Φορολογία Δικηγόρων & ΦΠΑ

Ενημερωτικό Σημείωμα για φορολογική αντιμετώπιση κρατήσεων

Ενημερωτικό Σημείωμα

για τον τρόπο καταχωρίσεως των κρατήσεων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου στο Βιβλίο Εσόδων – Εξόδων μετά την εφαρμογή του Ν. 3919/2011.

Όπως είναι γνωστό, έως την κατάργηση των διατάξεων του άρθρου 7§§2-7 του Ν. 2753/1999 με τη διάταξη του άρθρου 5§15 του Ν. 3919/2011, οι κρατήσεις υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, των ασφαλιστικών ταμείων και του διανεμητικού λογαριασμού, συνδεόμενες με την προείσπραξη της δικηγορικής αμοιβής και καταβαλλόμενες από τον εντολέα κατά την έκδοση του σχετικού γραμματίου προεισπράξεως, λειτουργούσαν, σύμφωνα με παγία διοικητική θέση, αποτυπωμένη στις εγκυκλίους ΠΟΛ. 1035/2001 και ΠΟΛ. 1220/2001, απευθείας μειωτικά του ακαθαρίστου εισοδήματος του Δικηγόρου. Δεν καταχωρίζονταν, δηλαδή, στο σκέλος των Εξόδων του Βιβλίου Εσόδων – Εξόδων ως επαγγελματικές δαπάνες.

Μετά τις μεταβολές, που επέφερε στα ανωτέρω ο Ν. 3919/2011, ιδίως την αποσύνδεση της καταβολής των προαναφερθεισών κρατήσεων από την είσπραξη της δικηγορικής αμοιβής, γεννήθηκε το ζήτημα της φορολογικής αντιμετωπίσεως των κρατήσεων αυτών. Υπενθυμίζεται, δε, ότι, σύμφωνα με το νέο καθεστώς, οι κρατήσεις υπολογίζονται με βάση το λεγόμενο «ποσό αναφοράς», ανεξαρτήτως του ύψους της αμοιβής του Δικηγόρου.

Ελλείψει αυθεντικής ερμηνείας από πλευράς των φορολογικών αρχών και με βάση τα έως σήμερα δεδομένα, όπως αυτά προέκυπταν από τις προμνημονευθείσες εγκυκλίους, επιχειρήθηκε η ερμηνευτική προσέγγιση, που περιγράφεται στο από 01-07-2011 ενημερωτικό σημείωμα του Δ.Σ.Α. Η ανωτέρω προσέγγιση στηρίχθηκε αφενός στη φύση της καθιερουμένης πλέον «νόμιμης αμοιβής» ως καθαρής αμοιβής, αποσυνδεδεμένης από τις προπεριγραφείσες κρατήσεις, και αφετέρου στην έλλειψη, έως τη στιγμή εκείνη, διοικητικής λύσεως, η οποία να επιτρέπει πλέον, κατά μεταβολή του παλαιού καθεστώτος, την καταχώριση των κρατήσεων αυτών ως επαγγελματικών δαπανών.

Εν όψει των ανωτέρω και με δεδομένη τη βούληση της Ολομελείας Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος να επιτευχθεί η βελτίστη δυνατή λύση του ζητήματος, ώστε να αξιοποιούνται φορολογικώς κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο οι κρατήσεις, τις οποίες υποχρεούται να καταβάλει ο Δικηγόρος ακριβώς λόγω της παροχής των υπηρεσιών του, το θέμα τέθηκε υπ’ όψιν των αρμοδίων παραγόντων της Γενικής Διευθύνσεως Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομικών. Στο πλαίσιο αυτό και μετά από εκτεταμένες συζητήσεις, υποδείχθηκε προφορικώς από τη Διοικητική Αρχή και λογικά αναμένεται να επιβεβαιωθεί και εγγράφως, στο πλαίσιο μελλοντικής εγκυκλίου, η καταχώριση στο εξής των ανωτέρω κρατήσεων ως επαγγελματικών δαπανών στο σκέλος των Εξόδων του Βιβλίου Εσόδων – Εξόδων, με παραστατικό το εκδιδόμενο από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο γραμμάτιο προκαταβολής.

