Aνάλωση κεφαλαίου προηγουμένων ετών

    Δυνατότητα δικαιολόγησης των τεκμηρίων διαβίωσης ή κτήσης περιουσιακών στοιχείων προσφέρεται με την επίκληση από τον φορολογούμενο ανάλωσης κεφαλαίου που σχηματίστηκε τα προηγούμενα έτη. Μπορεί δηλαδή ο φορολογούμενος να δικαιολογήσει τη διαφορά μεταξύ του εισοδήματος που προσδιορίστηκε τεκμαρτώς και του εισοδήματος που δήλωσε, ισχυριζόμενος ότι τα προηγούμενα έτη του περίσσεψε ποσό χρημάτων το οποίο φορολογήθηκε ή νόμιμα απαλλάχθηκε από τον φόρο και το οποίο ξόδεψε το έτος της φορολογίας για να καλύψει αυτή τη διαφορά.

Ν. 4172 / 2013 Φορολογία εισοδήματος, επείγοντα μέτρα εφαρμογής του...

Ανάλωση κεφαλαίου που αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο.

Η Φορολογική Διοίκηση κατά τον προσδιορισμό της διαφοράς της προηγούμενης παραγράφου υποχρεούται να λάβει υπόψη τα αναγραφόμενα στη δήλωση χρηματικά ποσά, τα οποία αποδεικνύονται από νόμιμα παραστατικά στοιχεία. Ο φορολογούμενος φέρει το βάρος της απόδειξης για τα ποσά που ιδίως είναι:
α) Πραγματικά εισοδήματα τα οποία αποκτήθηκαν από τον φορολογούμενο, τη σύζυγό του και τα εξαρτώμενα μέλη του και τα οποία απαλλάσσονται από το φόρο ή φορολογούνται με ειδικό τρόπο σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Αν τα εισοδήματα αυτά αποκτήθηκαν στην αλλοδαπή, αναγνωρίζονται, εφόσον υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος στην Ελλάδα ή απαλλάσσονται νομίμως από αυτόν.
β) Χρηματικά ποσά που δεν θεωρούνται εισόδημα κατά τις ισχύουσες διατάξεις.
γ) Χρηματικά ποσά που προέρχονται από τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων.
δ) Εισαγωγή συναλλάγματος που δεν εκχωρείται υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον δικαιολογείται η απόκτησή του στην αλλοδαπή.
Δεν απαιτείται η δικαιολόγηση της απόκτησης αυτού του συναλλάγματος για τα πρόσωπα:
αα) Που είναι φορολογικοί κάτοικοι άλλου κράτους.
ββ) Που είχαν διαμείνει τρία (3) τουλάχιστον χρόνια στην αλλοδαπή και η εισαγωγή του συναλλάγματος γίνεται μέσα σε δύο (2) χρόνια από τη μετοικεσία τους.
γγ) Που είχαν διαμείνει πέντε (5) τουλάχιστον συνεχή χρόνια στην αλλοδαπή και το επικαλούμενο ποσό συναλλάγματος προέρχεται από καταθέσεις στο όνομά τους ή στο όνομα του άλλου συζύγου σε τραπεζικό λογαριασμό ανοιγμένο σε χώρα της Ε.Ε./ΕΟΧ ή σε υποκατάστημα ελληνικής τράπεζας στο εξωτερικό κατά το χρόνο που διέμεναν στην αλλοδαπή ή από καταθέσεις τους - μέσα σε έναν (1) χρόνο από τη μετοικεσία τους στην Ελλάδα χωρίς το συνάλλαγμα αυτό να έχει επανεξαχθεί στην αλλοδαπή. Η προϋπόθεση της μη επανεξαγωγής του συναλλάγματος δεν απαιτείται για το ποσό εκείνο του συναλλάγματος που έχει επανεξαχθεί στην αλλοδαπή για την απόκτηση περιουσιακού στοιχείου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 32, εφόσον η δαπάνη για την απόκτηση αυτού του στοιχείου έχει ληφθεί υπόψη κατά την εφαρμογή του άρθρου 32, ή του άρθρου 34.
ε) Δάνεια, τα οποία έχουν ληφθεί και αποδεικνύονται με έγγραφα στοιχεία που φέρουν βέβαιη χρονολογία. Ειδικώς, όταν πρόκειται για την κάλυψη διαφοράς δαπάνης της προηγούμενης παραγράφου, κατά το ποσό που προέρχεται από δαπάνη του άρθρου 32, το ποσό του δανείου λαμβάνεται υπόψη εφόσον από το οικείο έγγραφο αποδεικνύεται ότι έχει ληφθεί πριν από την πραγματοποίηση της σχετικής δαπάνης.
στ) Δωρεά ή γονική παροχή χρηματικών ποσών για την οποία η οικεία φορολογική δήλωση έχει υποβληθεί μέχρι τη λήξη του έτους στο οποίο πραγματοποιήθηκε η σχετική δαπάνη.
ζ) Ανάλωση κεφαλαίου που αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο.
Για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου αυτού ανά έτος, από τα πραγματικά εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί ή νόμιμα απαλλαγεί από το φόρο, τα οποία προκύπτουν από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών, από τα χρηματικά ποσά που ορίζονται στις περιπτώσεις β', γ', δ', ε' και στ' της παραγράφου αυτής και από οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχει εισπραχθεί, εκπίπτουν οι δαπάνες που προσδιορίζονται στα άρθρα 31 και 32, ανεξάρτητα αν απαλλάσσονται της εφαρμογής των άρθρων αυτών. Αν δεν υπάρχουν δαπάνες με βάση το άρθρο 31 ή αν το ποσό τους είναι μικρότερο από τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ προκειμένου για άγαμο και πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ προκειμένου για συζύγους, το ποσό που πρέπει να εκπέσει προσδιορίζεται με βάση την κοινωνική, οικονομική και οικογενειακή κατάσταση των φορολογουμένων και τις αποδεδειγμένες δαπάνες διαβίωσής τους και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερο των τριών χιλιάδων (3.000) και πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, αντίστοιχα.
Κάθε ποσό που καταβλήθηκε για την απόκτηση των εσόδων των παραπάνω περιπτώσεων τα μειώνει και η διαφορά που προκύπτει λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη ή τον περιορισμό της συνολικής ετήσιας δαπάνης, εκτός αν τα ποσά αυτά έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του εισοδήματος του έτους που καταβλήθηκαν και ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου του έτους αυτού.
Για την κάλυψη ή περιορισμό της διαφοράς που προκύπτει κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της περίπτωσης δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 2019/1992 (Α' 34) για τα ποσά των πραγματικών ή τεκμαρτών δαπανών που πραγματοποιούνται από 1.1.1994. Χρηματικά ποσά που έχουν ληφθεί υπόψη από τη δήλωση που, τυχόν, υποβλήθηκε κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν. 2019/1992, για την κάλυψη ή τον περιορισμό διαφοράς δαπάνης, αφαιρούνται από το κεφάλαιο που σχηματίζεται από προηγούμενα έτη, όπως αυτό προσδιορίζεται με βάση όσα ορίζονται στα εδάφια δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αυτής της περίπτωσης.

Παραδείγματα:

Πώς δικαιολογούνται τα τεκμήρια με ανάλωση κεφαλαίου που σχηματίστηκε τα προηγούμενα έτη.

 

Έστω ότι άγαμος φορολογούμενος απέκτησε το 2014 εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 17.000 ευρώ.

Το ίδιο έτος αγόρασε αυτοκίνητο 1.500 κυβικών εκατοστών αξίας 20.000 ευρώ στις 30/6/20014 και για τους 6 μήνες κυριότητας έχει τεκμαρτή δαπάνη 2.900 ευρώ.

Ο φορολογούμενος είναι κύριος ενός διαμερίσματος 80 τμ, το οποίο έχει τεκμαρτή δαπάνη για όλο το 2014 το ποσό των  3.200 ευρώ.

Ελάχιστη αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης για άγαμο το έτος 2014 είναι 3.000 ευρώ.

Ο φορολογούμενος το φορολογικό έτος 2014 θα υπαχθεί στο τεκμήριο κτήσης περιουσιακών στοιχείων συν τεκμηρίων διαβίωσης. Θα φορολογηθεί δηλαδή για εισόδημα 29.100 ευρώ, εκτός αν δικαιολογήσει τη διαφορά των 12.100 ευρώ.
Το 2013 ο πιο πάνω φορολογούμενος δήλωσε εισόδημα από μισθούς 22.000 ευρώ.

Μπορεί κατά συνέπεια ο φορολογούμενος να δικαιολογήσει την πιο πάνω διαφορά επικαλούμενος ανάλωση κεφαλαίου που σχηματίστηκε το 2013, το οποίο ανέρχεται σε: 22.000 - 5.400* = 16.600 ευρώ, ποσό με το οποίο καλύπτεται πλήρως η διαφορά των 12.100 ευρώ.

* (5.400 ευρώ είναι η τεκμαρτή δαπάνη του 2013 για το διαμέρισμα ποσό των  2.400 ευρώ συν 3.000 ευρώ που είναι η ελάχιστη αντικειμενική δαπάνη διαβίωσης για άγαμο)

ΠΡΟΣΟΧΗ: Στον κωδ. 787  του Ε1 θα πρέπει να μπει το ποσό των 12.100 ευρώ και όχι το ποσό των 16.600 ευρώ που προέκυψε από την κατάσταση ανάλωσης κεφαλαίου.

Τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης που αντιστοιχεί στο αυτοκίνητο

        Για αυτοκίνητο που αποκτήθηκε το 2004 και του οποίου η εργοστασιακή αξία δεν υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, δεν έχει εφαρμογή η τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης για τη χρήση αυτή. Ωστόσο, αν π.χ. το έτος 2006 γίνεται επίκληση κεφαλαίου προηγούμενων ετών, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η χρήση 2004, η τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης που αντιστοιχεί στο αυτοκίνητο αυτό θα αφαιρεθεί.

Πώληση ακινήτου

        Για παράδειγμα, αν ένας φορολογούμενος πουλάει τη χρήση 2011 ένα ακίνητο το οποίο είχε αγοράσει τη χρήση 2006 και επικαλείται το έσοδο από την πώληση του ακινήτου για την κάλυψη ή τον περιορισμό της συνολικής ετήσιας δαπάνης, θα πρέπει από το έσοδο της πώλησης να αφαιρέσει το κόστος αγοράς του ακινήτου, εκτός αν η αγορά του ακινήτου αποτέλεσε την χρήση 2006 που αγοράστηκε τεκμήριο και ο φορολογούμενος επικαλείται εκτός από το έσοδο της πώλησης και ανάλωση κεφαλαίου προηγουμένων ετών στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το έτος 2006.

Ν. 2238 Άρθρο 19. Διαφορά εισοδήματος και υπολογισμός του φόρου αυτής.

Ανάλωση κεφαλαίου που αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο.

        ζ. Ανάλωση κεφαλαίου που αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο.
        Για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου αυτού ανά έτος, από τα πραγματικά εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί ή νόμιμα απαλλαγεί από το φόρο, τα οποία προκύπτουν από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών, από τα χρηματικά ποσά που ορίζονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄, ε΄ και στ΄ της παραγράφου αυτής και από οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχει εισπραχθεί, εκπίπτουν οι δαπάνες που προσδιορίζονται στα άρθρα 16 και 17, ανεξάρτητα αν απαλλάσσονται της εφαρμογής των άρθρων αυτών. Αν δεν υπάρχουν δαπάνες με βάση το άρθρο 16 ή αν το ποσό τους είναι μικρότερο από τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ προκειμένου για άγαμο και πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ προκειμένου για συζύγους, το ποσό που πρέπει να εκπέσει προσδιορίζεται με βάση την κοινωνική, οικονομική και οικογενειακή κατάσταση των φορολογουμένων και τις αποδεδειγμένες δαπάνες διαβίωσής τους και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερο των τριών χιλιάδων (3.000) και πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, αντίστοιχα.
        Κάθε ποσό που καταβλήθηκε για την απόκτηση των εσόδων των παραπάνω περιπτώσεων τα μειώνει και η διαφορά που προκύπτει λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη ή τον περιορισμό της συνολικής ετήσιας δαπάνης, εκτός αν τα ποσά αυτά έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του εισοδήματος του έτους που καταβλήθηκαν και ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου του έτους αυτού.

        Για την κάλυψη ή περιορισμό της διαφοράς που προκύπτει κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της περίπτωσης δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 2019/1992 (ΦΕΚ 34 Α) για τα ποσά των πραγματικών ή τεκμαρτών δαπανών που πραγματοποιούνται από 1 Ιανουαρίου 1994.

        Χρηματικά ποσά που έχουν ληφθεί υπόψη από τη δήλωση που, τυχόν, υποβλήθηκε κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του Ν. 2019/1992 , για την κάλυψη ή τον περιορισμό διαφοράς δαπάνης, αφαιρούνται από το κεφάλαιο που σχηματίζεται από προηγούμενα έτη, όπως αυτό προσδιορίζεται με βάση όσα ορίζονται στα εδάφια δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αυτής της περίπτωσης.

Περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄, ε΄και στ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 19 ν.2238/1994

β) Χρηματικά ποσά που δε θεωρούνται εισόδημα κατά τις ισχύουσες διατάξεις.
γ) Χρηματικά ποσά που προέρχονται από τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων.
δ) Εισαγωγή συναλλάγματος, που δεν εκχωρείται υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον δικαιολογείται η απόκτηση του στην αλλοδαπή. Δεν απαιτείται η δικαιολόγηση της απόκτησης αυτού του συναλλάγματος για τα πρόσωπα:
αα) που κατοικούν μονίμως στο εξωτερικό,
ββ) που είχαν διαμείνει τρία (3) τουλάχιστον χρόνια στην αλλοδαπή και η εισαγωγή του συναλλάγματος γίνεται μέσα σε δύο (2) χρόνια από τη μετοικεσία τους,
γγ) που είχαν διαμείνει πέντε (5) τουλάχιστον συνεχή χρόνια στην αλλοδαπή και το επικαλούμενο ποσό συναλλάγματος προέρχεται από καταθέσεις στο όνομα τους η στο όνομα του άλλου συζύγου σε τράπεζα της Ελλάδας ή σε υποκατάστημα ελληνικής τράπεζας στο εξωτερικό κατά το χρόνο που διέμεναν στην αλλοδαπή ή από καταθέσεις τους μέσα σε ένα (1) χρόνο από τη μετοικεσία τους στην Ελλάδα χωρίς το συνάλλαγμα αυτό να έχει επανεξαχθεί στην αλλοδαπή. Η προϋπόθεση της μη επανεξαγωγής του συναλλάγματος δεν απαιτείται για το ποσό εκείνο του συναλλάγματος που έχει επανεξαχθεί στην αλλοδαπή για την απόκτηση περιουσιακού στοιχείου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 17, εφόσον η δαπάνη για την απόκτηση αυτού του στοιχείου έχει ληφθεί υπόψη κατά την εφαρμογή των άρθρων 17 ή 19.
ε) Δάνεια, τα οποία έχουν ληφθεί και αποδεικνύονται με έγγραφα στοιχεία που φέρουν βέβαιη χρονολογία. Ειδικώς, όταν πρόκειται για την κάλυψη διαφοράς δαπάνης της προηγούμενης παραγράφου, κατά το ποσό που προέρχεται από δαπάνη του άρθρου 17, το ποσό του δανείου λαμβάνεται υπόψη εφόσον από το οικείο έγγραφο αποδεικνύεται ότι έχει ληφθεί πριν από την πραγματοποίηση της σχετικής δαπάνης.
στ) Δωρεά ή γονική παροχή χρηματικών ποσών για την οποία η οικεία φορολογική δήλωση έχει υποβληθεί μέχρι τη λήξη του έτους στο οποίο πραγματοποιήθηκε η σχετική δαπάνη.

