Ομιλία Δ. Κουσελά, Υφυπουργού Οικονομικών, στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής κατά τη συζήτηση επί της αρχής του Σχεδίου Νόμου «Καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, στελέχωση των ελεγκτικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις»

2011-03-17 18:41

  

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΣΕΛΑ
ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ, ΣΤΗΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΥ Σ.Ν. ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ «ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ, ΣΤΕΛΕΧΩΣΗ ΤΩΝ ΕΛΕΓΚΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ»

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, οι αποφάσεις του Συμβουλίου Κορυφής δικαίωσαν τις προσπάθειες της χώρας, τις θυσίες του ελληνικού λαού, αλλά και μια σωστή στρατηγική που ακολούθησε ο Έλληνας Πρωθυπουργός, ο Γιώργος Παπανδρέου, συνδέοντας την επιμήκυνση του δανείου με τη μείωση του επιτοκίου και τον μηχανισμό χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Οι αποφάσεις αυτές ήταν ιστορικές και για το μέλλον της χώρας, αλλά και για την προοπτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Είναι ανιστόρητοι όσοι σήμερα επιχειρούν, για μικροκομματικές σκοπιμότητες, να μηδενίσουν αυτές τις επιτυχίες, να απαξιώσουν τις θυσίες και τις προσπάθειες του ίδιου του ελληνικού λαού.

Επιτέλους, ας αποφασίσει η Νέα Δημοκρατία σχετικά με την αξιολόγηση της συγκεκριμένης απόφασης. Είναι θετική αυτή η απόφαση, όπως είπαν ορισμένοι συνάδελφοι; Είναι αδιάφορη απόφαση, ή είναι «εθνική πανωλεθρία», όπως είπε πριν από λίγο ο κ. Παυλόπουλος;

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το Πρόγραμμα Στήριξης δεν είναι πανάκεια, ούτε βέβαια η πηγή και η αιτία κάθε στραβού που υπάρχει σήμερα στη χώρα.

Αν δεν υπήρχε αυτό το Πρόγραμμα Στήριξης και η χώρα είχε αφεθεί να χρεοκοπήσει, φοβάμαι ότι δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε αυτή τη συζήτηση, που κάνουμε σήμερα εδώ. Είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι προϋπόθεση για να σταθούμε στις αγορές, για να χρηματοδοτηθεί η ανάπτυξη, για να γίνουν επενδύσεις, για να αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε συστηματικά το τεράστιο πρόβλημα του δημόσιου χρέους.

Και εδώ, πρέπει να αφήσουμε οριστικά στο παρελθόν τις λαϊκιστικές κορώνες και τις λογικές της μπαχαλοποίησης, που προωθούν ορισμένοι. Να σταματήσουμε να παράγουμε δημοσιονομικά ελλείμματα, που αυξάνουν και διαιωνίζουν το χρέος. Να αξιοποιήσουμε συστηματικά τη δημόσια περιουσία, να δρομολογήσουμε τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη.

Εδώ κρίνονται και θα κριθούν όλες οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας. Μπροστά σε μια τέτοια κρίσιμη χρονική στιγμή, πρέπει όλοι να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να σταματήσουν να επικρίνουν, εκ του ασφαλούς, την προσπάθεια της Κυβέρνησης. Να αναλάβουν τις ευθύνες τους, αντί να καλλιεργούν μια στείρα και φοβική μετρολογία, ενώ ξέρουν πολύ καλά, πως δεν γίνεται να αφήσουμε τα πράγματα όπως έχουν. Δεν γίνεται να αφήσουμε να διαιωνίζονται προβλήματα, νοοτροπίες και συμπεριφορές, που έφεραν τη χώρα μας σ’ αυτό το σημείο.

Αρχή και κεντρικό μήνυμα του σχεδίου νόμου, που συζητάμε σήμερα, είναι ο πόλεμος κατά της φοροδιαφυγής σε όλα τα μέτωπα και με όλα τα πρόσφορα μέσα. ‘Οχι στα λόγια, αλλά με έργα, με ανάληψη ευθυνών σε όλα τα επίπεδα από τις αρμόδιες υπηρεσίες και τους μηχανισμούς, από το ΣΔΟΕ, τη Δικαιοσύνη, από τους επιχειρηματίες, από τους Έλληνες πολίτες, από τον κάθε καταναλωτή της χώρας.