Κατόπιν τούτων, παύουν, πλέον, οι κρατήσεις να λειτουργούν απευθείας μειωτικά του ακαθαρίστου εισοδήματος και, ως εκ τούτου, παύουν πια να ισχύουν δύο διαφορετικές βάσεις επιβολής του φόρου αφενός για τον Φ.Π.Α. και αφετέρου για τον φόρο εισοδήματος, καθώς η «νόμιμη αμοιβή» (όπου ισχύει και δεν έχει συμφωνηθεί άλλη αμοιβή) αποτελεί κοινή βάση για αμφοτέρους του προαναφερθέντες φόρους. Από την άλλη πλευρά, οι κρατήσεις αναγράφονται στην Α.Π.Υ. ως πληροφοριακό στοιχείο και καταχωρίζονται πλέον στο σκέλος των Εξόδων του Βιβλίου Εσόδων – Εξόδων, στη στήλη «Έξοδα χωρίς Φ.Π.Α.», ώστε, συναθροιζόμενες με τις λοιπές επαγγελματικές δαπάνες στο τέλος της χρήσεως, να αφαιρεθούν από το ακαθάριστο εισόδημα και να προκύψει το καθαρό φορολογητέο εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα.

Προς τον σκοπό καλύτερης κατανοήσεως των ανωτέρω, παρατίθενται τα ακόλουθα παραδείγματα:

Παράδειγμα 1ο 

Δεν υφίσταται έγγραφη συμφωνία και ο Δικηγόρος συμφωνεί να λάβει από τον εντολέα τη νόμιμη αμοιβή για δικαστηριακή πράξη, ύψους 100 Ευρώ, ενώ καταβάλλει κρατήσεις στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο ύψους 12 Ευρώ.

Βάση επιβολής του Φ.Π.Α. (εκροές Φ.Π.Α.): 100 Ευρώ

Αναλογών Φ.Π.Α. 23%: 23 Ευρώ (100 Χ 23%)

Ακαθάριστο Εισόδημα: 100 Ευρώ

Έξοδο: 12 Ευρώ

Παράδειγμα 2ο

Ο Δικηγόρος συμφωνεί με τον εντολέα να λάβει τη νόμιμη αμοιβή για δικαστηριακή πράξη, ύψους 100 Ευρώ, και, επιπλέον αυτής, το ποσό των κρατήσεων, ύψους 12 Ευρώ, που καταβάλλει εν συνεχεία στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, ήτοι λαμβάνει συνολικώς το ποσό των 112 Ευρώ.

Βάση επιβολής του Φ.Π.Α. (εκροές Φ.Π.Α.): 112 Ευρώ

Αναλογών Φ.Π.Α. 23%: 25,76 Ευρώ (112 Χ 23%)

Ακαθάριστο Εισόδημα: 112 Ευρώ

Έξοδο: 12 Ευρώ

Παράδειγμα 3ο

Ο Δικηγόρος συνάπτει με τον εντολέα του έγγραφη συμφωνία, βάσει της οποίας λαμβάνει αμοιβή για δικαστηριακή πράξη μεγαλύτερη της νόμιμης και, συγκεκριμένα, το ποσό των 200 Ευρώ, ενώ καταβάλλει κρατήσεις στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο (οι οποίες, ανεξαρήτως του ύψους της αμοιβής, υπολογίζονται επί του «ποσού αναφοράς») ύψους 12 Ευρώ.  

Βάση επιβολής του Φ.Π.Α. (εκροές Φ.Π.Α.): 200 Ευρώ

Αναλογών Φ.Π.Α. 23%: 46 Ευρώ (200 Χ 23%)

Ακαθάριστο Εισόδημα: 200 Ευρώ

Έξοδο: 12 Ευρώ

Παράδειγμα 4ο

Ο Δικηγόρος συνάπτει με τον εντολέα του έγγραφη συμφωνία, βάσει της οποίας λαμβάνει αμοιβή για παράσταση σε συμβόλαιο ύψους 1.000 Ευρώ, ενώ καταβάλλει κρατήσεις στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο ύψους 350 Ευρώ.  