Αρ. Πρωτ. Δ12Α 1097252 ΕΞ 2012 28.06.2012 Ανάλωση κεφαλαίου προηγουμένων ετών

Απαντώντας στην από 31-05-2012 αίτησή σας αναφορικά με το παραπάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

1. Με τις διατάξεις του άρθρου 19, παρ. 2 περ. ζ' του Κ.Φ.Ε., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με την παράγραφο 7 του άρθρου 3 του Ν. 3842/2010 , για εισοδήματα που αποκτώνται ή δαπάνες που πραγματοποιούνται κατά την περίπτωση από 1-1-2010 και μετά, η προστιθέμενη διαφορά τεκμηρίων καλύπτεται ή περιορίζεται μεταξύ άλλων, με ανάλωση κεφαλαίου που αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα έτη ή νόμιμα έχει, απαλλαγεί από το φόρο.

Για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου κάθε έτους, από τα πραγματικά εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί ή νόμιμα απαλλαγεί από το φόρο τα οποία προκύπτουν από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών, από τα χρηματικά ποσά, τα οριζόμενα στις περιπτώσεις β',γ',δ' και ε' της παραγράφου αυτής (χρηματικά ποσά που δεν θεωρούνται εισόδημα, χρηματικά ποσά που προέρχονται από πώληση περιουσιακών στοιχείων, εισαγωγή χρηματικών κεφαλαίων από το εξωτερικό, δάνεια, δωρεές, γονικές παροχές κτλ) και από οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχει εισπραχθεί εκπίπτουν οι δαπάνες που προσδιορίζονται στα άρθρα 16 και 17 , ανεξάρτητα αν απαλλάσσονται της εφαρμογής των άρθρων αυτών.

Στην περίπτωση που δεν υπάρχουν δαπάνες με βάση το άρθρο 16 ή αν το ποσό τους είναι μικρότερο από τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ προκειμένου για άγαμο και πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ προκειμένου για συζύγους, το ποσό που πρέπει να εκπέσει προσδιορίζεται με βάση την κοινωνική, οικονομική και οικογενειακή κατάσταση των φορολογουμένων και τις αποδεδειγμένες δαπάνες διαβίωσής τους και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερο των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, αντίστοιχα.

2. Με τα υπ. αριθ. 1055932/950/A0012/22.6.1996 και 064105/1399/Α0012/19.6.1996 έγγραφά μας έγινε δεκτό ότι μαζί με την ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος για την οποία προκύπτει θέμα κάλυψης τεκμαρτής δαπάνης θα συνυποβάλλεται κατάσταση, από την οποία να προκύπτει ο σχηματισμός κεφαλαίου για κάθε έτος. Τα έτη αυτά πρέπει να είναι συνεχόμενα και να φθάνουν μέχρι το προηγούμενο του κρινόμενου έτους. Το θετικό αλγεβρικό άθροισμα των ετών αυτών θα αποτελέσει το συνολικό κεφάλαιο που σχηματίστηκε αυτό τα έτη. Τα κεφάλαια προηγούμενων ετών δεν υπολογίζονται με βάση μόνο τα εκκαθαριστικά σημειώματα των οικείων ετών αλλά και με βάση άλλα στοιχεία, όπως η οικογενειακή, κοινωνική, περιουσιακή κ.λπ κατάσταση των φορολογουμένων.

3. Όπως έχει γίνει δεκτό με το υπ αριθ. 1015578/264/A0012/14.2.2005 έγγραφό μας, δεν προβλέπεται χρονικός περιορισμός με τις ισχύουσες διατάξεις για την κάλυψη των τεκμηρίων με ανάλωση κεφαλαίου, συνεπώς, για την κάλυψη της διαφοράς μπορεί να γίνει επίκληση ανάλωσης κεφαλαίου οσονδήποτε προηγούμενων ετών, εφόσον βέβαια είναι δυνατό να διασταυρωθούν με τα στοιχεία που τηρούνται στη ΔΟΥ οι σχετικοί ισχυρισμοί του φορολογουμένου.

4. Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι κατά το σχηματισμό κεφαλαίου προηγούμενων ετών τα τυχόν αρνητικά υπόλοιπα κάθε έτους συμψηφίζονται με τα θετικά και στην περίπτωση που το τελικό αλγεβρικό άθροισμα είναι αρνητικό, δεν απομένει κεφάλαιο προς επίκληση, προκειμένου να καλυφθεί η προστιθέμενη διαφορά τεκμηρίου.

Ο Διευθυντής
Α. Καραβοκύρης

ΠΟΛ 1082 28.3.2012 Έγκριση πινάκων γεωργικού εισοδήματος και ενοικίων γεωργικής γης για το οικονομικό έτος 2012 (χρήση 2011)

ΠΟΛ 1082 28.3.2012 Έγκριση πινάκων γεωργικού εισοδήματος και ενοικίων γεωργικής γης για το οικονομικό έτος 2012 (χρήση 2011)

ΑΠΟΦΑΣΗ

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 6 του άρθρου 42 του ν.2238/1994.

2. Την υπ’ αριθμ. 1041664/755/Α0012/ΠΟΛ.1098/4.4.1995 διαταγή μας με την οποία κοινοποιήθηκαν πίνακες με τους οποίους χαρακτηρίζονται οι περιοχές της Ελλάδας σε πεδινές, ημιορεινές και ορεινές.

3. α. Την υπ’ αριθμ. 1044146/787/Α0012/ΠΟΛ.1105/7.4.1995 διαταγή μας με την οποία παρασχέθηκε το δικαίωμα, σε περίπτωση αμφισβήτησης της πεδινότητας ή ημιορεινότητας ολόκληρης της περιφέρειας δήμου ή κοινότητας, συγκρότησης επιτροπής κατά νομαρχία προκειμένου να επανακριθεί ο χαρακτηρισμός αυτός του δήμου ή της κοινότητας.

β. Την υπ’ αριθμ. Υ25/2011 απόφαση του Πρωθυπουργού «Καθορισμός αρμοδιοτήτων των Αναπλ. Υπουργών Οικονομικών Φίλιππου Σαχινίδη και Παντελή Οικονόμου» (ΦΕΚ 2792Β΄/8−12−2011).

4. Το από 21.03.2012 πρακτικό της Επιτροπής της παραγράφου 2 του άρθρου 42 του ν.2238/1994 που συστήθηκε με την Δ6A 1029925 ΕΞ2012/17.02.2012 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

5. Ότι με την απόφαση αυτή, δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού,

αποφασίζουμε:

Εγκρίνουμε:

1. Τους πίνακες καθαρού γεωργικού εισοδήματος−ενοικίου−μόνιμης φυτείας οικονομικού έτους 2012 (χρήση 2011) που καταρτίστηκαν από την Επιτροπή του άρθρου 42 του ν.2238/1994 και οι οποίοι περιέχουν:

α) Τα ποσά αντιπροσωπευτικού ενοικίου ανά στρέμμα ενοικιαζόμενης γεωργικής γης, καθώς και το τεκμαρτό μίσθωμα από δωρεάν παραχώρηση γεωργικής γης προς οποιοδήποτε τρίτο, εκτός των συζύγων, κατά κύριο επάγγελμα αγροτών ή από γονείς ηλικίας άνω των 65 ετών σε τέκνα τους, κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, για όλες τις περιφερειακές ενότητες των νομών του Κράτους με τις αναφερόμενες σε αυτούς διακρίσεις.

β) Τα ποσά καθαρού γεωργικού εισοδήματος ανά στρέμμα καλλιεργούμενης γεωργικής γης ή κεφαλής εκτρεφόμενου ζώου ή άλλης μονάδας παραγωγής, με τις αναφερόμενες σε αυτούς διακρίσεις.

γ) Πίνακα ειδών μόνιμης φυτείας με το πρώτο έτος πρόκυψης γεωργικού καθαρού εισοδήματος, κατά είδος φυτείας.

Τα ποσά καθαρού γεωργικού εισοδήματος και αντιπροσωπευτικών ενοικίων που αναφέρονται στους πίνακες, εμφανίζονται για τις ημιορεινές και ορεινές ζώνες, μειωμένα κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) και σαράντα τοις εκατό (40%) αντίστοιχα, σε σχέση με τα ποσά των πεδινών ζωνών, που καθορίστηκαν από την αρμόδια Επιτροπή.

2. Φορολογούμενοι οι οποίοι κατά την υποβολή των δηλώσεων οικονομικού έτους 2012 επικαλούνται επαναχαρακτηρισμό περιοχής με βάση τέτοια απόφαση, θα πρέπει να συνυποβάλουν και φωτοαντίγραφο της σχετικής απόφασης του νομάρχη ή περιφερειακού διευθυντή επαναχαρακτηρισμού του δήμου ή της κοινότητας.

3. Σε όποια περιφερειακή ενότητα του νομού δεν έχει προσδιορισθεί για κάποιο γεωργικό προϊόν ποσό καθαρού εισοδήματος, ως καθαρό εισόδημα για το προϊόν αυτό θα λαμβάνεται η μέση τιμή καθαρού γεωργικού εισοδήματος του προϊόντος αυτού που προκύπτει για όλη την Επικράτεια, όπως αποφασίστηκε από την αρμόδια Επιτροπή.

4. Στις περιπτώσεις που εξαιτίας ζημιών από γεγονότα απρόβλεπτα ή οφειλόμενα σε ανωτέρα βία, δεν αποκτήθηκε εισόδημα ή αυτό που αποκτήθηκε είναι κατώτερο του προσδιοριζόμενου με την αντικειμενική μέθοδο, ο φορολογούμενος μπορεί να ζητήσει όπως ο προσδιορισμός του εισοδήματος αυτού γίνει με βάση το ποσοστό μείωσης που προκύπτει από το σχετικό «ΕΙΔΟΠΟΙΗΤΗΡΙΟ» του ΕΛ.Γ.Α το οποίο πρέπει να προσκομίζεται στον αρμόδιο Προϊστάμενο της ΔΟΥ.

5. Προκειμένου για είδη μόνιμης φυτείας, ως πρώτο έτος πρόκυψης καθαρού γεωργικού εισοδήματος, από το έτος της φύτευσης λογίζεται το έτος που αναφέρεται στον πίνακα των ειδών μόνιμης φύτευσης.

6. Για εκμεταλλεύσεις ή τυχόν προϊόντα που δεν περιλαμβάνονται στην κατάταξη των πινάκων, λαμβάνονται υπόψη όσα ισχύουν για παραπλήσιες ή συγγενείς με αυτές εκμεταλλεύσεις ή καλλιέργειες, κατά περίπτωση.

7. Τέλος, κατά τον προσδιορισμό των εν λόγω τιμών των γεωργικών προϊόντων με την αντικειμενική μέθοδο έχουν ληφθεί υπόψη και τα ποσά όλων των αγροτικών ενισχύσεων (επιδοτήσεις, αποζημιώσεις, ενισχύσεις κ.λπ.). Από 01.01.2011 οι επιδοτήσεις αυτές, είτε είναι συνδεδεμένες με την παραγωγή είτε όχι, δεν θα λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό των τεκμηρίων.

8. Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

 

Αριθ. Πρωτ. Δ12 1159239 ΕΞ 25.11.2010 Κάλυψη τεκμαρτής δαπάνης με ανάλωση κεφαλαίου προηγουμένων ετών.

Απαντώντας στην από 16/11/2010 αίτησή σας, αναφορικά με το παραπάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Κ.Φ.Ε., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με την παράγραφο 7 του άρθρου 3 του ν. 3842/2010, για εισοδήματα που αποκτώνται ή δαπάνες που πραγματοποιούνται κατά περίπτωση από 1-1-2010 και μετά, η προστιθέμενη διαφορά τεκμηρίων καλύπτεται ή περιορίζεται μεταξύ άλλων, με ανάλωση κεφαλαίου που αποδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο,τα οποία προκύπτουν από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών, από τα χρηματικά ποσά, τα οριζόμενα στις περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄, ε΄και στ΄ της παραγράφου αυτής (χρηματικά ποσά που δεν θεωρούνται εισόδημα, χρηματικά ποσά που προέρχονται από πώληση περιουσιακών στοιχείων, εισαγωγή χρηματικών κεφαλαίων από το εξωτερικό, δάνεια, δωρεές, γονικές παροχές κ.τ.λ.) και από οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχει εισπραχθεί, εκπίπτουν οι δαπάνες που προσδιορίζονται στα άρθρα 16 και 17, ανεξάρτητα αν απαλλάσσονται της εφαρμογής των άρθρων αυτών. Στην περίπτωση που δεν υπάρχουν δαπάνες με βάση το άρθρο 16 ή αν το ποσό τους είναι μικρότερο από τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ προκειμένου για άγαμο και πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ προκειμένου για συζύγους, το ποσό που πρέπει να εκπέσει προσδιορίζεται με βάση την κοινωνική, οικονομική και οικογενειακή κατάσταση των φορολογούμενων και τις αποδεδειγμένες δαπάνες διαβίωσής τους και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερο των τριών χιλιάδων (3,000) και πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, αντίστοιχα.
2. Με το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της περίπτωσης ζ' της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Κ.Φ.Ε., όπως είχαν τεθεί με την παράγραφο 4 του άρθρου 3 του ν. 3763/2009 και ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με την παράγραφο 7 του άρθρου 3 του ν.3842/2010, για εισοδήματα που αποκτώνται ή δαπάνες που πραγματοποιούνται από το οικονομικό έτος 2009 και επόμενα, προβλεπόταν ότι για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου κάθε έτους από τα πραγματικά εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί ή νόμιμα απαλλαγεί από τον φόρο, τα οποία προκύπτουν από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών, από τα χρηματικά ποσά, τα οριζόμενα στις περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄, ε΄ και στ΄ και από οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχει εισπραχθεί, εκπίπτουν οι δαπάνες που προσδιορίζονται στα άρθρα 16 και 17, εφόσον εμπίπτουν στις διατάξεις περί εφαρμογής του τεκμηρίου.
3. Περαιτέρω, με την παράγραφο 4 του άρθρου 4 του ν. 3296/2004 προβλεπόταν ότι για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου κάθε έτους από τα πραγματικά εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί ή νόμιμα απαλλαγεί από τον φόρο, τα οποία προκύπτουν από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών, από τα χρηματικά ποσά, τα οριζόμενα στις περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄, ε΄ και στ και από οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχει εισπραχθεί, εκπίπτουν οι δαπάνες που προσδιορίζονται από τα άρθρα 16 και 17, ανεξάρτητα από το αν απαλλάσσονται της εφαρμογής του τεκμηρίου. ΟΙ διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή για εισοδήματα που αποκτώνται ή δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1-1-2005 και μετά.
4. Στην 1012212/10171/Β0012/ΠΟΛ. 1016/7-2-2005 εγκύκλιό μας, με την οποία κοινοποιήθηκαν οι διατάξεις του ν. 3296/2004, διευκρινίστηκε ότι με τις διατάξεις του ν.3296/2004 ορίσθηκε πλέον και νομοθετικά (αυτά που είχαν γίνει δεκτά από τη διοίκηση κατά το παρελθόν) ότι κατά τον προσδιορισμό κεφαλαίου προηγούμενων ετών, προκειμένου να περιορισθεί ή να καλυφθεί προστιθέμενη διαφορά τεκμηρίων, αφαιρούνται οι δαπάνες των άρθρων 16 και 17 του Κ.Φ.Ε. ανεξάρτητα από τον αν έχει εφαρμογή ή όχι το τεκμήριο για τις δαπάνες αυτές.
5. Η διοίκηση με το 1072802/1435/Α0012/21-9-2005 έγγραφό της, το οποίο αναφερόταν στον προσδιορισμό του προς ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών κατά το οικονομικό έτος 2006, έκανε δεκτό ότι προκειμένου για τεκμαρτές δαπάνες διαβίωσης κατοικιών, θα αφαιρούνται μόνο αυτές που αναλογούν σε κατοικίες πάνω από 200τ.μ. προκειμένου για κύρια και πάνω από 150τ.μ. προκειμένου για δευτερεύουσες.
6. Στο ερώτημα που μας υποβάλατε ζητάτε να σας διευκρινίσουμε σε ποια έτη κατά τον σχηματισμό κεφαλαίου προηγουμένων ετών εκπίπτουν οι δαπάνες που ορίζονται από τα άρθρα 16 και 17 του Κ.Φ.Ε., ανεξάρτητα από το αν απαλλάσσονται της εφαρμογής του τεκμηρίου στο τρέχον έτος. Επιπλέον, ζητάτε να σας διευκρινίσουμε αν κατά την ανάλωση κεφαλαίου προηγουμένων ετών θα αφαιρούνται οι απαλλασσόμενες τεκμαρτές δαπάνες του άρθρου 16 που προκύπτουν από κύρια κατοικία επιφάνειας μέχρι 200τ.μ., δευτερευουσών κατοικιών επιφάνειας μέχρι 150τ.μ. και σκάφους αναψυχής μήκους μέχρι 10 μέτρα.
7. Από την παράθεση των νόμων παραπάνω προκύπτει ότι με τον ν.3296/2004 ρυθμίστηκε και νομοθετικά αυτό το οποίο ίσχυε μέχρι τότε διοικητικά ότι δηλαδή κατά τον προσδιορισμό κεφαλαίων προηγούμενων ετών στην ανάλωση, θα αφαιρούνται οι δαπάνες των άρθρων 16 και 17 του Κ.Φ.Ε. σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από τον αν έχει εφαρμογή ή όχι το τεκμήριο για τις δαπάνες αυτές. Οι χρήσεις 2008 και 2009 αποτελούν την μοναδική εξαίρεση και συνεπώς κατά τις χρήσεις αυτές στον σχηματισμό κεφαλαίου προηγούμενων ετών οι δαπάνες των άρθρων 16 και 17 θα αφαιρούνται μόνο εφόσον εμπίπτουν στις διατάξεις περί εφαρμογής του τεκμηρίου. Τέλος, σε ό,τι αφορά τις τεκμαρτές δαπάνες διαβίωσης κύριων και δευτερευουσών κατοικιών, κατά την ανάλωση κεφαλαίου, προηγούμενων ετών αφαιρούνται μόνο αυτές που προβλέπονται από το άρθρο 16 του Κ.Φ.Ε. δηλαδή αυτές που προκύπτουν από κύρια κατοικία άνω των 200 τ.μ. και δευτερεύουσες κατοικίες άνω των 150 τ.μ. Αντίθετα, προκειμένου για απαλλασσόμενες τεκμαρτές δαπάνες διαβίωσης σκάφους αναψυχής μέχρι 10 μέτρα, αυτές θα αφαιρούνται κατά τον σχηματισμό κεφαλαίου προηγουμένων ετών (με εξαίρεση τις χρήσεις 2008 και 2009), δεδομένου ότι από το άρθρο 16 του Κ.Φ.Ε. προβλέπεται τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης για τα σκάφη αναψυχής.