Με αυτό το νομοσχέδιο πρέπει να δώσουμε το μήνυμα πως οι πρακτικές της φοροδιαφυγής δεν δικαιολογούνται, ούτε είναι πλέον ανεκτές, από καμιά πτέρυγα της Βουλής, από κανένα πολίτη.

Γιατί ο φοροφυγάς, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν είναι ένας σύγχρονος «Ρομπέν των Δασών», που δήθεν τα βάζει με το «κακό κράτος», οπότε ίσως και να άξιζε κάπως τη συμπάθειά μας.

Είναι, αντίθετα, ένας ασυνείδητος, ένα αντικοινωνικό παράσιτο, που υφαρπάζει πόρους από το κοινωνικό σύνολο για δική του ωφέλεια, επιβίωση ή και καλοπέραση.

Αποτελεί, πιστεύω, κοινό μας στόχο να σταματήσουν να σηκώνουν τα βάρη μόνο οι συνεπείς φορολογούμενοι και οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι, που δεν έχουν τίποτα να κρύψουν.

Γι’ αυτό και οι κορώνες κατά του δήθεν φοροκυνηγητού, ειδικά όταν προέρχονται από εκείνους που άναψαν τις φωτιές στη χώρα, αλλά άφησαν άλλους να τις σβήσουν, δείχνουν πως οι συγκεκριμένοι προτιμούν, για μία ακόμα φορά, να δραπετεύσουν από μια εθνική μάχη, μια μάχη αναγκαία για να δώσουμε οξυγόνο και προοπτική στη χώρα.

Η φοροδιαφυγή, το γνωρίζετε όλοι, έχει βαθιές ρίζες - και το ξέρουν πάρα πολύ καλά όσοι πέρασαν από αυτό το Υπουργείο. Δυστυχώς, η μάχη κατά της φοροδιαφυγής δεν είναι κάτι εύκολο, ούτε στιγμιαίο.

Ο λαός μας, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, έχει κάνει ήδη πολλές θυσίες για να σωθεί η χώρα από την κατάσταση, στην οποία βρέθηκε μετά από τις ανεύθυνες και εσφαλμένες πολιτικές του χθες, γι’ αυτό έχει από μας μια αυτονόητη απαίτηση: Μηδενική ανοχή απέναντι στους κλέφτες και στους καταχραστές των δημοσίων πόρων. Θέλει να δει να πληρώνουν, επιτέλους, εκείνοι που συστηματικά μέχρι σήμερα κλέβουν το Δημόσιο, είτε φοροδιαφεύγοντας, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.

Και δεν είναι καθόλου λίγα τα επί τόσα χρόνια κλεμμένα της φοροδιαφυγής. Έχουμε τη φοροδιαφυγή της επίσημης οικονομίας, που ξεπερνάει τα 12.000.000.000 ευρώ. Έχουμε, επίσης, τη μεγαλύτερη φοροδιαφυγή μιας παραοικονομίας, που ξεπερνά το 30% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος.

Τα φορολογικά μας έσοδα, ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι τα χαμηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, περίπου πέντε μονάδες πιο χαμηλά από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο και αυτό όταν οι φορολογικοί μας συντελεστές είναι περίπου στον μέσο όρο όλων των άλλων χωρών, σε ό,τι αφορά στην άμεση φορολογία. Στην δε έμμεση φορολογία είναι πολύ υψηλότεροι.

Μόνο από τον ΦΠΑ, διαφεύγει ετησίως ένα 6% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος. Οι καταναλωτές πληρώνουν τον ΦΠΑ, αλλά κάποιοι επιμένουν να τον υπεξαιρούν ως «δικαιωματικά δικό τους». Εξαιτίας, όμως, αυτού του γεγονότος, όλοι οι άλλοι πληρώνουμε περισσότερους φόρους.

Τη «μαγκιά» της φοροδιαφυγής την εξέθρεψαν οι χαριστικές ρυθμίσεις, η γραφειοκρατία, η διαφθορά, η ανοχή, οι πολύχρονες και ατέρμονες διαδικασίες εκδίκασης των φορολογικών διαφορών στα δικαστήρια. Την εξέθρεψαν οι τρύπες στο θεσμικό πλαίσιο, από τις οποίες πιο εύκολα ξεγλιστρούσαν οι μεγάλοι με τις διασυνδέσεις, τους καλούς δικηγόρους ή τους καπάτσους λογιστές, παρά οι μικροπαραβάτες. Οι τρύπες, που ορισμένοι εδώ μέσα θέλουν, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, να διατηρήσουμε ακόμη και σήμερα.