Βάση επιβολής του Φ.Π.Α. (εκροές Φ.Π.Α.): 1.000 Ευρώ

Αναλογών Φ.Π.Α. 23%: 230 Ευρώ (1.000 Χ 23%)

Ακαθάριστο Εισόδημα: 1.000 Ευρώ

Έξοδο: 350 Ευρώ

Τέλος, επισημαίνεται ότι στην εκδιδομένη Α.Π.Υ. θα αναγράφεται, καθ’ όσον αφορά στις δικαστηριακές πράξεις, ως πληροφοριακό στοιχείο, και η διενεργηθείσα προκαταβολή φόρου 15%. Περισσότερες λεπτομέρειες για το ζήτημα της προκαταβολής φόρου 15% θα παρασχεθούν στο εγγύς μέλλον, όταν και αναμένεται η έκδοση της σχετικής Υπουργικής Αποφάσεως, που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 20§7 του Ν. 3943/2011.

Πηγή ΔΣΑ

Φορολογική αντιμετώπιση και καταχώρηση στην περιοδική και εκκαθαριστική δήλωση του «μερίσματος».

ΣΧΕΤ.: Το με αριθ. πρωτ. 2434/21.3.2011 έγγραφό σας.

Σε απάντηση του ανωτέρω σχετικού εγγράφου σας, αναφορικά με το αίτημα σας για καταχώρηση του ποσού που διανέμεται ως μέρισμα, στα μέλη δικηγόρους του οικείου δικηγορικού συλλόγου, μόνο στην εκκαθαριστική δήλωση Φ.Π.Α. και όχι στην περιοδική δήλωση, σας γνωρίζουμε τα εξής:

1. Με την Εγκύκλιο ΠΟΛ 1048/2011 κοινοποιήθηκαν οι οδηγίες για την σωστή συμπλήρωση της εκκαθαριστικής δήλωσης Φ.Π.Α. έτους 2010. Ειδικότερα στην σελ. 4 των οδηγιών αναφέρεται ότι το μέρισμα που εισπράττεται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο δεν υπάγεται στις διατάξεις του Φ.Π.Α. (αφορά πράξη εξαιρούμενη χωρίς δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών) και δεν περιλαμβάνεται στον κύκλο εργασιών για σκοπούς Φ.Π.Α. Ωστόσο δεδομένου ότι το μέρισμα καταχωρείται στα βιβλία του Κ.Β.Σ. αυτό θα καταχωρείται και στους κωδικούς 611 και 613 της εκκαθαριστικής δήλωσης Φ.Π.Α.

Σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περ. β' της παρ. 1 του άρθρου 38 του Κώδικα Φ.Π.Α. (κύρωση με το ν.2859/2000), όπως ισχύει, η εκκαθαριστική δήλωση περιλαμβάνει τα δεδομένα των περιοδικών δηλώσεων της διαχειριστικής περιόδου, μετά το διακανονισμό που έγινε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33.

Συμπερασματικά δεν είναι δυνατό να καταχωρηθούν στοιχεία στην εκκαθαριστική δήλωση πρωτογενώς χωρίς να περιλαμβάνονται στην περιοδική δήλωση Φ.Π.Α. εκτός των στοιχείων που προκύπτουν ή αφορούν τον διακανονισμό εκπτώσεων σύμφωνα με το άρθρο 33 του Κώδικα Φ.Π.Α.

2. Σχετικά με την επιβολή ή μη προστίμου σας γνωρίζουμε ότι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν.2523/1997, όπως ισχύει, τα πρόσωπα που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από την κείμενη φορολογική νομοθεσία υπόκεινται για κάθε παράβαση σε πρόστιμο που ορίζεται από εκατόν δεκαεπτά (117) Ευρώ μέχρι χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) Ευρώ.