Ο Διευθυντής
Π. Δασκαλάκης

Αριθ. πρωτ.: 1002741/55/Α0012 04.03.2008 Προστιθέμενη διαφορά τεκμηρίων.

Αριθ. πρωτ.: 1002741/55/Α0012 04.03.2008 Προστιθέμενη διαφορά τεκμηρίων.
1.    Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν.2238/1994 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος) το ετήσιο τεκμαρτό μίσθωμα για ιδιοκατοικούμενη ή μισθούμενη κύρια κατοικία άνω των 200 τ. μ. από 1.1.2003 και μετά αποτελεί στοιχείο προσδιορισμού της ετήσιας δαπάνης διαβίωσης του φορολογουμένου, της συζύγου του και των προσώπων που τον βαρύνουν. Το ετήσιο τεκμαρτό μίσθωμα για την κύρια κατοικία, όπως αυτό εξευρίσκεται σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 22 του Κ.Φ.Ε., πολλαπλασιάζεται με συντελεστή 2.
2.    Επιπλέον, σύμφωνα με την ΠΟΛ.1207/1991 διαταγή του Υπουργείου Οικονομικών, για τον υπολογισμό της συνολικής επιφάνειας της κατοικίας προκειμένου να προσδιοριστεί αν υπάρχει απαλλαγή τεκμηρίου ή όχι, περιλαμβάνεται για τον υπολογισμό της ακέραιη και η επιφάνεια των βοηθητικών χώρων που βρίσκονται σε λειτουργική ενότητα με αυτή (αποθήκη, χώρος στάθμευσης, λεβητοστάσιο, αποθήκη καυσίμων κ.λπ.) εφόσον οι χώροι αυτοί δεν είναι κοινόχρηστοι.
3.    Εξάλλου, όπως αναφέρει η ΠΟΛ.1047/17.2.1998 διαταγή για τον υπολογισμό της αξίας του ακινήτου, στην επιφάνεια της ιδιοκατοικούμενης οικοδομής περιλαμβάνεται η επιφάνεια των κύριων χώρων και το 20% της επιφάνειας της αποθήκης και του χώρου στάθμευσης.

Αρ.Πρωτ. 1092330/1805/Α0012 23.11.2007 Προσδιορισμός κεφαλαίου προηγουμένων ετών.

Αρ.Πρωτ. 1092330/1805/Α0012 23.11.2007 Προσδιορισμός κεφαλαίου προηγουμένων ετών

Απαντώντας στο ερώτημά σας, αναφορικά με το παραπάνω θέμα, σας πληροφορούμε τα ακόλουθα:

1. Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της περίπτ.ζ΄ της παρ.2 του άρθρου 19 του Κ.Φ.Ε., όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.4 του N. 3296/2004 για δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1.1.2005 και μετά, για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου κάθε έτους από τα πραγματικά εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί ή νόμιμα απαλλαγεί από το φόρο τα οποία προκύπτουν από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών, τα χρηματικά ποσά που ορίζονται στις περιπτ.β΄, γ΄, δ΄, ε΄ και στ΄ και οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχει εισπραχθεί, εκπίπτουν οι δαπάνες που ο προσδιορισμός τους ορίζεται από τα άρθρα 16 και 17, ανεξάρτητα από το αν απαλλάσσονται της εφαρμογής του τεκμηρίου.

Με τις νέες διατάξεις ορίστηκαν πλέον και νομοθετικά αυτά που είχαν γίνει δεκτά από τη Διοίκηση κατά το παρελθόν, ότι δηλαδή κατά τον προσδιορισμό κεφαλαίου προηγούμενων ετών, αφαιρούνται οι δαπάνες των άρθρων 16 και 17 του Κ.Φ.Ε., ανεξάρτητα από το αν έχει εφαρμογή ή όχι το τεκμήριο για τις δαπάνες αυτές.

2. Σύμφωνα με τις διατάξεις της υποπερ.ββ΄ της περίπτωσης γ΄ του άρθρου 17 του Κ.Φ.Ε., εξαιρείται του τεκμηρίου αγοράς η δαπάνη για την αγορά από ενήλικο με δικαίωμα πλήρους κυριότητας, καθώς και η ανέγερση από αυτόν οικοδομής, ως πρώτης κατοικίας, εφόσον η επιφάνεια της δεν υπερβαίνει τα εκατόν είκοσι (120) τετραγωνικά μέτρα (άλλως περιορίζεται η απαλλαγή στα 120 τ.μ.).

3. Βάσει των όσων αναφέρθηκαν παραπάνω και όπως αναφέρετε στην αίτησή σας, η συγκεκριμένη δαπάνη που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο δεν αποτελεί τεκμήριο, αφαιρείται, όμως, και αυτή, προκειμένου να προσδιοριστεί το κεφάλαιο προηγούμενων ετών.

4. Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, δηλαδή, στην περίπτωση που το τελικό αλγεβρικό άθροισμα κάποιου έτους προς ανάλωση προκύπτει αρνητικό, εάν αυτό θα μεταφερθεί στα επόμενα έτη, η απάντηση είναι αρνητική.

Όπως έχει γίνει δεκτό με το υπ' αριθμ. 1087172/1642/Α0012/25.10.2005 έγγραφό μας, τα έτη που επικαλείται ο φορολογούμενος για ανάλωση κεφαλαίου πρέπει να είναι συνεχόμενα και να φθάνουν μέχρι το προηγούμενο του κρινόμενου έτους. Το θετικό αλγεβρικό άθροισμα των ετών αυτών θα αποτελέσει το συνολικό κεφάλαιο που σχηματίστηκε αυτά τα έτη. Συνεπώς, κατά το σχηματισμό κεφαλαίου προηγούμενων ετών τα τυχόν αρνητικά υπόλοιπα κάθε έτους συμψηφίζονται με τα θετικά και στην περίπτωση που το τελικό αλγεβρικό άθροισμα είναι αρνητικό, δεν απομένει κεφάλαιο προς επίκληση, προκειμένου να καλυφθεί η προστιθέμενη διαφορά τεκμηρίου.

ΠΟΛ 1022 11.02.2003 Τύπος και περιεχόμενο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων, οικονομικού έτους 2003, καθώς και των λοιπών εντύπων και των δικαιολογητικών εγγραφών που υποβάλλονται με αυτήν.

ΠΟΛ 1022 11.02.2003 Τύπος και περιεχόμενο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων, οικονομικού έτους 2003, καθώς και των λοιπών εντύπων και των δικαιολογητικών εγγραφών που υποβάλλονται με αυτήν.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Έχοντας υπόψη:
α) Τις διατάξεις της 1100383/1330/Α0006/31.10.2001 (ΦΕΚ 1485 Β') κοινής απόφασης του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία αναθέτονται αρμοδιότητες του Υπουργού στους Υφυπουργούς Οικονομικών.
β) Τις διατάξεις των παραγράφων 1 , 4 και 6 του άρθρου 62 του Κ.Φ.Ε.Ν.2238/1994
γ) Τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 19 του Κ.Φ.Ε. ( Ν.2238/1994 )
δ) Τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 6 του Κ.Φ.Ε.( Ν.2238/1994 ).
ε) Τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 23 του Κ.Φ.Ε.( Ν.2238/1994 ).
στ) Τις διατάξεις της 1035166/400/Α'0012/ ΠΟΛ.1087/9.3.1993 (ΦΕΚ 198 Β·) κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
ζ) Τις διατάξεις της παραγράφου 11 του άρθρου 33, της παραγράφου 2 του άρθρου 43 της παραγράφου 2 του άρθρου 44 και της παραγράφου 9 του άρθρου 51 του Κ.Φ. Ε. ( Ν.2238/1994 ).
η) Τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 75 του Ν.Δ.3323/1955 , όπως ισχύουν.
θ) Τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του Ν.1599/1986 (ΦΕΚ 75 Α').
ι) Ότι η απόφαση αυτή ρυθμίζει διαδικαστικά ζητήματα, για την ομοιόμορφη εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων από τους υπόχρεους, οι οποίοι αναφέρονται στις παραγράφους 1 , 2 και 3 του άρθρου 2 του Κ.Φ.Ε. γι' αυτό από τις διατάξεις της δεν προκαλείται δαπάνη · σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.
Αποφασίζουμε
'Aρθρο 1
Ορίζουμε ότι, για το οικονομικό έτος 2003, ο τύπος και το περιεχόμενο :
α) της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων (Ε1),
β) της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων
(Μόνο για εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες) (Ε1Α),
γ) της αναλυτικής κατάστασης για τα μισθώματα ακινήτων (Φ-01.002)-(Ε2),
δ) του μηχανογραφικού δελτίου οικονομικών στοιχείων επιχειρήσεων και επιτηδευματιών (Ε3),
ε) της βεβαίωσης αποδοχών ή συντάξεων (Φ-01.042),
στ) της δήλωσης στοιχείων ακινήτων που υπάρχουν την 1η Ιανουαρίου 2003 (Ε9).
ζ) του εντύπου ειδικών περιπτώσεων (καλλιτεχνών - τραγουδιστών κέντρων διασκέδασης και εκμεταλλευτών ενοικιαζόμενων δωματίων) (Ε14),
η) της δήλωσης περιουσιακών στοιχείων (Ε1 5),
θ) της δήλωσης κατοχής μηχανημάτων έργων (Ε 16)
έχουν όπως τα σχετικά υποδείγματα τα οποία επισυνάπτονται στην παρούσα, ως παραρτήματα της Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ, Η και θ, αντιστοίχως.
'Aρθρο 2
1. Τα έντυπα της αναλυτικής κατάστασης για τα μισθώματα ακινήτων (Ε2), του μηχανογραφικού δελτίου οικονομικών στοιχείων επιχειρήσεων και επιτηδευματιών (Ε3), της βεβαίωσης αποδοχών και συντάξεων, της δήλωσης στοιχείων ακινήτων (Ε9), του εντύπου ειδικών περιπτώσεων (καλλιτεχνών - τραγουδιστών κέντρων διασκέδασης και εκμεταλλευτών ενοικιαζόμενων δωματίων) (Ε14), της δήλωσης περιουσιακών στοιχείων (Ε15), καθώς και της δήλωσης κατοχής μηχανημάτων έργων (Ε16), συνοδεύουν τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων, ανάλογα με την κατηγορία των δηλούμενων εισοδημάτων κα!, εφόσον υποβάλλονται ταυτόχρονα, αποτελούν αδιαίρετη ενότητα με αυτήν και πρέπει να συμπληρώνονται σε όλες τις ενδείξεις τους.
2. Η δήλωση φορολογίας εισοδήματος υπογράφεται υποχρεωτικά από το λογιστή:
ι) Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 38 του Ν.2873/2000 και τις 1003510/102/38/0014/ ΠΟΛ.1070/15.3.2001 και 1117146/ 7150/0014/ ΠΟΛ.1380/21.12.2001 αποφάσεις Υπουργού Οικονομικών στις περιπτώσεις επιτηδευματιών και κοινοπραξιών ή κοινωνιών επιτηδευματιών, οι οποίοι κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και τηρούν βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κ. Β. Σ. ή τηρούν βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κ. Β. Σ. και κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο έχουν πραγματοποιήσει ακαθάριστα έσοδα:

αα) πάνω από τριακόσιες χιλιάδες (300,000,00) ευρώ, αν πρόκειται για εμπορική ή μεικτή επιχείρηση,