Όμως, δεν είναι μόνο οι μεγάλοι. Όταν από τους 900.000 ελεύθερους επαγγελματίες, οι 725.000 δηλώνουν εισόδημα κάτω από το αφορολόγητο, καταλαβαίνετε τι συμβαίνει και σε αυτόν τον τομέα.

Πώς όμως, να μην ρισκάρουν ανέξοδα οι φοροφυγάδες, όταν μέχρι σήμερα ένα φορολογικό δικαστήριο για να τελεσιδικήσει έκανε επτά με δέκα χρόνια;

Βέβαια, ο στόχος μας είναι κοινός και αυτονόητος. Είναι η αποτελεσματική αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, γι’ αυτό και ηχούν παράταιρα στα αυτιά μας ορισμένες κριτικές, που έχουν σαν αποτέλεσμα τη διαιώνιση της σημερινής κατάστασης.

Εμείς δεν σκοπεύουμε να μείνουμε στα λόγια και στις ηρωικές, άλλα άσφαιρες διακηρύξεις του παρελθόντος.

Με αυτό το σχέδιο νόμου, ανασυγκροτούμε εκ βάθρων τους ελεγκτικούς και τους εισπρακτικούς μηχανισμούς. Ανανεώνουμε το δυναμικό τους, με διαφανείς διαδικασίες και κριτήρια.

Τους εξοπλίζουμε για πρώτη φορά με τριετές επιχειρησιακό σχέδιο για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Τους εξοπλίζουμε με σύγχρονα ηλεκτρονικά και ελεγκτικά μέσα για να ανταποκριθούν στις αυξημένες απαιτήσεις της διαφάνειας, της αξιοπιστίας και των καθαρών σχέσεων, που πρέπει να υπάρχουν.

Επίσης, τους εξοπλίζουμε με διευρυμένες δυνατότητες διασταύρωσης στοιχείων και πληροφοριών από την Ελλάδα και το εξωτερικό, για να μην είναι πλέον στο απυρόβλητο ούτε τα κεφάλαια που φυγαδεύονται παράνομα στο εξωτερικό- θα μου δοθεί η δυνατότητα στην κατ’ άρθρον συζήτηση να εξηγήσω αναλυτικά τι σημαίνει αυτό.

Τους θέτουμε συγκεκριμένες προδιαγραφές και χρεώσεις, με σαφείς στόχους και συστηματική αξιολόγηση, με στενό έλεγχο των ίδιων των ελεγκτών, με τη συγκρότηση της υπηρεσίας εσωτερικών ελέγχων, με έλεγχο του πόθεν έσχες και μηδενική ανοχή σε αυθαιρεσίες, δοσοληψίες ή εκβιασμούς.

Να τονίσω, εδώ, πως η απλοποίηση του φορολογικού συστήματος γίνεται πλέον πράξη, με την κατάργηση του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων. Σε αυτή την κατεύθυνση, βγαίνει ήδη Υπουργική Απόφαση το προσεχές διάστημα και στο τέλος του φθινοπώρου θα είμαστε έτοιμοι για την πλήρη κατάργηση του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, καταργώντας έτσι την πολυπλοκότητα, τις υποσημειώσεις, τους αστερίσκους και εισάγοντας παντού τη διαφάνεια.

Πέρα, όμως, από τη συνεχή αναβάθμιση και εγρήγορση του μηχανισμού μας, χρειάζεται και η καθημερινή εγρήγορση και στήριξη από κάθε πολίτη.

Μας λένε κάποιοι ότι «ποινικοποιούμε την επιχειρηματικότητα». Απαντάμε ότι δεν ποινικοποιείται η επιχειρηματικότητα, ούτε η επιχειρηματική αποτυχία. Ποινικοποιείται όμως- και δίκαια- η κατά σύστημα φοροδιαφυγή και φοροκλοπή.