Με την Εγκύκλιο ΠΟΛ 1317/1997 διευκρινίστηκε ότι το πρόστιμο του άρθρου 4 του ν.2523/1997 επιβάλλεται για κάθε παράβαση των διατάξεων του ν. 1642/1986, όπως ισχύουν, εκτός από τις παραβάσεις εκείνες οι οποίες συνεπάγονται την επιβολή πρόσθετου φόρου. Επίσης σύμφωνα με την ίδια Εγκύκλιο, για τις παραβάσεις εκπρόθεσμης, ανακριβούς ή μη υποβολής κάθε είδους δήλωσης, το πρόστιμο αυτό επιβάλλεται μόνο όταν πρόκειται για αρχικές δηλώσεις από τις οποίες δεν προκύπτει φόρος προς καταβολή (μηδενικές, πιστωτικές) και κατά συνέπεια δεν επιβάλλεται πρόσθετος φόρος.

Συνεπώς για την υποβολή τροποποιητικής περιοδικής ή εκκαθαριστικής δήλωσης από την οποία δεν προκύπτει φόρος για καταβολή δεν επιβάλλεται πρόστιμο του άρθρου 4 του ν.2523/1997.

Υπουργείο Οικονομικών
Γενική Γραμματεία
Φορολογικών & Τελωνειακών Θεμάτων
Γενική Διεύθυνση Φορολογίας
14η Δ/νση ΦΠΑ
Tμήμα Α'

Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ Δ/ΝΣΗΣ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΝΘΙΜΟΣ

Τρόπος καταχώρισης μερίσματος στα βιβλία των δικηγόρων

YΠΟΙΚ Δ15Β/1053867/ΕΞ2011/7.4.2011

Τρόπος καταχώρισης μερίσματος στα βιβλία των δικηγόρων

ΣΧΕΤ.: Το 2453/1.4.2011 έγγραφο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών

Απαντώντας στο ανωτέρω σχετικό αναφορικά με το αντικείμενο του θέματος, σας γνωρίζουμε τα εξής:

1. Με την παρ. 8.3 της ΕΥΟ ΠΟΛ. 1208/29.12.2010 διευκρινίστηκε ότι, για την είσπραξη του διανεμόμενου μερίσματος από μέλη δικηγόρους του οικείου δικηγορικού συλλόγου από λογαριασμό που έχει συσταθεί γι’ αυτόν τον σκοπό, δεν απαιτείται η έκδοση απόδειξης παροχής υπηρεσιών από τους δικηγόρους (Σ.τ.Ε. 4083/1997). Όμως, επειδή το ποσό αυτό αποτελεί ακαθάριστο έσοδο που συναθροίζεται με τα υπόλοιπα ακαθάριστα έσοδα του δικηγόρου, πρέπει να καταχωρείται στα τηρούμενα βιβλία με βάση τα δικαιολογητικά καταβολής από τον δικηγορικό σύλλογο. Ειδικά στην περίπτωση που ο δικηγόρος εργάζεται αποκλειστικά με πάγια αντιμισθία και επειδή το εισόδημα αυτό θεωρείται ότι αποκτάται από μισθωτές υπηρεσίες, δεν είναι δηλαδή υπόχρεος σε τήρηση βιβλίων και έκδοση στοιχείων του ΚΒΣ, το δικαιούμενο μέρισμα εμφανίζεται απευθείας στον προβλεπόμενο για τα ελευθέρια επαγγέλματα κωδικό της δήλωσης φορολογίας εισοδήματός του, με βάση τα δικαιολογητικά καταβολής από τον δικηγορικό σύλλογο. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που ο δικηγόρος αποκτά δικαίωμα άσκησης επαγγέλματος και επομένως δικαιούται μέρισμα, αλλά για διάφορους λόγους (π.χ. συνέχιση σπουδών για μεταπτυχιακό) δεν έχει κάνει έναρξη επαγγέλματος ως δικηγόρος και δεν είναι επιτηδευματίας από άλλη αιτία. Για τα ανωτέρω μερίσματα οι δικηγόροι δεν υποβάλλουν συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών, ενώ οι δικηγορικοί σύλλογοι υποβάλλουν συγκεντρωτική κατάσταση προμηθευτών, ανά δικηγόρο, με τον Κωδικό «1» (αντισυμβαλλόμενοι μη υπόχρεοι).

2. Σε συνέχεια των προαναφερόμενων, διευκρινίζουμε επιπλέον τα εξής:

α) Δικαιολογητικό εγγραφής του μερίσματος των δικηγόρων στα βιβλία τους αποτελεί το δικαιολογητικό καταβολής αυτού, δηλαδή η βεβαίωση που εκδίδεται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο για την καταβολή του υπόψη μερίσματος. Εφόσον η βεβαίωση αυτή εκδίδεται σε ετήσια βάση (μία φορά τον χρόνο), στα βιβλία διενεργείται εγγραφή στο τέλος της διαχειριστικής περιόδου με βάση την υπόψη βεβαίωση και ανεξάρτητα από τον χρόνο είσπραξης του μερίσματος.

β) Οι δικηγόροι που παρέχουν τις υπηρεσίες τους αποκλειστικά με πάγια αντιμισθία (μισθωτές υπηρεσίες), χωρίς δηλαδή να αποκτούν εισοδήματα και από την παροχή λοιπών δικηγορικών υπηρεσιών (ως ελεύθεροι επαγγελματίες), δεν απαιτείται να καταχωρούν το μέρισμα που λαμβάνουν από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο στα φορολογικά βιβλία που τυχόν έχουν θεωρήσει σε χρόνο που ασκούσαν το δικηγορικό επάγγελμα (ως ελεύθεροι επαγγελματίες).

Υποβολή της Προσωρινής Δήλωσης Απόδοσης της προκαταβολής φόρου της υπολογιζόμενης επί των δικηγορικών αμοιβών για παραστάσεις ενώπιον των δικαστηρίων, της παρακράτησης φόρου επί οποιουδήποτε ποσού καταβάλλεται ως μέρισμα σε δικηγόρους καθώς και της απόδοσης του προκαταβλητέου φόρου επί των δικηγορικών αμοιβών των συναρτώμενων από το αποτέλεσμα των δικηγορικών υπηρεσιών ή της δίκης, με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας ή στη Δ.Ο.Υ., κατά περίπτωση.

ΠΟΛ 1208 29.12.2010 Εφαρμογή των διατάξεων του Κ.Β.Σ. στους δικηγόρους, μετά την ισχύ του ν. 3842/2010.

ΠΟΛ 1008 19.01.2011 Καθορισμός ορίων ακαθαρίστων εσόδων επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών που τηρούν βιβλία Β΄ κατηγορίας του Κ.Β.Σ. , πάνω από τα οποία υφίσταται υποχρέωση υπογραφής των δηλώσεων από λογιστή φοροτεχνικό με βάση τις διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 2873/2000.

ΠΟΛ 1056 26.03.2013 Υποχρέωση υποβολής των εργολαβικών συμβολαίων, που συνάπτονται μεταξύ δικηγόρου και εντολέα του, στην Δ.Ο.Υ. του δικηγόρου.

Αυτοέλεγχος Δικηγόρων

Υπολογισμός Αυτοελέγχου Φορολογικών Δηλώσεων

Αυτοέλεγχος Φορολογικών  Δηλώσεων (Αμιγώς ελεύθεροι επαγγελματίες)

σύμφωνα με τις διατάξεις των A.Y.O. ΠΟΛ 1191/17.12.2010 και ΠΟΛ 1027/22.02.2005

 

Οι αμιγώς ελεύθεροι επαγγελματίες πρέπει να δηλώνουν ποσό ακαθάριστων εσόδων (κ.α.115) τουλάχιστον ίσο ή μεγαλύτερο αυτού που προκύπτει με τη διαδικασία που προβλέπεται για τις επιχειρήσεις αμιγώς παροχής υπηρεσιών. Δηλαδή, πρέπει να δηλώνουν ποσό ακαθάριστων εσόδων τουλάχιστον ίσο ή μεγαλύτερο αυτού που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του αθροίσματος των εξόδων και δαπανών, συμπεριλαμβανομένων σε κάθε περίπτωση και των αποσβέσεων που αναλογούν (κ.α. 112), με το συντελεστή αναγωγής (κ.α. 114) αυτού σε ακαθάριστα έσοδα. Ως συντελεστής αναγωγής λαμβάνεται ο συντελεστής που προκύπτει από τη σχέση του κλάσματος που αριθμητή έχει τον αριθμό εκατό (100) και παρονομαστή τον αριθμό εκατό (100) μείον τον προβλεπόμενο συντελεστή καθαρών αμοιβών. Σε περίπτωση που δεν προβλέπεται για τον ελεύθερο επαγγελματία συντελεστής καθαρών αμοιβών (Ε.16382/ΠΟΛ 371/29.12.1987), εφαρμόζεται ο μέσος όρος των συντελεστών καθαρών αμοιβών (47,75%).
    Προκειμένου για ελεύθερους επαγγελματίες με περισσότερους του ενός συντελεστές καθαρών αμοιβών, εφαρμόζεται ο μέσος σταθμικός συντελεστής που προκύπτει από τη διαίρεση των συνολικών καθαρών κερδών που προκύπτουν με την εφαρμογή των συντελεστών καθαρών αμοιβών κατά κατηγορία ακαθάριστων εσόδων δια των συνολικών ακαθάριστων εσόδων της διαχειριστικής περιόδου.
    Επομένως, όσα αναφέρονται στην πιο πάνω περίπτωση β' για τις επιχειρήσεις αμιγώς παροχής υπηρεσιών, σχετικά με τα έξοδα και τις δαπάνες καθώς και τις αποσβέσεις, ισχύουν ανάλογα και στην προκειμένη περίπτωση.

Τα κέρδη που τελικά επιλέγονται προς φορολόγηση ( τα μεγαλύτερα από τη σύγκριση πινάκων ΣΤ΄ και Ι΄) αναπροσαρμόζονται με τα ποσά του πίνακα Ζ΄.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.taxnews.info/autoelegxos-guide/

 

Φορολογική ενημέρωση Δικηγόρων

ΠΟΛ 1046 21.02.2012 Εφαρμογή των διατάξεων του Κ.Β.Σ. στους δικηγόρους. Συμπληρωματικές διευκρινίσεις επί της ΠΟΛ. 1026/26.1.2012.

ΠΟΛ 1026 24.01.2012 Εφαρμογή διατάξεων της παρ. 7 του άρθρου 20 του Ν. 3943/2011 (ΦΕΚ 66 Α) περί απόδοσης της προκαταβολής φόρου που υπολογίζεται επί των δικηγορικών αμοιβών και της παρακράτησης φόρου επί των μερισμάτων.

ΠΟΛ 1184 26.08.2011 Ρυθμίσεις για υποβολή δηλώσεων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν.4002/2011 (Α\' 180).

ΠΟΛ 1165 29.07.2011 Εφαρμογή των διατάξεων των παρ. 4 και 5 του άρθρου 33 του ν. 3986/2011 (ΦΕΚ 152 Α΄/1-7-2011) «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015».

ΠΟΛ 1162 27.07.2011 Παροχή οδηγιών για την εφαρμογή της απόφασης ΠΟΛ.1072/8-4-2011 «Έλεγχος φορολογικών υποθέσεων επιτηδευματιών, επίλυση φορολογικών διαφορών, βεβαίωση και καταβολή των φόρων».

ΠΟΛ 1156 21.07.2011 Τύπος και περιεχόμενο της δήλωσης ειδικού φόρου επί των ακινήτων έτους 2011 και δικαιολογητικά που συνυποβάλλονται με αυτή.

ΠΟΛ 1155 21.07.2011 Το αλλοδαπό προσωπικό των εγκατεστημένων στη χώρα μας με βάση τις διατάξεις του α.ν. 89/1967 αλλοδαπών εμποροβιομηχανικών εταιριών, φορολογείται μόνο για το εισόδημα που προκύπτει στην Ελλάδα.

ΠΟΛ 1100 24.06.2010 Κοινοποίηση των διατάξεων των άρθρων 59, 60, 61, 62, 63 και 81 τουν.3842/23.4.2010 (ΦΕΚ 58Α) «αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης,αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις».

ΠΟΛ 1091 14.06.2010 Παροχή διευκρινίσεων εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 19 και 20 του ν.3842/2010 (ΦΕΚ 58 Α΄) «Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις που αφορούν θέματα του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992)

ΠΟΛ 1027 09.02.2011 Τρόπος εξόφλησης ορισμένων συναλλαγών με ιδιώτες, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παρ.3 του άρθρου 20 του ν.3842/2010 (ΦΕΚ.Α΄58/23.4.2010).

ΠΟΛ 1220 21.09.2001 Τρόπος εμφάνισης των αμοιβών των δικηγόρων στις εκδιδόμενες Αποδείξεις Παροχής Υπηρεσιών (ΑΠΥ), καθώς και στα τηρούμενα βιβλία του ΚΒΣ, στις περιπτώσεις αμοιβών που προεισπράττονται από τους δικηγορικούς συλλόγους

ΠΟΛ 1035 09.02.2001 Προσδιορισμός των ακαθάριστων δικηγορικών αμοιβών, που προεισπράττονται από τους οικείους δικηγορικούς συλλόγους, στις οποίες ενεργείται παρακράτηση φόρου

Με αφορμή την υποβολή ερωτημάτων, αναφορικά με το θέμα, σας πληροφορούμε τα ακόλουθα:
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 58 του ν. 2238/1994 στο εισόδημα από αμοιβές ελευθέριου επαγέλματος, όπως εκείνο του δικηγόρου, ενεργείται παρακράτηση φόρου με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) στο ακαθάριστο ποσό των αμοιβών αυτών.
2. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των παραγράφων 2 έως 5 του άρθρου 7 του ν. 2753/1999, μεταξύ των άλλων, προβλέπεται η υποχρέωση των δικηγορικών συλλόγων της χώρας να παρακρατούν φόρο με συντελεστή 15% στο ακαθάριστο ποσό της ελάχιστης αμοιβής του δικηγόρου που αναγράφεται στο τετραπλότυπο γραμμάτιο προείσπραξης του οικείου δικηγορικού συλλόγου, όπως οι ελάχιστες αυτές αμοιβές καθορίζονται με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου και νόμου (Σχετική η 1020677/369/Α0012/ΠΟΛ. 1065/25.2.2000 διαταγή μας).
3. Επίσης, με την 1020677/369/Α0012/ΠΟΛ. 1065/25.2.2000 διαταγή μας, έγινε δεκτό ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι θα παρακρατούν φόρο 15% επί εκείνου του ποσού της προεισπραττόμενης ελάχιστης ακαθάριστης αμοιβής του δικηγόρου, από την οποία θα αφαιρείται το ποσό που υποχρεωτικά παρακρατείται από το δικηγορικό σύλλογο υπέρ του οικείου διανεμητικού λογαριασμού που τηρείται σε αυτόν, σύμφωνα με το άρθρο 96α του ν.δ. 3026/1954 σε συνδυασμό με την οικεία απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, όπως αυτή ισχύει κάθε φορά.
4. Με τις διατάξεις του ν.δ. 3026/1954 του Κώδικα περί Δικηγόρων παρέχεται το δικαίωμα σε κάθε Δικηγορικό Σύλλογο να παρακρατεί ένα ποσοστό από τις δικηγορικές αμοιβές που προεισπράττει, με βάση τα γραμμάτια προείσπραξης που εκδίδει και να αποδίδει στο δικαιούχο δικηγόρο το υπολειπόμενο μετά την παρακράτηση αυτή ποσό. Το πιο πάνω ποσοστό προορίζεται και διαμοιράζεται για την κάλυψη των δαπανών προείσπραξης του οικείου δικηγορικού συλλόγου, για το Ταμείο Νομικών, για τα Ταμεία Πρόνοιας Δικηγόρων με τη μορφή που σήμερα λειτουργούν ή για το Ταμείο Συνεργασίας ή για κάποιο διανεμητικό λογαριασμό, σύμφωνα με όσα ορίζονται από τις διατάξεις αυτού του νόμου, σε συνδυασμό με την οικεία απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης σε όσες περιπτώσεις απαιτείται.
5. Το ερώτημα που γεννάται είναι αν, το πιο πάνω παρακρατούμενο ποσοστό επί της προεισπραττόμενης δικηγορικής αμοιβής, αποτελεί ακαθάριστο έσοδο του δικηγόρου. Πάγια θέση της Διοίκησης ήταν ότι τα ποσά αυτά που παρακρατούνται και αποδίδονται στους συλλόγους και στα ασφαλιστικά ταμεία των Δικηγόρων ή των Συμβολαιογράφων δεν μεταβάλλουν την έννοιά τους ως ακαθάριστου εσόδου και συνεπώς η παρακράτηση φόρου, όπου προβλέπεται, θα εφαρμόζεται επί του συνολικού ποσού της προεισπραττόμενης αμοιβής και όχι επί της αποδιδόμενης στο δικαιούχο δικηγόρο (Σχετικές οι Ε. 1323/ΠΟΛ. 39/5.2.1980, Λ. 8378 ΠΟΛ. 141/3.10.1983, Λ. 5455/6.6.1958 και Τ. 3519/ 8.7.1966 διαταγές μας).
6. Πρόσφατα με την 1034484/714/Α0012/ΠΟΛ. 1130/4.4.2000 διαταγή μας με την οποία κοινοποιήθηκε η 65/2000 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που αποδέχθηκε ο Υφυπουργός Οικονομικών, έγινε δεκτό ότι ακαθάριστα έσοδα των συμβολαιογράφων κατά τη σύνταξη κρατικών συμβολαίων, πράξεων ή εκθέσεων των άρθρων 98, 99 101 και 102 του ν. 670/1977 του Κώδικα περί Συμβολαιογράφων, αποτελούν τα δικαιώματα που πραγματικά εισπράττουν, αφαιρουμένων των ποσών που αποδίδονται στο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο και στο Ταμείο Ασφάλισής τους και επί αυτών των δικαιωμάτων, των πραγματικώς εισπραττομένων θα ενεργείται παρακράτηση φόρου με συντελεστή 20%.
7. Κατόπιν των ανωτέρω, γίνεται δεκτό ότι, τα ποσά που παρακρατούν οι δικηγορικοί σύλλογοι, με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 96 του ν.δ. 3026/1954 και των άρθρων 96α και 161 του ίδιου νομοθετήματος, καθώς και των άρθρων 9 και 10 του ν. 1093/1980, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά, κατά την προείσπραξη των δικηγορικών αμοιβών, όπως οι αμοιβές αυτές αναγράφονται στα γραμμάτια προείσπραξης του οικείου δικηγορικού συλλόγου, καθώς και τα ποσά που παρακρατούν κατά την καταβολή των αμοιβών από αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων που περαιώνονται με δικαστική απόφαση, δεν αποτελούν ακαθάριστα έσοδα των δικαιούχων δικηγόρων.
8. Συνεπώς, οι δικηγορικοί σύλλογοι θα προβαίνουν σε παρακράτηση φόρου με συντελεστή 15% σε εκείνα τα ποσά των πιο πάνω δικηγορικών αμοιβών από τα οποία θα έχουν αφαιρεθεί οι προαναφερόμενες κρατήσεις, καθόσον αυτές δεν θεωρούνται ακαθάριστα έσοδα των δικηγόρων.
9. Επισημαίνεται ότι στις παραπάνω περιπτώσεις ως ακαθάριστα έσοδα, κατά τον εξωλογιστικό προσδιορισμό του εισοδήματος από την άσκηση του ελευθέριου επαγγέλματος του δικηγόρου με βάση τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 2238/1994, θα λαμβάνονται τα ακαθάριστα έσοδα που ορίζονται στην παράγραφο 8 του παρόντος, εκείνα δηλαδή επί των οποίων ενεργείται παρακράτηση φόρου με συντελεστή 15%.
10. Επιπρόσθετα διευκρινίζεται ότι, αν ο εντολέας του δικηγόρου είναι υπόχρεος κατά νόμο να προβαίνει σε παρακράτηση φόρου και καταβάλλει στο δικηγόρο αμοιβή μεγαλύτερη από την ελάχιστη αμοιβή που αναγράφεται στο οικείο γραμμάτιο προείσπραξης, τότε στο επιπλέον ποσό θα παρακρατεί φόρο με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 58 του ν. 2238/1994.
11. Από την έκδοση της παρούσας, καταργείται κάθε προηγούμενη διαταγή μας που αναφέρεται στα θέματα που ρυθμίζονται με αυτήν.