ββ) πάνω από εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000,00) ευρώ, αν πρόκειται για επιτηδευματία που ασκεί εμπορική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ή ελευθέριο επάγγελμα και
ίι) Για τις λοιπές περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από τις διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης ορίζεται η υποχρέωση υπογραφής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και των εντύπων που συνυποβάλλονται με αυτή από τον προϊστάμενο του λογιστηρίου ή επί παραλείψεως υπογραφής του, η συμπλήρωση σχετικής υπεύθυνης δήλωσης του Ν.1599/1986 από το φορολογούμενο, απαιτείται μόνον εφόσον στη δήλωση συμπεριλαμβάνονται εισοδήματα:
αα) Του πίνακα 4Β (εισόδημα από γεωργικές επιχειρήσεις).
ββ) Του πίνακα 4Γ (εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις),
γγ) Του πίνακα 4Δ (εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα). Δεν απαιτείται υπογραφή της δήλωσης από το λογιστή ή υποβολής της ανωτέρω υπεύθυνης δήλωσης, όταν δηλώνονται εισοδήματα των κωδικών αριθμών 503 - 504, 505 - 506 και 507 - 508.
δδ) Του πίνακα 9 μόνο νια ποσά φόρων που συναρτώνται με εισοδήματα του πίνακα 4Β, Γ και Δ για τα οποία συντρέχει τέτοια υποχρέωση, όπως αναφέρεται παραπάνω.
3. Η αναλυτική κατάσταση για τα μισθώματα ακινήτων (Ε2), το μηχανογραφικό δελτίο οικονομικών στοιχείων επιχειρήσεων και επιτηδευματιών (Ε3), η βεβαίωση αποδοχών ή συντάξεων και η δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9), μπορεί να υποβληθούν σε προεκτυπωμένα έντυπα από τους υπόχρεους που έχουν τη δυνατότητα προεκτύπωσής τους με μηχανογραφικά μέσα, τα οποία όμως πρέπει να πληρούν τις τεχνικές προδιαγραφές και να αναφέρουν τα στοιχεία που περιέχονται στα αντίστοιχα έντυπα που επισυνάπτονται στην 1120810/2760/Α0012/ ΠΟΛ.1295/16.11.1995 απόφαση Υπουργού Οικονομικών.
4. Σε περίπτωση που η δήλωση υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω διαδικτύου, τα συμπληρωματικά έντυπα της αναλυτικής κατάστασης για τα μισθώματα ακινήτων (Ε2), του μηχανογραφικού δελτίου οικονομικών στοιχείων επιχειρήσεων και επιτηδευματιών (Ε3), καθώς και της δήλωσης στοιχείων ακινήτων (Ε9), υποβάλλονται χωριστά από το κυρίως έντυπο (Ε1), ηλεκτρονικά μέσω διαδικτύου, κατά το χρονικό διάστημα από 10.6.2003 ως 10.7.2003.
'Aρθρο 3
1. Με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων συνυποβάλλονται, κατά περίπτωση, και τα δικαιολογητικά, από τα οποία αποδεικνύεται η συνδρομή των προϋποθέσεων για τη φορολογική απαλλαγή, έκπτωση ή ελάφρυνση που επικαλείται ο υπόχρεος και τα οποία καθορίζονται με την 1017701 /306/Α0012/ ΠΟΛ.1040/19.2.2001 και την 1021302/390/Α0012/ ΠΟΛ.1084/5.3.2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με τις εξής τροποποιήσεις:
1. Οι φορολογούμενοι που ασκούν ατομική επιχείρηση με τη δήλωση εισοδήματος υποβάλλουν και τα εξής δικαιολογητικά έγγραφα και στοιχεία- εφόσον συντρέχει περίπτωση:
α) Σε περίπτωση τήρησης βιβλίων Γ κατηγορίας του Κ.Β.Σ. αντίγραφο ισολογισμού με ανάλυση του λογαριασμού «Κέρδη και Ζημίες» νόμιμα υπογραμμένο. καθώς και αντίγραφο του λογαριασμού «Εκμετάλλευσης».
β) Τρία (3) αντίτυπα δηλώσεων και πραγματοποιούμενων σε κάθε διαχειριστική χρήση επενδύσεων και αφορολόγητων εκπτώσεων των διαφόρων αναπτυξιακών νόμων ( Ν.Δ.4002/1959 , Ν.289/1976 , Ν.1262/1982 , Ν.1892/1990 και Ν.2601/1998 ).
γ) Κατάσταση σε δύο (2) αντίτυπα, στην οποία θα εμφανίζεται το είδος των δαπανών, κατά κατηγορία, καθώς και το ποσό που διατέθηκε μέσα στη χρήση 2002 για την πραγματοποίηση παραγωγικών επενδύσεων του Ν.2601/1998 , προκειμένου να καλυφθούν τα ειδικά αφορολόγητα αποθεματικά επενδύσεων με βάση το άρθρο 22 του Ν.1828/1989 , που έχουν σχηματισθεί από τα μη αναληφθέντα κέρδη των οίκον. ετών 2000, 2001 και 2002.
δ) Υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν.1599/1986 (ΦΕΚ 75 Α'), στην οποία δηλώνεται ότι τα στοιχεία της πιο πάνω περίπτωσης γ' προκύπτουν από τα τηρηθέντα βιβλία και στοιχεία του Κ.Β.Σ.
ε) Την προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παραγράφου 27 του άρθρου 6 του Ν.2601/1998 αίτηση και την κατάσταση που πρέπει να συνοδεύει αυτήν για τις επενδύσεις του ίδιου νόμου που έχουν ολοκληρωθεί.
στ) Τα απαιτούμενα δικαιολογητικά που αναφέρονται στην παράγραφο 4 της 1018247/10216/Β0012/ ΠΟΛ.1061/21.2.2000 -κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εφόσον η επιχείρηση προβαίνει σε εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 13 του άρθρου 4 του Ν.2753/1999 (ΦΕΚ249Α').
2. Για τη μείωση της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης που προκύπτει με βάση αυτοκίνητο παλιό (αντίκα) που υφίσταται για χρονικό διάστημα πάνω από 30 έτη από το έτος κατασκευής του, υποβάλλεται πιστοποιητικό αυθεντικότητας, το οποίο εκδίδεται από τη «ΦΙΛ.Π.Α., Φίλοι του Παλαιού Αυτοκινήτου», που έχει αρμοδιότητα να εκδίδει αυτό το πιστοποιητικό.
Ειδικά για ποσά που καταβάλλονται λόγω δωρεάς ή χορηγίας προς την Εταιρεία «Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων - Αθήνα 2004 Α. Ε.» και τις θυγατρικές εταιρείες που ιδρύονται από αυτή δεν απαιτείται παρακατάθεση και καταβολή φόρου 10%. Επίσης, για τα ποσά που καταβάλλονται λόγω δωρεάς ή χορηγίας προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων δεν απαιτείται καταβολή φόρου.
4. Οι διατάξεις της περίπτωσης Η' του άρθρου 6 της 1021302/390/Α0012/ ΠΟΛ.1084/5.3.2002 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών καταργούνται.
5. Οι φορολογούμενοι που ασκούν ατομική εμπορική επιχείρηση ως εκμεταλλευτές ενοικιαζόμενων δωματίων ή διαμερισμάτων ή κάμπινγκ αντί για φωτοαντίγραφο του τριπλότυπου καταβολής του φόρου, πρέπει, με την ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος, να υποβάλλουν φωτοαντίγραφο της δήλωσης καταβολής φόρου εισοδήματος.
Επίσης, με την ετήσια δήλωση τους φορολογίας εισοδήματος πρέπει να υποβάλλουν φωτοαντίγραφο της δήλωσης καταβολής φόρου και οι εκμεταλλευτές φορτηγών αυτοκινήτων Δημόσιας Χρήσης, καθώς και οι επιχειρήσεις αποκλειστικά πλανόδιων λιανοπωλητών ή λιανοπωλητών σε κινητές λαϊκές αγορές.
6. Ειδικά για την απόσβεση των χρεώσεων μέσω πιστωτικών καρτών και καρτών πληρωμών (DINERS κτλ.) προκειμένου για αγορές περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στους κωδικούς 851 - 864, 871 - 874, 713 - 714 και 715 - 716 του εντύπου της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (αγορά αυτοκινήτων, δίτροχων ή τρίτροχων αυτοκινούμενων οχημάτων, πλοίων αναψυχής κτλ.) και γράφονται στους κωδικούς 727 - 728 αυτής, αντί για βεβαίωση, θα υποβάλλεται αντίγραφο του μηνιαίου λογαριασμού του μηνός Ιανουαρίου 2003 που εκδίδεται από τον εκδότη της κάρτας, στο οποίο αναγράφονται, μεταξύ άλλων, η ένδειξη βεβαίωση για φορολογική χρήση, καθώς και το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε, μέσα στο έτος 2002, από τον κάτοχο της κάρτας για την εξόφληση των υποχρεώσεων του αυτών.
7. Για την κάλυψη της τεκμαρτής δαπάνης των άρθρων 16 και με εισαγωγή συναλλάγματος από την αλλοδαπή, απαιτείται να συνυποβληθεί με τη δήλωση το πρωτότυπο αποδεικτικό εισαγωγής χρηματικών κεφαλαίων από το εξωτερικό, που εκδίδεται από την Τράπεζα, στο οποίο περιέχεται το ονοματεπώνυμο του δικαιούχου εισαγωγής χρηματικού ποσού, το ύψος του ποσού, το νόμισμα και η χώρα προέλευσης.
Επίσης, απαιτείται η συνυποβολή μοναδικών βεβαιώσεων εισαγωγής συναλλάγματος στις περιπτώσεις που αυτές εξακολουθούν να εκδίδονται ως επίσημο δικαιολογητικό (1035772/6 76/Α0012/ ΠΟΛ.1130/17.4.2002 απόφαση Υπουργού Οικονομικών).
8. Σε περίπτωση ηλεκτρονικής υποβολής της δήλωσης δεν συνυποβάλλονται δικαιολογητικά.
'Aρθρο 4
Κατά τα λοιπά ισχύουν τα άρθρα 3 έως και 15 της 1017701/306/Α0012/ ΠΟΛ.1040/19.2.2001 απόφασης μας και το άρθρο 3 της 1021302/390/Α0012/ ΠΟΛ.1084/5.3.2002 απόφασης μας.
'Aρθρο 5
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΠΟΛ 1253 08.11.2002 Κατάθεση άδειας κυκλοφορίας και πινακίδων - Kοινοποίηση των διατάξεων της παρ. 6 του άρθρου 45 και του άρθρου 48 του N. 2992/ 2002.

ΠΟΛ 1253 08.11.2002 Κατάθεση άδειας κυκλοφορίας και πινακίδων - Kοινοποίηση των διατάξεων της παρ. 6 του άρθρου 45 και του άρθρου 48 του N. 2992/ 2002.

        Kοινοποιούμε κατωτέρω τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 45 και του άρθρου 48 του N. 2992/2002 «Mέτρα για την ενίσχυση της κεφαλαιαγοράς και την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και άλλες διατάξεις» που δημοσιεύτηκε στο ΦEK 54 A/20.3.2002.
    1. Mε τις διατάξεις της κοινοποιούμενης παραγράφου 6 του άρθρου 45 του ανωτέρω νόμου προβλέπεται υποχρέωση του κατόχου του οχήματος που επιθυμεί να καταθέσει την άδεια κυκλοφορίας και τις κρατικές πινακίδες σε Yπηρεσία του Yπουργείου Mεταφορών και Eπικοινωνιών ή σε Δ.O.Y., είτε να φυλάξει αυτό σε ιδιωτικό κλειστό χώρο είτε να το παραδώσει για πολτοποίηση ή εκποίηση ή απόσυρση στον OΔΔY.
Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, για την κατάθεση των ανωτέρω στοιχείων ο κάτοχος του οχήματος πρέπει:
Στην πρώτη περίπτωση, όταν δηλαδή δηλώσει ότι θα φυλάξει το όχημα σε ιδιωτικό κλειστό χώρο, να υποβάλει υπεύθυνη δήλωση του νόμου N. 1599/1986 στην οποία αναγράφεται υποχρεωτικά η διεύθυνση του χώρου φύλαξης και τα στοιχεία του ιδιοκτήτη του χώρου αυτού.
Σημειώνεται ότι στην έννοια του ιδιωτικού κλειστού χώρου περιλαμβάνεται και ο ιδιωτικός περιφραγμένος χώρος. Στην δεύτερη περίπτωση, όταν δηλαδή το όχημα το παραδώσει για πολτοποίηση, εκποίηση ή απόσυρση στον O.Δ.Δ.Y. να προσκομίσει σχετική βεβαίωση του O.Δ.Δ.Y.
    2. Oι Δ.O.Y., στην περίπτωση που ο κάτοχος του οχήματος δηλώσει ότι θα φυλάξει το όχημα σε ιδιωτικό κλειστό χώρο, κατά τα ανωτέρω, πρέπει να ενημερώσουν το KEΠYO για την ακινησία αυτή.
Eφόσον ο κάτοχος του οχήματος παραδώσει το όχημα στον O.Δ.Δ.Y. για πολτοποίηση, εκποίηση ή απόσυρση είναι υποχρεωμένος μετά να παραδώσει τα στοιχεία κυκλοφορίας (άδεια κυκλοφορίας και κρατικές πινακίδες) μαζί με το πιστοποιητικό του O.Δ.Δ.Y. στις αρμόδιες υπηρεσίες του Yπουργείου Mεταφορών και Eπικοινωνιών για την οριστική διαγραφή του εν λόγω οχήματος από το Mητρώο οχημάτων. H ενημέρωση του KEΠYO για την διαγραφή θα γίνεται απευθείας από το Yπουργείο Mεταφορών και Eπικοινωνιών.
    3. Σύμφωνα με την κοινοποιούμενη διάταξη του άρθρου 48, η ισχύς των ανωτέρω διατάξεων αρχίζει από 20.3.2002 (ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου στην Eφημερίδα της Kυβερνήσεως).

ΠΟΛ 1152 17.04.2002 Κάλυψη της τεκμαρτής διαφοράς με τα ποσά των αποζημιώσεων ή επιδοτήσεων επί της παραγωγής αγροτικών προϊόντων.

ΠΟΛ 1152 17.04.2002 Κάλυψη της τεκμαρτής διαφοράς με τα ποσά των αποζημιώσεων ή επιδοτήσεων επί της παραγωγής αγροτικών προϊόντων.
Σχετικά με το πιο πάνω θέμα, σας πληροφορούμε τα ακόλουθα:
1. Με τις διατάξεις του άρθρου 42 του Κ.Φ.Ε. (Ν. 2238/1994) το εισόδημα που προκύπτει από οποιαδήποτε γεωργική δραστηριότητα, στην περίπτωση που δεν τηρούνται βιβλία του Κ.Β.Σ. από τα οποία να εξάγεται λογιστικό αποτέλεσμα για τη δραστηριότητα αυτή, προσδιορίζεται με αντικειμενική μέθοδο με βάση τις καθιερωμένες αρχές της γεωργικής λογιστικής.
2. Κατά την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, οι επιδοτήσεις και οι αποζημιώσεις επί της παραγωγής, όπως π.χ. επιδότηση ελαιολάδου ή αποζημίωση για καταστροφή γεωργικής καλλιέργειας λόγω παγετού ή αποζημίωση για υποχρεωτική παύση γεωργικής καλλιέργειας που υποδεικνύεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, στα πλαίσια εφαρμογής των γεωργικών προγραμμάτων, οι οποίες καταβάλλονται σε ατομικές ή εταιρικές γεωργικές επιχειρήσεις, δεν φορολογούνται και αναγράφονται, προκειμένου για φυσικά πρόσωπα στους Κ.Α. 473-474 του εντύπου Ε1 της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οίκον. έτους 2002, για στατιστικούς λόγους.
3. Εξάλλου, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 19 του Κ.Φ.Ε. (Ν.2238/1994), ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κατά τον προσδιορισμό της διαφοράς μεταξύ του δηλωθέντος εισοδήματος ή του προσδιορισθέντος από αυτόν και της συνολικής ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης των άρθρων 16 και 17, υποχρεούται να λάβει υπόψη του τα αναγραφόμενα στη δήλωση χρηματικά ποσά, τα οποία αποδεικνύονται από νόμιμα παραστατικά στοιχεία και με τα οποία καλύπτεται ή περιορίζεται η διαφορά που προκύπτει. Τα ποσά αυτά είναι, μεταξύ άλλων, πραγματικά εισοδήματα, τα οποία απαλλάσσονται από το φόρο ή φορολογούνται με ειδικό τρόπο, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και χρηματικά ποσά που δε θεωρούνται εισόδημα κατά τις ισχύουσες διατάξεις.
4. Κατόπιν των ανωτέρω, γίνεται δεκτό τα ποσά των πιο πάνω επιδοτήσεων, στις περιπτώσεις προσδιορισμού του γεωργικού εισοδήματος με την αντικειμενική μέθοδο, τα οποία δε φορολογούνται και αναγράφονται στους Κ.Α.473-474 του εντύπου Ε1 της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος για στατιστικούς λόγους, να λαμβάνονται πλέον υπόψη για την κάλυψη της τεκμαρτής διαφοράς του άρθρου 19 του Κ.Φ.Ε. (Ν.2238/1994).

ΠΟΛ 1130 17.04.2002 Καθορισμός των αποδεικτικών εισαγωγής χρηματικών κεφαλαίων από το εξωτερικό.

ΠΟΛ 1130 17.04.2002 Καθορισμός των αποδεικτικών εισαγωγής χρηματικών κεφαλαίων από το εξωτερικό.
Έχοντας υπόψη:
α) Τις διατάξεις της 1100383/1330/Α0006/31.10.2001 (ΦΕΚ 1485Β') κοινής απόφασης του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία αναθέτονται αρμοδιότητες του Υπουργού στους Υφυπουργούς Οικονομικών.
β) Τις διατάξεις της περίπτωσης δ' της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Κ.Φ.Ε. (ν. 2238/1994, ΦΕΚ 151Α').
γ) Τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 19 του Κ.Φ.Ε. (ν. 2238/1994, ΦΕΚ 151Α').
δ) Τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 2842/2000 (ΦΕΚ 207Α').
ε) Τις διατάξεις της 1005428/26/0012/ΠΟΛ.1020/16.1.1989 απόφασης του Υπουργού των Οικονομικών.
στ) Ότι η απόφαση αυτή ρυθμίζει διαδικαστικά ζητήματα, για την ομοιόμορφη εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων από τους υπόχρεους, οι οποίοι αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου 2 του Κ.Φ.Ε. (ν. 2238/1994), γι' αυτό από τις διατάξεις της δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.
ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ
1. Για την εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης δ' της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του ν. 2238/1994, ορίζεται ως αποδεικτικό εισαγωγής χρηματικών κεφαλαίων από το εξωτερικό και συνυποβάλλεται με την ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος, το πρωτότυπο του, κατά περίπτωση, εκδιδόμενου από κάθε Τράπεζα παραστατικού, με την προϋπόθεση ότι περιέχει το ονοματεπώνυμο του δικαιούχου του εισαγόμενου χρηματικού ποσού, το ύψος του ποσού, το νόμισμα και τη χώρα προέλευσης.
Το παραστατικό αυτό δεν απαιτείται να είναι το ίδιο για όλα τα πιστωτικά ιδρύματα λόγω της πολυμορφίας των μηχανογραφικών εφαρμογών και του αυτοματισμού των συναλλαγών.
2. Οι μοναδικές βεβαιώσεις εισαγωγής συναλλάγματος (Β.Α.Σ.),που αποτελούσαν μέχρι την 31.12.2001 το επίσημο δικαιολογητικό εισαγωγής χρηματικών κεφαλαίων από το εξωτερικό, σε όσες περιπτώσεις εξακολουθούν να εκδίδονται, αποτελούν το νόμιμο παραστατικό.
3. Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΠΟΛ 1192 16.06.2000 Τρόπος υποβολής δήλωσης φόρου εισοδήματος από εργαζόμενο ευκαιριακά σε διάφορους ιδιώτες "εργοδότες", οι οποίοι δεν έχουν υποχρέωση να χορηγήσουν βεβαίωση αποδοχών.

ΠΟΛ 1192 16.06.2000 Τρόπος υποβολής δήλωσης φόρου εισοδήματος από εργαζόμενο ευκαιριακά σε διάφορους ιδιώτες "εργοδότες", οι οποίοι δεν έχουν υποχρέωση να χορηγήσουν βεβαίωση αποδοχών.
Με αφορμή την υποβολή ερωτημάτων σχετικά με το παραπάνω θέμα, σας πληροφορούμε τα ακόλουθα:
1. Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 62 του Ν.2238/1994, με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται κάθε φορά ο τύπος και το περιεχόμενο τη δήλωσης, καθώς και τα δικαιολογητικά ή άλλα στοιχεία τα οποία συνυποβάλλονται με τη δήλωση που ο φορολογούμενος υποχρεούται να συμπληρώσει ανάλογα με την περίπτωσή του.
2. Διευκρινίζουμε ότι στην περίπτωση που ο φορολογούμενος εργάζεται κατά τη διάρκεια του έτους ευκαιριακά σε έναν ή πολλούς "εργοδότες", οι οποίοι δεν απασχολούν κατά σύστημα έμμισθο ή ημερομίσθιο προσωπικό και, επομένως, δεν έχουν υποχρέωση έκδοσης και χορήγησης βεβαίωσης αποδοχών, κατά συνέπεια και παρακράτησης φόρου (σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 57 του Ν.2238/1994).
Εφόσον οι εργοδότες αυτοί δεν ενεργούν με την ιδιότητα του επιχειρηματία (π.χ. ιδιώτης που απασχολεί ευκαιριακά ελεύθερο εργάτη για την εκτέλεση εργασίας στην οικοδομή ή σε κτήμα του κ.λπ.), τότε η σχέση (εργασίας ή έργου) που συνδέει τον εργαζόμενο με τον εργοδότη, καθώς και το ύψος των αμοιβών που έλαβε είναι θέμα πραγματικό και σαν τέτοιο ανάγεται στην ελεγκτική εξουσία του Προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ. Ο φορολογούμενος, για να αποδείξει τη σχέση εργασίας που τον συνδέει με τον εργοδότη, πρέπει να προσκομίσει το βιβλιάριο ενσήμων, εάν αυτό υπάρχει.
3. Προκειμένου, όμως, να δηλώσει ο φορολογούμενος το εισόδημα αυτό, πρέπει με την ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος να συνυποβάλλει Υπεύθυνη Δήλωση του Ν.1599/1986 με όλα τα στοιχεία του κάθε εργοδότη (ΑΦΜ κ.λπ.), καθώς και τα ποσά ή το ποσό που έλαβε από αυτόν ή από καθέναν από αυτούς. Στην περίπτωση αυτή, ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ θα ενεργήσει την εκκαθάριση με βάση τα δηλούμενα στοιχεία.
4. Είναι αυτονόητο ότι ο φορολογούμενος δεν μπορεί να επικαλεσθεί με την πιο πάνω υπεύθυνη δήλωση:
α) Ενα συνολικό ποσό με την ένδειξη "διάφοροι εργοδότες".
β) Ποσό φόρου που παρακρατήθηκε από τους συγκεκριμένους εργοδότες, χωρίς να προσκομίσει την οικεία βεβαίωση που αυτοί έχουν υποχρέωση να εκδώσουν, καθόσον αυτοί παρακράτησαν το φόρο.
5. Σημειώνεται ότι αν ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ κρίνει ότι η δήλωση φορολογίας εισοδήματος που συνοδεύεται από την παραπάνω υπεύθυνη δήλωση έχει υποβληθεί για παρούσα ή πιθανή μελλοντική κάλυψη τεκμηρίου δαπάνης, πρέπει να την ελέγξει κατά προτεραιότητα.

ΠΟΛ 1181 02.06.2000 Φορολογική μεταχείριση χρηματικού ποσού που καταβάλλεται σε υπαλλήλους για αγορά κατοικίας σε προβληματική περιοχή με βάση την παράγραφο 4 του άρθρου 9 του ν.2085/1992.

ΠΟΛ 1181 02.06.2000 Φορολογική μεταχείριση χρηματικού ποσού που καταβάλλεται σε υπαλλήλους για αγορά κατοικίας σε προβληματική περιοχή με βάση την παράγραφο 4 του άρθρου 9 του ν.2085/1992.
Με αφορμή ερωτήματα που μας έχουν υποβληθεί σχετικά με το παραπάνω θέμα, σας πληροφορούμε τα εξής:
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν.2238/1994, εισόδημα στο οποίο επιβάλλεται ο φόρος είναι το εισόδημα που προέρχεται από κάθε πηγή, ύστερα από την αφαίρεση των δαπανών για την απόκτησή του, όπως αυτό προσδιορίζεται ειδικότερα στα άρθρα 20 έως 51 του ίδιου νόμου και διακρίνεται σε κατηγορίες, όπως αυτές καθορίζονται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου (εισόδημα από Α`, Β`, ...., Ζ` κατηγορία).
2. Επίσης, στην παρ. 3 του άρθρου 48 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι ως εισόδημα από υπηρεσίες ελευθέριων επαγγελμάτων λογίζεται και κάθε εισόδημα που δεν μπορεί να υπαχθεί σε κάποια από τις κατηγορίες Α` έως Ζ` της παρ. 2 του άρθρου 4.
3. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι ως εισόδημα φορολογείται, εφόσον υπάρχει περιοδικότητα και πηγή διαρκούς εκμετάλλευσης, το αντάλλαγμα προσωπικής εργασίας ή οι καρποί περιουσιακών στοιχείων του φορολογούμενου, όχι δε και κάθε άλλη προσαύξηση της περιουσίας του, εκτός αν αυτή, με ειδική διάταξη νόμου, λογίζεται για την επαγωγή στο φόρο ως εισόδημα.
4. Με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 9 του Ν.2085/1992 ορίζεται ότι σε υπαλλήλους που τοποθετούνται ή μετατίθενται σε Υπηρεσία προβληματικής περιοχής, εφόσον μετά πενταετή παραμονή δηλώσουν ότι επιθυμούν να παραμείνουν στην ίδια περιοχή για μια ακόμη δεκαετία και προβούν στην αγορά κατοικίας στην περιοχή αυτή, καταβάλλεται το 40% της αξίας, όπως καθορίζεται από την αρμόδια Φορολογική Αρχή. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής λαμβάνεται υπόψη το μέρος της αξίας της κατοικίας μέχρι εμβαδού 50 τ.μ. για τον άγαμο και 70 τ.μ. για τον έγγαμο, προστιθεμένων 20 τ.μ. για κάθε ανήλικο τέκνο.
5. Κατόπιν των ανωτέρω, το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται στους ανωτέρω δικαιούχους, με βάση τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 9 του Ν.2085/1992 και αντιστοιχεί στο 40% της αξίας της κατοικίας που αγοράζεται σε προβληματικές περιοχές, δεν αποτελεί εισόδημα και δεν υπόκειται σε φόρο, γιατί λείπουν τα εννοιολογικά γνωρίσματα του εισοδήματος (περιοδικότητα, σταθερή πηγή, δυνατότητα διαρκούς εκμετάλλευσής της). Τούτο είναι έσοδο κεφαλαιουχικού χαρακτήρα, που καταβάλλεται εξ ιδίου δικαιώματος στους δικαιούχους υπαλλήλους και ως τέτοιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη του τεκμηρίου που, ενδεχομένως, θα προκύψει από την αγορά της κατοικίας αυτής (άρθρο 17 του Ν.2238/1994).

ΠΟΛ 1174 31.05.2000 Φορολογική μεταχείριση εκμεταλλευτών ενοικιαζόμενων επιπλωμένων δωματίων – διαμερισμάτων. Επιδότηση νέου αγρότη.

ΠΟΛ 1174 31.05.2000 Φορολογική μεταχείριση εκμεταλλευτών ενοικιαζόμενων επιπλωμένων δωματίων – διαμερισμάτων. Επιδότηση νέου αγρότη.

Με αφορμή ερωτήματα που μας έχουν υποβληθεί, σχετικά με το παραπάνω θέμα, σας
πληροφορούμε τα εξής:
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 33 του Ν.2238/1994, στις επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται ενοικιαζόμενα επιπλωμένα δωμάτια ή διαμερίσματα και δεν τηρούν βιβλία ή τηρούν βιβλία Β' κατηγορίας του ΚΒΣ,
επιβάλλεται ποσό καταβαλλόμενου ετήσιου φόρου, με το οποίο εξαντλείται η φορολογική τους υποχρέωση για τη δραστηριότητα αυτή. Από τις παραπάνω διατάξεις δεν προβλέπεται επιμερισμός του ποσού του φόρου
ανάλογα με τους μήνες λειτουργίας της επιχείρησης, ούτε μείωση σε περίπτωση έναρξης ή διακοπής των εργασιών μέσα στη χρήση.

Επομένως, αν μέσα στο έτος γίνει μεταβίβαση της επιχείρησης που εκμεταλλεύεται ενοικιαζόμενα επιπλωμένα δωμάτια ή διαμερίσματα, υποχρέωση καταβολής των αντίστοιχων ποσών φόρου έχουν και οι δύο ιδιοκτήτες (παλαιός και νέος), χωρίς να γίνει μείωση (π.χ. ανάλογα με τους μήνες ή την εποχή λειτουργίας της εκμετάλλευσης).

2. Οπως έχει γίνει δεκτό με την υπ' αριθ. 1032610/656/Α0012/ΠΟΛ.1080/13.3.1996 διαταγή μας, για τις επιχειρήσεις των περ. α', β' και γ' της παρ. 13 του άρθρου 33 του Ν.2238/1994, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με την παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν.2753/1999, που ιδιοχρησιμοποιούν εκμεταλλευόμενες
ιδιόκτητα ενοικιαζόμενα επιπλωμένα δωμάτια, διαμερίσματα και κάμπινγκ, επειδή προσδιορίζεται ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος για τη συνολική εκμετάλλευση αυτών, δηλαδή τόσο για το εισόδημά τους από εμπορικές επιχειρήσεις (Δ'κατηγορίας), όσο και για το εισόδημά τους από ιδιόχρηση ακινήτων (Α'κατηγορίας), οι επιχειρήσεις αυτές δεν έχουν υποχρέωση να δηλώσουν με την οικεία δήλωση φορολογίας εισοδήματός τους και τεκμαρτό εισόδημα από ιδιόχρηση των χρησιμοποιούμενων από αυτές ίδιων εγκαταστάσεών τους.

Για την ταυτότητα του λόγου, οι παραπάνω επιχειρήσεις οι οποίες, με βάση τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 33 του Ν.2238/1994, όπως ισχύουν σήμερα, καταβάλλουν ετήσιο ποσό φόρου με το οποίο εξαντλείται η φορολογική τους υποχρέωση για τη δραστηριότητα αυτή, δεν έχουν υποχρέωση να δηλώσουν με την οικεία δήλωση φορολογίας εισοδήματος και τεκμαρτό εισόδημα από ιδιόχρηση των χρησιμοποιούμενων από αυτές εγκαταστάσεών τους.

3. Σύμφωνα με την υπ' αριθ. 1135648/2415/Α0012/ΠΟΛ.1270/21.11.1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, κατά τον υπολογισμό του καθαρού γεωργικού εισοδήματος στην ακαθάριστη πρόσοδο από την οποία αφαιρούνται οι χρηματικές δαπάνες της γεωργικής εκμετάλλευσης, περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων
και οι εισπράξεις από επιδοτήσεις επί της παραγωγής.

Με βάση τα παραπάνω, οι επιδοτήσεις - αποζημιώσεις που λαμβάνουν οι αγρότες επί της παραγωγής αποτελούν ακαθάριστο έσοδο από γεωργική εκμετάλλευση. Επομένως, οι επιδοτήσεις, στην περίπτωση προσδιορισμού του γεωργικού εισοδήματος με την αντικειμενική μέθοδο, δεν φορολογούνται και αναγράφονται μόνο στον Κωδικό 473-474 της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (Εντυπο Ε1) για στατιστικούς λόγους, καθόσον έχουν συνυπολογιστεί στο γεωργικό εισόδημα που προσδιορίζεται με την αντικειμενική μέθοδο.

Στην περίπτωση προσδιορισμού του καθαρού γεωργικού εισοδήματος με πολλαπλασιασμό των ακαθάριστων εσόδων με ειδικούς συντελεστές, οι επιδοτήσεις ως ακαθάριστο έσοδο προστίθενται στα λοιπά ακαθάριστα έσοδα της γεωργικής εκμετάλλευσης, στο σύνολο των οποίων θα εφαρμοστεί ο προβλεπόμενος Μοναδικός
Συντελεστής Καθαρού Κέρδους.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, τα ποσά των επιδοτήσεων δεν αποτελούν καθαρό εισόδημα και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για κάλυψη τεκμηρίου δαπάνης αγοράς ή διαβίωσης.

4. Τα χρηματικά ποσά της εφάπαξ πριμοδότησης πρώτης εγκατάστασης (εισόδου) στον Αγροτικό Τομέα που χορηγούνται στους νεοεισερχόμενους νέους στον αγροτικό τομέα από τις διάφορες Νομαρχιακές Διευθύνσεις Αγροτικής Ανάπτυξης, με βάση τα άρθρα 19 έως και 26 της υπ' αριθ. 322501/2290/7.5.1998 κοινής απόφασης των
Υπουργών Γεωργίας, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ή και με άλλες προηγούμενες αποφάσεις που εκδόθηκαν στα πλαίσια εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 950/1997 του Συμβουλίου (άρθρα 10 και 11), εξ αντικειμένου θεωρείται ότι θα εξυπηρετήσουν λειτουργικές ανάγκες της γεωργικής εκμετάλλευσης, είτε αγορά αγαθών αναγκαίων για τον ίδιο σκοπό. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνεται η αγορά οικοπέδου και η κατασκευή πρώτης κατοικίας στον ευρύτερο χώρο της γεωργικής εκμετάλλευσης κ.λπ.