Στόχος της αυστηροποίησης των ποινών, αγαπητοί συνάδελφοι, είναι πρωτίστως ο κατά σύστημα μεγαλοφοροφυγάς, από τον οποίο προέχει να εισπράξουμε τα οφειλόμενα και όχι να γεμίσουμε τις φυλακές, όπως είπαν ορισμένοι. Δεν είναι ο «φουκαράς», ή ο ακουσίως ασυνεπής.

Όπως η έξαρση της εγκληματικότητας δεν δικαιολογεί να αφήνουμε ατιμώρητους ή να ελαφρύνουμε τις ποινές για τους εγκληματίες, έτσι και η φοροκλοπή πρέπει να τιμωρείται παραδειγματικά. Στόχος μας είναι η αποτροπή –το τονίζω- και όχι η καταστολή. Αυτό ακριβώς θέλουμε να κάνουμε με το συγκεκριμένο νομοσχέδιο.

Υπάρχει, αλήθεια, κανείς σε αυτή την Αίθουσα, που να θεωρεί τη φοροκλοπή «κεκτημένο δικαίωμα», που νομιμοποιείται ή καθαγιάζεται με πρόσχημα την κρίση; Αν υπάρχει έστω και ένας, να μας το πείτε.  
Ο δεύτερος μεγάλος στόχος μας  με αυτό το νομοσχέδιο, είναι να προστατεύσουμε και να διευκολύνουμε τους ειλικρινείς, τους συνεπείς φορολογούμενους πολίτες και επιχειρήσεις, να αντιμετωπίσουν προβλήματα που συνδέονται με την κρίση και με την έλλειψη ρευστότητας στην αγορά.

Γι’ αυτό, στο νομοσχέδιο περιέχονται διατάξεις, οι περισσότερες των οποίων χαιρετίστηκαν από τους αντίστοιχους φορείς. Με τις διατάξεις αυτές προβλέπεται:

  • Η δημιουργία ενός νέου ανεξάρτητου θεσμού για την αντιμετώπιση των φορολογικών διαφορών, του Σώματος Φορολογικής Διαιτησίας, που εγγυάται ταχύτητα στη λήψη των αποφάσεων, αντικειμενικότητα και μειωμένο κόστος.
  • Η ελαχιστοποίηση της επαφής των ελεγκτικών αρχών με τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις ή τους επαγγελματίες.
  • Η πρόβλεψη πως δεν θα διώκεται φορολογούμενος, στην περίπτωση που έχει βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση κατά του Δημοσίου.
  • Η δυνατότητα συμψηφισμού βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, με βέβαιες και εκκαθαρισμένες χρηματικές απαιτήσεις κατά του Δημοσίου.
  • Η υλοποίηση της δέσμευσής μας για μείωση της παρακράτησης φόρου κερδών στις επιχειρήσεις από το 24% στο 20% , με στόχο τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης.
  • Η υποβολή δηλώσεων Φ.Π.Α. με δυνατότητα καταβολής του οφειλόμενου φόρου σε τρεις μηνιαίες δόσεις, δηλαδή με καταβολή 40% στην αρχή και δύο ισόποσες δόσεις. Επί Νέας Δημοκρατίας -επειδή ακούστηκε αυτό- αυτό που ίσχυε, ίσχυε για ένα μήνα.
  • Η δυνατότητα καταβολής του Φ.Π.Α., που βεβαιώνεται μετά από έλεγχο ή διοικητική επίλυση, σε έξι δόσεις, πέραν της προκαταβολής, εκεί που παλιότερα ίσχυε προκαταβολή και εξόφληση του υπολοίπου σε μια δόση.
  • Η μη απώλεια του δικαιώματος επιστροφής Φ.Π.Α. με τους ισχύοντες κατ’ αποκοπή συντελεστές για τους αγρότες, που ασχολούνται με τη διαχείριση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έως και 100 βατ ή με τη λειτουργία αγροτουριστικών μονάδων.
  • Η διασφάλιση ελάχιστου κέρδους για τους περιπτεράδες και τους λιανοπωλητές καπνού, στο μέτρο που αυτό συμπιέστηκε αφόρητα από αθέμιτες πρακτικές. Με τη ρύθμιση που φέρνουμε, απλώς αποκαθιστούμε, όπως είχαμε δεσμευτεί, το στάτους που υπήρχε στα ποσοστά κέρδους πριν από την αύξηση των φόρων. Και αυτό το κάνουμε μέχρι τα τέλη του χρόνου, ώστε μέχρι τότε να εξομαλυνθεί –και θα έχει εξομαλυνθεί- πλήρως η αγορά.
  • Η επέκταση του μέτρου της απόσυρσης και στα ελαφρά φορτηγά, παρέχοντας κίνητρο και δυνατότητα να ανανεωθεί και ο αντίστοιχος στόλος. Είναι μια σειρά από διατάξεις. Το πήγαμε στα 3.500 κυβικά για να μην υπάρχει κανένα πρόβλημα. Είναι μέσα και όλα τα αγροτικά οχήματα.


