Αιτήσεις επενδυτικών σχεδίων που θα κατατεθούν στις αρμόδιες υπηρεσίες έως και την 31η Δεκεμβρίου 2009 καθώς και για όσες υποβληθείσες δεν έχει εκδοθεί εγκριτική ή απορριπτική απόφαση της Διοίκησης εξετάζονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του νόμου 3299/2004 και τις κανονιστικές αποφάσεις κατ΄ εξουσιοδότηση των διατάξεων του. 

 

Άρθρο 11

Τελική διάταξη

 

Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

 

Αθήνα, 10 Δεκεμβρίου 2009

 

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

 

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ                                  ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩN

ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ

 

 

 

ΛΟΥΚΙΑ Τ. ΚΑΤΣΕΛΗ                                                    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

 

 

 

ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ               ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ

                                                                                   ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

 

 

 

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΜΠΑΤΖΕΛΗ                                               ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