Κατόπιν των ανωτέρω, τα χρηματικά αυτά ποσά δεν προσαυξάνουν τα ακαθάριστα έσοδα της γεωργικής επιχείρησης, δεν θεωρούνται εισόδημα και δεν υπάγονται σε φόρο, αλλά αποτελούν μειωτικό στοιχείο του κόστους αγοράς, δηλαδή μειώνουν ισόποσα την τεκμαρτή δαπάνη αγοράς.

ΠΟΛ 1200 22.10.1999 Ποσά καθαρού εισοδήματος που αντιστοιχούν στα ποσά φόρου που καταβάλλουν οι αποκλειστικά πλανόδιοι λιανοπωλητές και λιανοπωλητές λαϊκών αγορών.

ΠΟΛ 1200 22.10.1999 Ποσά καθαρού εισοδήματος που αντιστοιχούν στα ποσά φόρου που καταβάλλουν οι αποκλειστικά πλανόδιοι λιανοπωλητές και λιανοπωλητές λαϊκών αγορών.
Σχετικά με το ανωτέρω θέμα, σας πληροφορούμε τα εξής:
1. Από τις διατάξεις του άρθρου 33 του Ν.2238/1994 (ΦΕΚ 151/Α'), προβλέπεται η καταβολή συγκεκριμένων ποσών φόρου από τις επιχειρήσεις αποκλειστικά πλανόδιων λιανοπωλητών και αποκλειστικά λιανοπωλητών σε κινητές λαϊκές αγορές.

2. Τα πιο πάνω ποσά φόρου που οφείλουν να καταβάλουν ετησίως οι λιανοπωλητές, αναγόμενα σε ετήσιο καθαρό εισόδημα, με βάση τη φορολογική κλίμακα του άρθρου 9 του Ν.2238/1994, όπως αυτή διαμορφώνεται για το οικονομικό έτος 2000 με Νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή για ψήφιση, προσεγγίζουν στα παρακάτω ποσά
καθαρού εισοδήματος:
Πίνακας φόρου και εισοδήματος

Φόρος λιανοπωλητών                 Αντίστοιχο εισόδημα

35.000                                            2.300.000
70.000                                            2.800.000
75.000                                            2.850.000
90.000                                            2.950.000
110.000                                          3.100.000
140.000                                          3.300.000
180.000                                          3.550.000
3. Το ποσό του εισοδήματος που αντιστοιχεί στο ποσό του φόρου που καταβλήθηκε από το φορολογούμενο, με βάση τον παραπάνω πίνακα, θα γραφεί από αυτόν στους Κωδικούς 659 - 660 της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2000. Αυτό, προκειμένου με αυτό το ποσό εισοδήματος ο φορολογούμενος να μειώσει την ετήσια δαπάνη διαβίωσης με την οποία ενδέχεται να επιβαρύνεται στη συγκεκριμένη χρήση ή να επικαλεσθεί αυτό στο μέλλον για μείωση του τεκμηρίου ως κεφάλαιο που απαλλασσόταν από το φόρο και δεν αναλώθηκε.

4. Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος έχει παιδιά που συνοικούν μαζί του και τον βαρύνουν, τα παραπάνω ποσά εισοδήματος θα προσαυξάνονται κατά 250.000 δρχ. για κάθε παιδί.

ΠΟΛ 1187 02.07.1998 Το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια λαμβάνεται υπόψη για τον περιορισμό ή κάλυψη της προστιθέμενης διαφοράς τεκμηρίων δαπανών διαβίωσης.

ΠΟΛ 1187 02.07.1998 Το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια λαμβάνεται υπόψη για τον περιορισμό ή κάλυψη της προστιθέμενης διαφοράς τεκμηρίων δαπανών διαβίωσης.
Με αφορμή ερωτήματα που μας έχουν υποβληθεί, σχετικά με το παραπάνω θέμα, σας πληροφορούμε τα ακόλουθα:
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 17 του άρθρου 33 του Ν.2238/1994, αν το δηλούμενο ποσό εισοδήματος από την άσκηση ατομικής επιχείρησης, η οποία δεν τηρεί βιβλία ή τηρεί βιβλία Α' ή Β' κατηγορίας του ΚΒΣ, είναι μικρότερο από το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος, όπως αυτό προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις αυτού του άρθρου, η διαφορά προσαυξάνει το εισόδημα που δηλώνεται, ως προερχόμενο από την επιχείρηση αυτή και ο φόρος υπολογίζεται στο συνολικό εισόδημά του, που προκύπτει μ' αυτόν τον τρόπο.
2. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 19 του Ν.2238/1994, η διαφορά μεταξύ του εισοδήματος που δηλώθηκε από το φορολογούμενο, τη σύζυγό του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν ή προσδιορίστηκε από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ και της συνολικής ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης τους, των άρθρων 16 και 17 του ίδιου νόμου, προσαυξάνει τα εισοδήματα που δηλώνονται ή προσδιορίζονται από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ, κατά το ίδιο οικονομικό έτος, του φορολογούμενου ή της συζύγου του, κατά περίπτωση, από εμπορικές επιχειρήσεις ή από την άσκηση ελευθέριων επαγγελμάτων και, αν δεν δηλώνεται εισόδημα από τις κατηγορίες αυτές, η διαφορά αυτή λογίζεται εισόδημα της παρ. 3 του άρθρου 48 του Ν.2238/1994.
3. Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. ζ' της παρ. 2 του άρθρου 19 του Ν.2238/1994, η ανάλωση κεφαλαίου που αποδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο, λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη ή τον περιορισμό της διαφοράς της παρ. 1 του ίδιου άρθρου.
4. Υστερα από τα ανωτέρω αναφερόμενα και όπως πάγια έχει γίνει δεκτό από τη Διοίκηση, από την έναρξη εφαρμογής των αντικειμενικών κριτηρίων, θεωρείται το εισόδημα που προσδιορίζεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 33 του Ν.2238/1994 δηλωθέν εισόδημα που έχει φορολογηθεί και, κατά συνέπεια, λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 του Ν.2238/1994.
5. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται ανάλογα και για ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος, που προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 51 του Ν.2238/1994.

ΠΟΛ 1279 31.12.1999 Διευκρινήσεις σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Ν. 2523/1997.

ΠΟΛ 1279 31.12.1999 Διευκρινήσεις σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Ν. 2523/1997.

Με αφορμή την υποβολή ερωτημάτων, σχετικά με το παραπάνω θέμα, σας πληροφορούμε τα ακόλουθα:

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Ν. 2523/1997 τα πρόσωπα που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από την κείμενη φορολογική νομοθεσία υπόκεινται για κάθε παράβαση σε πρόστιμο που ορίζεται από σαράντα χιλιάδες (40.000) δραχμές μέχρι τετρακόσιες χιλιάδες (400.000) δραχμές. Το πρόστιμο αυτό επιβάλλεται στις περιπτώσεις που δεν προβλέπεται η επιβολή πρόσθετου φόρου ή δεν προκύπτει ποσό φόρου για καταβολή.

2. Από τη διατύπωση αυτής της διάταξης, όπως έγινε δεκτό και με την 1125403/2171/Α΄0012/ ΠΟΛ. 1317/2-12-1997 ερμηνευτική διαταγή, προκύπτει ότι το πρόστιμο επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις που ο φορολογούμενος παραβαίνει τις φορολογικές υποχρεώσεις του και όχι σε κάθε περίπτωση που υποβάλλει κάποια συμπληρωματική δήλωση. Συνεπώς, αν ο φορολογούμενος υποβάλλει εκπρόθεσμη συμπληρωματική δήλωση φορολογίας εισοδήματος για να δηλώσει κάποιο στοιχείο, το οποίο παρέλειψε να δηλώσει αλλά με αυτή την παράλειψή του δεν παραβίασε κάποια φορολογική διάταξη, δεν επιβάλλεται πρόστιμο, και στην περίπτωση που δεν προκύπτει διαφορά φόρου, για να επιβληθεί πρόσθετος φόρος.

3. Ενδεικτικά, σημειώνουμε ορισμένες περιπτώσεις υποβολής συμπληρωματικής δήλωσης, κατά τις οποίες δεν επιβάλλεται το πρόστιμο της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Ν. 2523/1997.

Υποβολή συμπληρωματικής δήλωσης,

- για τέκνο που βαρύνει τον υπόχρεο αλλά αυτός δεν το είχε αναγράψει στην αρχική του δήλωση,

- ή με εισόδημα απαλλασσόμενο από το φόρο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο,

- ή με χρηματικό ποσό που προέρχεται από διάθεση περιουσιακού στοιχείου για κάλυψη τεκμαρτής δαπάνης,

- ή με έξοδα ιατρικής περίθαλψης,

- ή για διόρθωση της επιφάνειας ακινήτου (αύξηση ή μείωση της επιφάνειας σε τ.μ.) η οποία πρέπει να κυμαίνεται μέσα σε λογικά πλαίσια, κατά την κρίση πάντα του προϊσταμένου Δ.Ο.Υ., ο οποίος θα λαμβάνει υπόψη του το είδος του ακινήτου (αγροτικό, αστικό), τον τρόπο απόκτησής του (αγορά, κληρονομικά, χρησικτησία), την εκμετάλλευσή του (εκμίσθωση, ιδιόχρηση, απλή κατοχή) κλπ.

4. Επίσης, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος δεν είναι υπόχρεος να υποβάλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 61 του Ν. 2238/1994, επιθυμεί όμως να υποβάλει εκπρόθεσμη αρχική δήλωση φορολογίας εισοδήματος προκειμένου να τύχει επιστροφής φόρου, δεν επιβάλλεται το αυτοτελές πρόστιμο του άρθρου 4 του Ν. 2523/1997, καθόσον ο φορολογούμενος με την παράλειψη στοιχείου που θέλει να συμπεριλάβει σε εκπρόθεσμη δήλωση φορολογίας δεν έχει παραβιάσει διάταξη της κείμενης νομοθεσίας.

5. Επιπλέον, όπως έχει γίνει δεκτό με την 1 096288/1522/Α΄0012/ ΠΟΛ. 1225/20-8-1998 διαταγή μας δεν επιβάλλεται το πρόστιμο του άρθρου 4 του Ν. 2523/1997 κατά την υποβολή εκπρόθεσμης αρχικής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος μισθωτών ή συνταξιούχων που αποκτούν εισόδημα αποκλειστικά από μισθωτές υπηρεσίες, μέχρι το ποσό για το οποίο δεν προκύπτει φόρος με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του Ν. 2238/1994, καθώς και τεκμαρτό εισόδημα από ιδιοκατοίκηση κύριας κατοικίας για το οποίο δεν προκύπτει φόρος.

6. Τέλος, στην περίπτωση υποβολής εκπρόθεσμης δήλωσης φορολογίας εισοδήματος από την οποία προκύπτει ποσό φόρου (κύριου και συμπληρωματικού) για καταβολή ποσού κάτω από 5.000 δρχ., η βεβαίωση του οποίου αμελείται, δεν επιβάλλεται πρόστιμο του άρθρου 4 του Ν. 2523/1997.

ΠΟΛ 1235 16.09.1998 Ποσά καθαρού εισοδήματος που αντιστοιχούν στα εφάπαξ ποσά φόρου που καταβάλλουν οι αποκλειστικά πλανόδιοι λιανοπωλητές και οι λιανοπωλητές λαϊκών αγορών.

ΠΟΛ 1235 16.09.1998 Ποσά καθαρού εισοδήματος που αντιστοιχούν στα εφάπαξ ποσά φόρου που καταβάλλουν οι αποκλειστικά πλανόδιοι λιανοπωλητές και οι λιανοπωλητές λαϊκών αγορών.
Σχετικά με το ανωτέρω θέμα, σας πληροφορούμε τα εξής:
1. Από τις διατάξεις του άρθρου 33 του Ν.2238/1994 (ΦΕΚ 151/Α') προβλέπεται ο προσδιορισμός ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος από την άσκηση εμπορικής επιχείρησης.
2. Κατ' εξαίρεση, με τις διατάξεις των παρ. 14 και 15 του ίδιου άρθρου, αντί του προσδιορισμού ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος, για τις παρακάτω εμπορικές επιχειρήσεις, προβλέπεται συγκεκριμένο ποσό καταβαλλόμενου φόρου, το οποίο με τις διατάξεις των παρ. 5 και 6 του άρθρου 5 του Ν.2579/1998, που ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτιούνται από 1.1.1998 και μετά, διαμορφώθηκε ως εξής:

α) Στις επιχειρήσεις αποκλειστικά πλανόδιων λιανοπωλητών επιβάλλεται ποσό καταβαλλόμενου φόρου ίσο με 110.000 δρχ. ετησίως, με το οποίο εξαντλείται η φορολογική τους υποχρέωση από τη δραστηριότητα αυτή. Προκειμένου για επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό κάτω από 200.000 κατοίκους, το ποσό αυτό ορίζεται σε 75.000 δρχ. ετησίως.

β) Στις επιχειρήσεις αποκλειστικά λιανοπωλητών σε κινητές λαϊκές αγορές, είτε διαθέτουν ίδια προϊόντα, είτε προϊόντα τρίτων, επιβάλλεται ποσό καταβαλλόμενου φόρου ίσο με 180.000 δρχ. ετησίως, αν πρόκειται για επαγγελματίες πωλητές και 140.000 δρχ. ετησίως, αν πρόκειται για παραγωγούς αγροτικών προϊόντων, με το
οποίο εξαντλείται η φορολογική τους υποχρέωση από τη δραστηριότητα αυτή. Προκειμένου για επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό κάτω από 200.000 κατοίκους, το ποσό αυτό ορίζεται σε 90.000 δρχ. ετησίως, αν πρόκειται για επαγγελματίες πωλητές και σε 70.000 δρχ. ετησίως, αν πρόκειται για παραγωγούς αγροτικών προϊόντων. Ειδικά για παραγωγούς αγροτικών προϊόντων, εάν η άδεια εκδίδεται ή ανανεώνεται για χρονικό διάστημα μέχρι και έξι (6) μηνών, τα ανωτέρω ποσά φόρου καταβάλλονται στο μισό, πριν από την έκδοση ή την ανανέωση της άδειας.

3. Τα πιο πάνω ποσά φόρου που οφείλουν να καταβάλουν ετησίως οι λιανοπωλητές, αναγόμενα σε ετήσια καθαρό εισόδημα, με βάση τη φορολογική κλίμακα του άρθρου 9 του Ν.2238/1994, προσεγγίζουν στα παρακάτω ποσά καθαρού εισοδήματος:

Πίνακας φόρου και εισοδήματος

Φόρος λιανοπωλητών        Αντίστοιχο εισόδημα

35.000                                   1.750.000
70.000                                   2.450.000
75.000                                   2.550.000
90.000                                   2.700.000
110.000                                 2.850.000
140.000                                 3.050.000
180.000                                 3.300.000
4. Το ποσό του εισοδήματος που αντιστοιχεί στο ποσό του φόρου που καταβλήθηκε από το φορολογούμενο, με βάση τον παραπάνω πίνακα, θα γραφεί από αυτόν στους Κωδικούς 659-660 της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 1999. Αυτό, προκειμένου με το ποσό αυτό εισοδήματος ο φορολογούμενος να μειώσει την ετήσια δαπάνη διαβίωσης, με την οποία ενδέχεται να επιβαρύνεται στη συγκεκριμένη χρήση ή να επικαλεσθεί αυτό στο μέλλον, για μείωση του τεκμηρίου, ως κεφάλαιο που απαλλασσόταν από το φόρο και δεν αναλώθηκε.

5. Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος έχει παιδιά που συνοικούν μαζί του και τον βαρύνουν, τα παραπάνω ποσά εισοδήματος θα προσαυξάνονται κατά 200.000 δρχ. για κάθε παιδί.

ΠΟΛ 1047 17.02.1998 Προσδιορισμός του τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση

ΠΟΛ 1047 17.02.1998 Προσδιορισμός του τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση

Αναφορικά με την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.2579/1998 (ΦΕΚ Α` 31/17.2.98) "Φορολογικές διαρρυθμίσεις και άλλες διατάξεις", σας παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες:
1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού αλλάζει ο τρόπος υπολογισμού του τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση, που ίσχυε μέχρι τώρα και γίνεται απλούστερος.
2. Συγκεκριμένα, το τεκμαρτό εισόδημα από ιδιοκατοίκηση (κύριας ή δευτερεύουσας κατοικίας) δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 3,5% της αξίας της ιδιοκατοικούμενης οικοδομής. Για τον υπολογισμό της αξίας της ιδιοκατοικούμενης οικοδομής από 1-1-1997 και μετά, λαμβάνεται το γινόμενο των εξής παραγόντων:
α) Της κύριας επιφάνειας της οικοδομής, στην οποία προστίθεται ποσοστό 20% της επιφάνειας αποθηκευτικών χώρων και χώρων στάθμευσης, που τυχόν υπάρχουν στην οικοδομή.
β) Της τιμής ζώνης για τις περιοχές που ισχύει το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων ή της τιμής εκκίνησης για ακίνητα που βρίσκονται σε περιοχές εκτός αντικειμενικού συστήματος, όπως αυτές προσδιορίζονται στις διατάξεις της φορολογίας κεφαλαίου και ισχύουν την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους.
γ) Του διορθωτικού συντελεστή, ο οποίος ανάλογα με την τιμή ζώνης ή εκκίνησης του ακινήτου ορίζεται ως ακολούθως:

Τιμή ζώνης ή εκκίνησης για κάθε τετραγωνικό μέτρο

Διορθωτικός  Συντελεστής

   

μέχρι 150.000 δρχ.

1,1

από 150.001     έως    250.000 δρχ.

1,2

      250.001       έως   400.000 

1,3

     400.001     και πάνω

1,4

δ) Του συντελεστή παλαιότητας, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά στη φορολογία κεφαλαίου για τον προσδιορισμό της αξίας των κτιρίων με βάση την τιμή ζώνης.

Οι συντελεστές παλαιότητας που ισχύουν την 1η Ιανουαρίου 1997 είναι οι ακόλουθοι:

1 έως 5 χρόνια

0,9

6 έως 10 χρόνια

0,8

11 έως 15 χρόνια

0,75

16 έως 20 χρόνια

0,7

21 έως 25 χρόνια

0,65

26 και πάνω "

0,6

Το τεκμαρτό μίσθωμα μιας ή περισσότερων εξοχικών κατοικιών υπολογίζεται σε καθεμιά από αυτές για τρείς μήνες το έτος.
Επίσης, καταργείται ο προσδιορισμός της αξίας της ιδιοκατοικούμενης οικοδομής ανά τριετία και πλέον ο προσδιορισμός αυτός γίνεται κάθε χρόνο.
3. Ο πιο πάνω προσδιορισμός του τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση γίνεται για οποιαδήποτε ιδιοκατοικούμενη οικοδομή του φορολογουμένου και αφορά την κύρια ή τη δευτερεύουσα κατοικία του είτε αυτή είναι αστική ή εξοχική είτε πρόκειται για την πρώτη ή για τις λοιπές δευτερεύουσες κατοικίες του.
4. Ειδικότερα, ο προσδιορισμός του τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση της κύριας και της πρώτης δευτερεύουσας κατοικίας (μη εξοχικής ή εξοχικής) του φορολογουμένου που η επιφάνειά τους υπερβαίνει τα 150 τ.μ. αθροιστικά, καθώς και της εξοχικής δευτερεύουσας κατοικίας, γίνεται από το Κ.Ε.Π.Υ.Ο.
Για τον προσδιορισμό αυτό είναι απαραίτητο να συμπληρωθούν μόνο όλες οι ενδείξεις των περιπτώσεων 3α,3β, 3γ του πίνακα 5 της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οικον. έτους 1998, σύμφωνα με τις λεπτομερείς οδηγίες που δόθηκαν στο φυλλάδιο οδηγιών για τη συμπλήρωση της δήλωσης και στην ΠΟΛ.1031/30-1-98 διαταγή μας για την παραλαβή και τη συμπλήρωση της δήλωσης.
Το έντυπο Ε2 δεν συμπληρώνεται στις πιο πάνω περιπτώσεις. Αντίθετα, η συμπλήρωσή του απαιτείται για τον προσδιορισμό του τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση των λοιπών δευτερευουσών κατοικιών (ένδειξη 3δ` του πίνακα 5 της δήλωσης).
Το έντυπο Ε8, που συμπληρώνονταν τα προηγούμενα οικονομικά έτη από τους φορολογούμενους με τα στοιχεία της κύριας και πρώτης δευτερεύουσας κατοικίας πάνω από 150 τμ, καταργήθηκε. Επίσης, για τη μηχανογραφική εκκαθάριση δεν απαιτείται η συμπλήρωση του εντύπου "Ειδικό Ενημερωτικό Δελτίο".
5. Για τον προσδιορισμό του τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση, προκειμένου για ακίνητα που βρίσκονται σε περιοχή αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η τιμή ζώνης που ισχύει στην περιοχή την 1-1-1997.
Επίσης, για τον προσδιορισμό του τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση ακινήτων που βρίσκονται σε περιοχή εκτός αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, λαμβάνεται η τιμή εκκίνησης που ισχύει την 1-1-1997 για τον αντικειμενικό προσδιορισμό των κτισμάτων, σύμφωνα με την ΠΟΛ.1313/3-12-1996 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, όπως αυτή διορθώθηκε με την ΠΟΛ.1013/15-1-1997 διαταγή, φωτοαντίγραφο της οποίας σας επισυνάπτουμε.
6. Για τον υπολογισμό της αξίας του ακινήτου, στην επιφάνεια της ιδιοκατοικούμενης οικοδομής περιλαμβάνεται η επιφάνεια των κύριων χώρων και το 20% της επιφάνειας αποθήκης και γκαράζ.
Προκειμένου για ιδιοκατοίκηση σε διαμέρισμα πολυκατοικίας, ως επιφάνεια για τον υπολογισμό της αξίας του λαμβάνεται αυτή που καταλαμβάνει ο κύριος χώρος του διαμερίσματος προσαυξημένη με ποσοστό 20% της επιφάνειας που αφορά τον ανεξάρτητο χώρο της αποθήκης ή του γκαράζ μέσα στην ίδια οικοδομή.
Προκειμένου για ιδιοκατοίκηση σε μονοκατοικία στην επιφάνειά της περιλαμβάνεται και η τυχόν επιφάνεια λεβητοστασίου και κλιμακοστασίου.
Προκειμένου για ιδιοκατοικούμενη οικοδομή που αποτελείται από περισσότερους του ενός ορόφους με ενιαία λειτουργική ενότητα, στην επιφάνειά της περιλαμβάνεται το άθροισμα των επιφανειών όλων των ορόφων.
Οι επιφάνειες των κύριων χώρων, καθώς και το άθροισμα ολόκληρων των επιφανειών της αποθήκης και του γκαράζ, πρέπει να αναγράφονται στους αντίστοιχους κωδικούς του πίνακα 5 του εντύπου Ε1 με ακέραιους αριθμούς, χωρίς δεκαδικά ψηφία.
Επίσης, στη συνολική επιφάνεια της ιδιοκατοικούμενης οικοδομής αναγράφεται στη δήλωση η επιφάνειά της, ανεξάρτητα από το ποσοστό συνιδιοκτησίας, στην οποία περιλαμβάνεται και η επιφάνεια των 150 τμ που απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν.2238/1994.
Αν στην ιδιοκατοικούμενη οικοδομή υπάρχει συνιδιοκτησία μόνο μεταξύ των δύο συζύγων ή μεταξύ αυτών και των ανήλικων τέκνων τους, για τον προσδιορισμό του τεκμαρτού της εισοδήματος λαμβάνεται υπόψη η συνολική επιφάνεια.
Αν όμως, υπάρχει συνιδιοκτησία μεταξύ των γονέων και των ενήλικων τέκνων τους, που έχουν δική τους φορολογική υποχρέωση και υποβάλουν χωριστή δήλωση ή μεταξύ τρίτων, για τον προσδιορισμό του τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση υπολογίζεται το μέρος της επιφάνειας που αναλογεί στο ποσοστό συνιδιοκτησίας κάθε συνιδιοκτήτη.
7. Οι διορθωτικοί συντελεστές, όπως προαναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος, είναι τριψήφιοι δεκαδικοί αριθμοί που αποτελούνται από μονοψήφιο ακέραιο και δύο δεκαδικά ψηφία. Η επιλογή τους, κατά τη μηχανογραφική εκκαθάριση των δηλώσεων γίνεται από το ΚΕ.Π.Υ.Ο. ή από τη Δ.Ο.Υ., προκειμένου για χειρόγραφη εκκαθάριση, ανάλογα με το ύψος της τιμής ζώνης ή της τιμής εκκίνησης. Οι ίδιοι συντελεστές εφαρμόζονται είτε το ακίνητο βρίσκεται εντός είτε εκτός αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων.
8. Επίσης, ο συντελεστής παλαιότητας, όπως προαναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος, είναι τριψήφιος δεκαδικός αριθμός με μονοψήφιο ακέραιο και δύο δκαδικά ψηφία.
Η παλαιότητα αρχίζει να υπολογίζεται μετά πάροδο διετίας από την ημερομηνία έκδοσης ή αναθεώρησης της οικοδομικής άδειας. Ο χρόνος έκδοσης ή αναθεώρησης της οικοδομικής άδειας υπολογίζεται ολόκληρος στην παλαιότητα, αν η έκδοση ή αναθεώρηση γίνει μέσα στο πρώτο εξάμηνο. Αντίθετα, ο χρόνος έκδοσης ή αναθεώρησης της οικοδομικής άδειας, δεν υπολογίζεται καθόλου στην παλαιότητα, αν η έκδοση ή αναθεώρηση γίνει μέσα στο δεύτερο εξάμηνο. Επίσης, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την ημερομηνία έκδοσης ή αναθεώρησης της οικοδομικής άδειας μέχρι τη συμπλήρωση της διετίας υπολογίζεται συντελεστής 1,00.
Ο ίδιος συντελεστής παλαιότητας εφαρμόζεται είτε το ακίνητο βρίσκεται εντός είτε εκτός αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων.
Σε περίπτωση που η ιδιοκατοικούμενη οικοδομή αποτελείται από περισσότερους του ενός ορόφου, με διαφορετική παλαιότητα καθένας, για τον υπολογισμό του τεκμαρτού εισοδήματος λαμβάνεται ο ίδιος συντελεστή παλαιότητας για όλο το κτίριο, ο παλαιότερος.
Η επιλογή του συντελεστή παλαιότητας κατά τη μηχανογραφική εκκαθάριση γίνεται από το ΚΕ.Π.Υ.Ο ή προκειμένου για χειρόγραφη εκκαθάριση, από τη ΔΟΥ.
9. Οι μήνες ιδιοκατοίκησης γράφονται και υπολογίζονται με ακέραιο μονοψήφιο ή διψήφιο αριθμό.
Ιδιοκατοίκηση μέχρι 15 μέρες δεν υπολογίζεται, ενώ ιδιοκατοίκηση από 16 μέρες και πάνω λαμβάνεται ως ολόκληρος μήνας.
Ειδικά για μία ή περισσότερες εξοχικές δευτερεύουσες κατοικίες για καθεμιά τους υπολογίζεται ιδιοκατοίκηση για τρεις μήνες το έτος.
10. Το μηνιαίο ή το ετήσιο τεκμαρτό εισόδημα από ιδιοκατοίκηση κύριας ή πρώτης δευτερεύουσας κατοικίας (μη εξοχικής ή εξοχικής) συμπληρώνεται στη δήλωση σε κάθε περίπτωση από το φορολογούμενο, κατά τη δική του εκτίμηση είτε αυτό φορολογείται είτε απαλλάσσεται από το φόρο εισοδήματος.
Ειδικά, για κύρια και πρώτη δευτερεύουσα κατοικία πάνω από 150 τμ, το τεκμαρτό τους εισόδημα υπολογίζεται, σύμφωνα με τα ανωτέρω από το ΚΕ.Π.Υ.Ο, μηχανογραφικά, χωρίς να ληφθεί υπόψη το τεκμαρτό μίσθωμα που δηλώθηκε κατ`εκτίμηση του φορολογουμένου και χωρίς να επιβληθεί πρόσθετος φόρος ή προσαυξήσεις σε περίπτωση διαφοράς από αυτό που δηλώθηκε.
Το μηνιαίο τεκμαρτό μίσθωμα γράφεται ακέραιο, ανεξάρτητα από το απαλλασσόμενο ποσό ή τα ποσοστά συνιδιοκτησίας. Το ετήσιο τεκμαρτό εισόδημα της ιδιοκατοικούμενης οικοδομής γράφεται αθροιστικά και για τους δύο συζύγους.
11. Τα ποσοστά συνιδιοκτησίας της ιδιοκατοικούμενης οικοδομής του συζύγου ή της συζύγου γράφονται στη δήλωση και υπολογίζονται στην εκκαθάριση με ακέραιους μονοψήφιους, διψήφιους ή τριψήφιους αριθμούς.
Αν μεταβλήθηκε το ποσοστό συνιδοκτησίας από οποιαδήποτε αιτία μέσα στο έτος, δε συμπληρώνεται κανένα ποσοστό στην οικεία ένδειξη της δήλωσης. Τότε επισυνάπτεται σημείωμα στο οποίο γράφεται το αρχικό και το τελικό ποσοστό, καθώς και ο αντίστοιχος χρόνος διάρκειάς τους. Οι δηλώσεις αυτές δεν στέλνονται στο ΚΕ.Π.Υ.Ο. για εκκαθάριση. Η εκκαθάρισή τους γίνεται χειρόγραφα από τις Δ.Ο.Υ.
Αν υπάρχει διαφορετικό ποσοστό συνιδιοκτησίας μεταξύ των ορόφων της κατοικίας ή μεταξύ των κύριων χώρων της κατοικίας και της αποθήκης και του γκαράζ, η δήλωση δεν στέλνεται στο ΚΕ.Π.Υ.Ο. Η εκκαθάριση γίνεται χειρόγραφα από τις Δ.Ο.Υ.
12. Επίσης, σε περίπτωση αλλαγής της ιδιόκτητης κύριας κατοικίας μέσα στο έτος, στον πίνακα 5 της δήλωσης γράφεται η τελευταία κύρια κατοικία και η προηγούμενη γράφεται σε ιδιαίτερο πίνακα με ίδια γραμμογράφηση που επισυνάπτεται στη δήλωση.
Στην περίπτωση αυτή όταν κάποια από τις δύο κύριες κατοικίες είναι μεγαλύτερη από 150 τμ ή όταν το άθροισμα της επιφάνειας κάποιας από τις δύο κύριες με την πρώτη δευτερεύσουσα (μη εξοχική ή εξοχική) κατοικία υπερβαίνει τα 150 τμ, η εκκαθάριση γίνεται χειρόγραφα από τη Δ.Ο.Υ. Αντίθετα, αν καμία από τις δύο κύριες κατοικίες δεν είναι μεγαλύτερη από 150 τμ και εφόσον δεν υπάρχει δευτερεύουσα κατοικία ή το άθροισμα καθεμιάς κύριας με την πρώτη δευτερεύουσα δεν υπερβαίνει τα 150 τμ., τότε η εκκαθάριση της δήλωσης γίνεται μηχανογραφικά από το ΚΕ.Π.Υ.Ο.
Προσοχή στη δήλωση που θα σταλεί στο ΚΕ.Π.Υ.Ο. θα γράφεται μόνο η τελευταία κύρια κατοικία, χωρίς να στέλνεται και ο πίνακας που συμπληρώθηκε για την πρώτη κύρια κατοικία.
Αν εκτός από τα παραπάνω, υπάρχει συγχρόνως και αλλαγή ιδιοκτήτη ή αλλαγή ποσοστών συνιδιοκτησίας, γίνεται σε κάθε περίπτωση, χειρόγραφη εκκαθάριση από τη Δ.Ο.Υ.
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει, αν κατά τη διάρκεια του έτους υπάρχει αλλαγή μόνο στην πρώτη δευτερεύουσα κατοικία (π.χ. πώληση παλαιάς και αγορά νέας πρώτης δευτερεύουσας κατοικίας). Στην περίπτωση αυτή όταν κάποια από τις δύο δευτερεύουσες κατοικίες είναι μεγαλύτερη από 150 τμ. ή όταν το άθροισμα της επιφάνειας κάποιας από τις δύο δευτερεύουσες με την κύρια κατοικία υπερβαίνει τα 150 τμ., η εκκαθάριση γίνεται χειρόγραφα από τη Δ.Ο.Υ. Αντίθετα, αν καμιά από τις δύο δευτερεύουσες κατοικίες δεν είναι μεγαλύτερη από 150 τμ. και εφόσον δεν υπάρχει κύρια κατοικία ή το άθροισμα καθεμιάς δευτερεύουσας με την κύρια δεν υπερβαίνει τα 150 τμ., τότε η εκκαθάριση της δήλωσης γίνεται μηχανογραφικά από το ΚΕ.Π.Υ.Ο.
Προσοχή. Στη δήλωση που θα σταλεί στο ΚΕ.Π.Υ.Ο. θα γράφεται μόνο η τελευταία δευτερεύουσα κατοικία, ενώ η προηγούμενη δευτερεύουσα δεν θα γράφεται σε κανένα κωδικό. Επίσης, αν υπάρχει συγχρόνως και αλλαγή ιδιοκτήτη ή ποσοστών συνιδιοκτησίας στη δευτερεύουσα κατοικία, γίνεται, σε κάθε περίπτωση, χειρόγραφη εκκαθάριση από τη Δ.Ο.Υ.
13. Οταν κατά τη διάρκεια του έτους κύρια και πρώτη δευτερεύουσα κατοικία υπερβαίνουν αθροιστικά τα 150 τμ. και ιδιοκατοικούνται για διάστημα μικρότερο από 12 μήνες η καθεμιά, η εκκαθάριση δεν μπορεί να γίνει μηχανογραφικά από το ΚΕ.Π.Υ.Ο.
Στην περίπτωση αυτή η δήλωση γίνεται χειρόγραφα από τη Δ.Ο.Υ, εκτός αν η επιφάνειά τους αθροιστικά είναι κατω από 150 τμ., οπότε η δήλωση αυτή θα σταλεί για μηχανογραφική εκκαθάριση στο ΚΕ.Π.Υ.Ο.
14. Περαιτέρω, αν υπάρχει δευτερεύουσα μη εξοχική και μία ή περισσότερες εξοχικές δευτερεύουσες κατοικίες, ως πρώτη δευτερεύουσα κατοικία λαμβάνεται η μη εξοχική και η άλλη ή οι άλλες εξοχικές δευτερεύουσες κατοικίες θεωρούνται λοιπές δευτερεύουσες.
Ομοίως αν υπάρχουν περισσότερες δευτερεύουσες μη εξοχικές κατοικίες, η μία απ`αυτές αποτελεί την πρώτη δευτερεύουσα κατοικία και η άλλη ή οι άλλες αποτελούν τις λοιπές δευτερεύουσες.
Σε περίπτωση που δύο ή περισσότερα διαμερίσματα του ίδιου ή διαφορετικού ορόφου, που συνορεύουν, έχουν συνενωθεί λειτουργικά, χωρίς τη σύσταση συμβολαιογραφικού εγγράφου για τη συνένωσή τους, το άθροισμα των επιφανειών τους θεωρείται ως μία κατοικία, κύρια ή δευτερεύουσα, αντίστοιχα, ανάλογα με τη χρήση τους.
15.- Για τον προσδιορισμό του φορολογητέου τεκμαρτού εισοδήματος, στην επιφάνεια των 150 τμ. της κύριας και της πρώτης δευτερεύουσας κατοικίας που απαλλάσσονται από το φόρο, περιλαμβάνεται το άθροισμα των κύριων χώρων με τους τυχόν βοηθητικούς χώρους (σε περίπτωση μονοκατοικίας), καθώς και ολόκληρη η επιφάνεια της αποθήκης και του γκαράζ (χωρίς μείωση 20%).
Επίσης, για το απαλλασσόμενο όριο των 150 τμ. λαμβάνεται κατ`αρχήν η επιφάνεια της ιδιοκατοικούμενης κύριας κατοικίας. Αν το εμβαδόν της ιδιοκατοικούμενης κύριας κατοικίας είναι μικρότερο από 150 τμ., η διαφορά μέχρι τα 150 τμ. καλύπτεται με την επιφάνεια μόνο της πρώτης δευτερεύουσας κατοικίας. Αν υπάρχει πρώτη δευτερεύουσα κατοικία μη εξοχική και μία ή περισσότερες εξοχικές, η απαλλασσόμενη επιφάνεια που υπολείπεται μέχρι τα 150 τμ. καλύπτεται με τμήμα ή με ολόκληρη την επιφάνεια της μη εξοχικής πρώτης δευτερεύουσας κατοικίας. Στην περίπτωση αυτή, ως πρώτη δευτερεύουσα κατοικία, όταν υπάρχει μη εξοχική και εξοχική δευτερεύουσα κατοικία, λαμβάνεται η επιφάνεια της μη εξοχικής.
Αν δεν υπάρχει μη εξοχική πρώτη δευτερεύουσα κατοικία, η απαλλασσόμενη επιφάνεια που υπολείπεται μέχρι τα 150 τμ., καλύπτεται με τμήμα ή με ολόκληρη την επιφάνεια της εξοχικής πρώτης δευτερεύουσας κατοικίας.
Τυχόν άλλη εξοχική ή άλλες εξοχικές δευτερεύουσες κατοικίες υπολογίζονται ως λοιπές δευτερεύουσες κατοικίες. Σε περιπτώσεις συνιδιοκτησίας μόνο μεταξύ των συζύγων και των ανήλικων τέκνων τους λαμβάνεται για τον υπολογισμό των 150 τμ. η συνολική επιφάνεια των πιο πάνω ακινήτων, ενώ σε περιπτώσεις συνιδιοκτησίας με ενήλικα τέκνα ή τρίτους λαμβάνεται υπόψη η επιφάνεια που αναλογεί στα ποσοστά συνιδιοκτησίας τους.
Τέλος, αν το άθροισμα της ιδιοκατοικούμενης κύριας και πρώτης δευτερεύουσας κατοικίας (μη εξοχικής ή εξοχικής), εξακολουθεί να υπολείπεται από το απαλλασσόμενο όριο των 150 τμ. του άρθρου 6 του ν.2238/1994, η διαφορά αυτή δεν καλύπτεται και με άλλη δεύτερη δευτερεύουσα (μη εξοχική ή εξοχική) ιδιοκατοικούμενη κατοικία του φορολογούμενου.
16.- Για πληρέστερη κατανόηση παραθέτουμε τα ακόλουθα παραδείγματα:
Παράδειγμα 1ο:
Από 1/1-31/12/1997 ιδιοκατοικείται ως κύρια κατοικία διαμέρισμα επιφάνειας 190 τμ., στον 3ο όροφο πολυκατοικίας με πρόσοψη επί της οδού `Ιστρου 125 στον Περισσό. Χρόνος έκδοσης οικοδομικής άδειας το 1986.
Υπολογισμός ετήσιου ακαθάριστου τεκμαρτού εισοδήματος: Αξία κύριας κατοικίας: (ΕΧΤΖΧΔΣΧΣΠ) 190 Χ 165.000 Χ 1,20 Χ 0,80= 30.096.000 Ετήσιο ακαθάριστο τεκμαρτό εισόδημα: 30.096.000Χ3,5%=1.053.360 Υπολογισμός ετήσιου φορολογούμενου ακαθάριστου εισοδήματος:
1.053.360 Χ 40 = 221.760 / 190