Σ’ αυτό, λοιπόν, το σχέδιο νόμου αποτυπώνεται όχι πια στα λόγια, αλλά με συγκεκριμένα μέτρα και θεσμούς, η ισχυρή πολιτική μας βούληση να ανοίξουμε πόλεμο στη φοροδιαφυγή, στη διαφθορά και στην ανομία. Και σ’ αυτό τον πόλεμο, σ’ αυτή την προσπάθεια, πιστεύουμε ότι πρέπει να είναι συμπαραστάτες και αρωγοί όλοι. Για όλους αυτούς τους λόγους, σας καλούμε να υπερψηφίσετε επί της αρχής το συγκεκριμένο νομοσχέδιο.

Δευτερολογία-απάντηση για το θέμα του Μεγάρου Μουσικής.

Θέλω να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα πράγματα, γιατί ορισμένοι επιχειρούν και να διαστρεβλώσουν και να δημιουργήσουν εντυπώσεις. Σε ό,τι αφορά στο επίμαχο ζήτημα, που έθεσε ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΛΑΟΣ ο κ .Ροντούλης, ναι μεν κύριε Ροντούλη το ελληνικό Δημόσιο αναλαμβάνει ως πρωτοφειλέτης και χωρίς να έχει δικαίωμα αναγωγής συμψηφισμού των ποσών που καταβάλλει για το δάνειο της Εθνικής Τράπεζας, αντί του Μεγάρου Μουσικής, εφόσον όμως συμφωνηθεί με το Σύλλογο Φίλων Μουσικής και κατατεθεί στη Βουλή για κύρωση τροποποιητική σύμβαση της συμβάσεως του 1981 για την ίδρυση του Μεγάρου, που διαβάσατε πριν, η πλειοψηφία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου θα μπορεί να περιέρχεται στο ελληνικό Δημόσιο με τη συμμετοχή μελών του Διοικητικού Συμβουλίου διοριζομένων από τον Υπουργό Οικονομικών. Μόνο κάτω από τους ανωτέρω όρους και προϋποθέσεις θα ισχύσει η ανάληψη της υποχρέωσης πληρωμής του δανείου της Εθνικής Τράπεζας από το δημόσιο ως πρωτοφειλέτη. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή εαν υπάρξει άρνηση τροποποίησης της συγκεκριμένης σύμβασης που θα κυρωθεί με το νόμο, το Δημόσιο θα καταβάλλει μεν το ποσό, επειδή είναι εγγυητής, όπως έχει δεσμευτεί, θα υποκαταστήσει όμως την Εθνική Τράπεζα έναντι του Μεγάρου Μουσικής και θα βεβαιώσει, σε αυτή την περίπτωση, σε βάρος του Μεγάρου αυτά που πρέπει να βεβαιώσει.

Τέλος, ορίζεται ότι με την τροποποίηση αυτή της συμβάσεως δεν θίγονται οι διατάξεις του άρθρου 1 της υπ’ αριθμόν 74/1981 συμβάσεως ιδρύσεως Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και προσυμφώνου δωρεάς, οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν για κάθε συνέπεια. Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, θέλω για μια ακόμα φορά να δηλώσω, όπως δήλωσα και στην Επιτροπή, ότι το Μέγαρο Μουσικής αποτελεί βασικό πυλώνα πολιτισμού της πατρίδας μας, που προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες στον πολιτισμό και την παιδεία. Το δε κράτος υποχρεούται να διαφυλάξει τη λειτουργία του, με ευθύνη απέναντι στον ελληνικό λαό και στο κύρος της χώρας, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό- και αυτό ακριβώς κάνουμε.

 

Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών