ΔΗΛΩΣΗ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΕΒΕΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

2010-11-11 16:03

  

Ο πρόεδρος του Ε.Β.Ε.Α., κ. Κωνσταντίνος Μίχαλος, ερωτηθείς από δημοσιογράφους για την πορεία της αγοράς, με αφορμή την επικείμενη αναθεώρηση προς το δυσμενέστερο των οικονομικών δεικτών της χώρας μας από την Eurostat, αλλά και το αρνητικότατο κλίμα που επικρατεί στην ελληνική αγορά προέβη στην ακόλουθη δήλωση:

 

«Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά είναι αναγκαία η αποδοχή από την κυβέρνηση του 10λογου των προτάσεων του Ε.Β.Ε.Α. για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την τόνωση της επιχειρηματικότητας.

Η δυσμενέστερη αναθεώρηση των δημοσιονομικών μας στοιχείων, είναι σχεδόν δεδομένη, όπως είναι και κοινή διαπίστωση ότι στη χώρα μας υπάρχουν τεράστια αντικίνητρα για την προσέλευση, ακόμη και την παραμονή και λειτουργία επιχειρήσεων.

Πρόσφατη έρευνα του Ε.Β.Ε.A κατέδειξε ότι σχεδόν 9 στις 10 επιχειρήσεις θεωρούν ότι η ασκούμενη φορολογική πολιτική επιβαρύνει τις οικονομικές τους επιδόσεις, περισσότερες από 8 στις 10 αντιμετωπίζουν πτώση τζίρου, ενώ 2 στις 10 εξετάζουν το ενδεχόμενο μετανάστευσής τους σε χώρες με χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές και 1 στις 2 εξετάζει το ενδεχόμενο ακόμη και τερματισμού της λειτουργίας της, αν μέσα στον επόμενο χρόνο δε βελτιωθούν οι οικονομικές τους επιδόσεις.  

Αυτή τη διαπίστωση καλούμεθα όλοι μας να ανατρέψουμε. Δεν αρκούν οι διαπιστώσεις των προβλημάτων.

Το Ε.Β.Ε.Α. έχει καταθέσει στον ίδιο τον πρωθυπουργό συγκεκριμένο και ολοκληρωμένο δεκάλογο προτάσεων και λύσεων που δεν δυστυχώς δεν έχει αξιοποιηθεί. Για πολλοστή φορά καλούμε την κυβέρνηση να μελετήσει τις προτάσεις του Ε.Β.Ε.Α., που είναι:

 

Πρώτον, να μειώσει τους φορολογικούς συντελεστές για τις επιχειρήσεις. Σε περίοδο ύφεσης, περισσότεροι φόροι σημαίνουν λιγότερα έσοδα για το κράτος. Σημαίνουν αύξηση και όχι μείωση της φοροδιαφυγής. Η κυβέρνηση χρειάζεται να στηριχθεί στη λογική και όχι σε δογματικές αντιλήψεις, που πηγάζουν από το παρελθόν και οδηγούν στο σημερινό αδιέξοδο. Κανένας νέος αναπτυξιακός νόμος δεν μπορεί να προσελκύσει ιδιωτικές επενδύσεις, όταν οι νέες επιχειρήσεις θα καλούνται να πληρώνουν 4 φορές υψηλότερους φόρους, σε σύγκριση με γειτονικές μας χώρες, αλλά και εργοδοτικές εισφορές που κατατάσσονται ανάμεσα στις υψηλότερες σε όλη την Ευρώπη.

 

Δεύτερον, η περικοπή των κρατικών δαπανών δεν μπορεί να αφορά το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και την υλοποίηση του ΕΣΠΑ. Το αντίθετο χρειάζεται να γίνει. Ήδη το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων στο πρώτο επτάμηνο είναι μειωμένο κατά 36,3% σε σχέση με πέρυσι. Το κράτος δεν πληρώνει τις υποχρεώσεις του προς τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Οι επιστροφές φόρων καθυστερούν. Το ΤΕΜΠΜΕ έχει βαλτώσει. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε ανάκαμψη. 

 

Τρίτον, απαιτείται άμεση προώθηση συγκεκριμένων αναπτυξιακών έργων και πολιτικών, όπως: η ανάπτυξη του νέου δικτύου οπτικών ινών, η ορθολογική και ρεαλιστική αξιοποίηση της έκτασης του Ελληνικού, η αξιοποίηση των περιφερειακών αεροδρομίων και λιμένων, η δημιουργία σύγχρονων μαρίνων, η κατασκευή θεματικών πάρκων και χώρων άθλησης σε επιλεγμένες περιοχές, η κατασκευή εμπορευματικών κέντρων, οι Νέοι Αυτοκινητόδρομοι Αττικής, το νέο Αεροδρόμιο στο Καστέλι της Κρήτης, η εφαρμογή του νέου χωροταξικού σχεδιασμού και των ειδικών χωροταξικών πλαισίων, η απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας, η διαχείριση των απορριμμάτων και η αναμόρφωση και η πλήρης αποκρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος. Όταν ο εθνικός στόχος είναι η ανάπτυξη, πολιτικές και έργα όπως τα παραπάνω οφείλουν να προχωρούν ταχύτατα και όχι με ρυθμούς χελώνας, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα.

 

Τέταρτον, χρειάζεται ριζική μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης, τόσο για τον υγιή περιορισμό των κρατικών δαπανών, όσο και για την αύξηση της παραγωγικότητας. Σχεδόν ένα χρόνο μετά την ανάληψη της εξουσίας από τη νέα κυβέρνηση, το κράτος λειτουργεί χειρότερα και όχι καλύτερα σε σχέση με πριν. Η μεταρρύθμιση στη δημόσια διοίκηση οφείλει να στηριχτεί σε πέντε άξονες:

Α) Ριζική αναδιοργάνωση φορέων, υπηρεσιών και διευθύνσεων/τμημάτων, με μείωση των οργανικών μονάδων κατά 40%.

Β) Δραστική απλούστευση και κεντροποίηση των διαδικασιών, με στόχο τη μείωση των αναγκών σε προσωπικό, τουλάχιστον κατά 20%.

Γ) Ευρεία αναδιάταξη και αξιοποίηση του προσωπικού-χωρίς απολύσεις αλλά με μετατάξεις- ιδίως, εάν εφαρμοστούν σωστά οι δύο παραπάνω πολιτικές, με στόχο τη βελτίωση των υπηρεσιών προς το πολίτη.

Δ) Εκσυγχρονισμός προμηθειών, με την εφαρμογή βέλτιστων πρακτικών, όπως η αντικειμενική διαβάθμιση προτεραιότητας των αναγκών, η ανάπτυξη ρεαλιστικών προδιαγραφών, η τυποποίηση και η συγκέντρωση ομοειδών υλικών και υπηρεσιών και οι αδιάβλητες ταχείες διαδικασίες, όπως οι ηλεκτρονικές δημοπρασίες, με μείωση του κόστους προμηθειών του Δημοσίου κατά 20-30%.

Ε) Η καθιέρωση ενιαίου μισθολογίου και η σύνδεση μισθών και αποδοτικότητας, για τους δημοσίους υπαλλήλους.

 

Πέμπτον, απαιτείται να προχωρήσει ταχύτερα η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων και η κατάργηση της ενιαίας υποχρεωτικής αμοιβής ή του ενιαίου ποσοστού κέρδους από διάφορες επαγγελματικές ομάδες.

 

Έκτον, η κυβέρνηση θα πρέπει να προχωρήσει σε απελευθέρωση των κλειστών αγορών και στη διαμόρφωση ίσων όρων ανταγωνισμού για τις κρατικές και τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Ενδεικτικά, προς το σκοπό αυτό απαιτείται η άρση περιορισμών όπως: περιορισμένο ωράριο λειτουργίας πρατηρίων υγρών καυσίμων, νομοθεσία για υποχρεωτική τήρηση αποθεμάτων υγρών καυσίμων, περιορισμοί στο ελλιμενισμό κρουαζιερόπλοιων, περιορισμοί στην παρασκευή και διάθεση άρτου κ.λ.π.   

 

Έβδομον, χρειάζεται επαναπροσδιορισμός του καταλόγου Φόρων Υπέρ Τρίτων, από μηδενική βάση, με κριτήριο τη σκοπιμότητα και την οικονομική αποτελεσματικότητα κάθε περίπτωσης.

 

Όγδοον, η κυβέρνηση θα πρέπει να προωθήσει χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση διαδικασίες εξυγίανσης σε όλες τις ζημιογόνες ΔΕΚΟ.

 

Ένατον, προτείνεται η καθιέρωση Κέντρων Εξυπηρέτησης Επιχειρήσεων στα επιμελητήρια όλης της χώρας, με στόχο την επιτάχυνση και τη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών που παρέχονται.

 

Δέκατον, απαιτούνται πολιτικές, οι οποίες αναγνωρίζουν τα πιθανά προβλήματα ρευστότητας που αντιμετωπίζουν σήμερα οι επιχειρήσεις. Ένα ευαίσθητο κράτος οφείλει να σχεδιάσει μια διαδικασία, με την οποία ο φορολογούμενος θα δηλώνει την οφειλή του, αλλά δε θα χρειάζεται να την καταβάλει άπαξ και εξ ολοκλήρου. Αντίθετα, μπορεί να προβλέπεται η αυτοδίκαιη ένταξη σε σύστημα ρύθμισης με ευνοϊκούς όρους. Και επιπλέον, θα πρέπει να προβλέπεται ένα συμψηφισμός οφειλών επιχειρήσεων προς το κράτος με οφειλές του κράτους προς επιχειρήσεις. Αυτό επιβάλλει ένα κράτος δίκαιου».