Παράδειγμα 2ο:
Από 1/1-31/12/1997 ιδιοκατοικείται, ως κύρια κατοικία, μονοκατοικία στην Αγία Παρασκευή με πρόσοψη επί της οδού Αγίου Ιωάννου 60. Πρόκειται για διώροφη μονοκατοικία συνολικής επιφάνειας 190 τμ. με ενιαία λειτουργική ενότητα. Αποτελείται από υπόγειο χώρο επιφάνειας 40 τμ., που επικοινωνεί με το ισόγειο και τον 1ο όροφο και χρησιμοποιείται ως αποθήκη και γκαράζ, από ισόγειο 80 τμ. και 1ο όροφο 70 τμ. Η άδεια ανέγερσης της οικοδομής εκδόθηκε το έτος 1972.
Υπολογισμός ετήσιου ακαθάριστου τεκμαρτού εισοδήματος:
Επιφάνεια κύριας κατοικίας:
1ος όροφος 70 τμ.
Ισόγειο 80 τμ.
Υπόγειο (αποθήκη-γκαράζ) 40 τμ Χ 20% = 8 τμ.
Συνολική επιφάνεια για τον υπολογισμό της αξίας του ακινήτου : 158 τμ
Αξία κύριας κατοικίας: (ΕΧΤΖΧΔΣΧΣΠ) 158 Χ 235.000 Χ1,20 Χ0,65=28.961.400 Ετήσιο ακαθάριστο τεκμαρτό εισόδημα: 28.961.400 Χ 3,5% = 1.013.649
Υπολογισμός ετήσιου φορολογούμενου ακαθάριστου εισοδήματος:
1.013.649 Χ 40=213.400 / 190

Παράδειγμα 3ο:
Από 1/1-31/12/1997 ιδιοκατοικείται ως κύρια κατοικία διαμέρισμα 2ου ορόφου επιφάνειας 96 τμ. με υπόγειο γκαράζ 12 τμ. στο υπόγειο της πολυκατοικίας επί της Πλατείας 28ης Οκτωβρίου (Κύπρου) στο Περιστέρι. Ετος έκδοσης άδειας της πολυκατοικίας το 1976.
Επίσης, ο ίδιος φορολογούμενος έχει κατά πλήρη κυριότητα και 1η δευτερεύουσα εξοχική ισόγεια κατοικία στην Κοινότητα Παντοκράτορος-Ζακύνθου, επιφανείας 67τμ. που την ιδιοκατοικεί 3 μήνες το χρόνο. `Εχει έτος έκδοσης οικοδομικής άδειας το 1958.
Υπολογισμός ετήσιου ακαθάριστου τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση:
α) Το ακαθάριστο τεκμαρτό εισόδημα από ιδιοκατοίκηση κύριας κατοικίας απαλλάσσεται από το φόρο εισοδήματος, γιατί η συνολική επιφάνεια της κύριας κατοικίας (108 τμ.) υπολείπεται των 150 τμ. που απαλλάσσονται από το φόρο.
β) Υπολογισμός ακαθάριστου τεκμαρτού εισοδήματος 1ης δευτερεύουσας- εξοχικής κατοικίας:
Αξία 1ης δευτερεύουσας κατοικίας: (ΕΧΤΖΧΔΣΧΣΠ) 67 Χ 100.000 Χ 1,10 Χ 0,60 = 4.422.000
Ετήσιο ακαθάριστο τεκμαρτό εισόδημα: 4.422.000 Χ 3,5% Χ 3/12 = 38.693
Υπολογισμός ετήσιου φορολογούμενου ακαθάριστου εισοδήματος 1ης δευτερεύουσας-εξοχικής κατοικίας:
38.693 Χ 25 = 14.438 / 67
Παράδειγμα 4ο:
Από 1/1-31/12/1997 ιδιοκατοικείται, ως κύρια κατοικία, ισόγεια μονοκατοικία επιφάνειας 90 τμ. με πρόσοψη επί των οδών Φλέμινγκ και Κρυστάλλη στη Νέα Ελβετία του Δήμου Βύρωνα. Χρόνος έκδοσης οικοδομικής άδειας είναι το 1950. Επίσης, ο ίδιος φορολογούμενος έχει, μαζί με τη σύζυγό του κατά πλήρη κυριότητα από 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, μια εξοχική δευτερεύουσα κατοικία. Πρόκειται για ισόγεια μονοκατοικία που την ιδιοκατοικεί τους θερινούς μήνες. `Εχει επιφάνεια 85 τμ. και βρίσκεται στη Λούτσα, σε περιοχή που δεν έχει ενταχθεί στον αντικειμενικό προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων. `Ετος έκδοσης οικοδομικής άδειας είναι το 1967.
Υπολογισμός ετήσιου ακαθάριστου τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση:
α) Το ακαθάριστο τεκμαρτό εισόδημα από ιδιοκατοίκηση κύριας κατοικίας απαλλάσσεται από το φόρο εισοδήματος, γιατί η συνολική επιφάνεια της κύριας κατοικίας (90τμ.) υπολείπεται των 150 τμ. που απαλλάσσονται από το φόρο.
β) Υπολογισμός ακαθάριστου τεκμαρτού εισοδήματος 1ης δευτερεύουσας- εξοχικής κατοικίας:
Αξία 1ης δευτερεύουσας κατοικίας:(ΕΧΤΖΧΔΣΧΣΠ) 85 Χ 100.000 Χ 1,10 Χ 0,60 = 5.610.000
Ετήσιο ακαθάριστο τεκμαρτό εισόδημα:5.610.000 Χ 3,5% Χ 3/12=49.088
Yπολογισμός ετήσιου φορολογούμενου ακαθάριστου εισοδήματος 1ης δευτερεύουσας κατοικίας:
49.088 Χ 25 = 14.438 / 85
Συνεπώς, ο κάθε σύζυγος θα φορολογηθεί για ακαθάριστο τεκμαρτό εισόδημα: 14.438:2=7219 δρχ.

Ο Γεν. Γραμματέας
Χ. ΑΛΑΜΑΝΟΣ

ΠΟΛ 1201 09.07.1996 Το φορολογούμενο τμήμα του τεκμαρτού ετήσιου εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση της κύριας ή της δευτερεύουσας κατοικίας (εξοχικής ή μη) λαμβάνεται υπόψη για τον περιορισμό ή κάλυψη της προστιθέμενης διαφοράς τεκμηρίων δαπανών διαβίωσης.

ΠΟΛ 1201 09.07.1996 Το φορολογούμενο τμήμα του τεκμαρτού ετήσιου εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση της κύριας ή της δευτερεύουσας κατοικίας (εξοχικής ή μη) λαμβάνεται υπόψη για τον περιορισμό ή κάλυψη της προστιθέμενης διαφοράς τεκμηρίων δαπανών διαβίωσης.

Με αφορμή ερωτήματα που μας έχουν υποβληθεί, σχετικά με το πιο πάνω θέμα, σας πληροφορούμε τα ακόλουθα:

1.- Σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 4, 6, 9, 20 και 23 του Ν.2238/1994, το καθαρό ετήσιο εισόδημα που προκύπτει με βάση το τεκμαρτό μίσθωμα των ιδιοκατοικούμενων κατοικιών, αποτελεί εισόδημα από ακίνητα, το οποίο προστίθεται στα καθαρά εισοδήματα των λοιπών κατηγοριών και το άθροισμα (μετά την έκπτωση των δαπανών του άρθρου 8 από το συνολικό εισόδημα) υποβάλλεται σε φόρο με βάση την κλίμακα του άρθρου 9 του ίδιου νόμου.

2.- Εξάλλου από τις διατάξεις της περίπτωσης β' της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Ν.2238/1994 προκύπτει ότι κατά τον υπολογισμό του εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση οικοδομών, δεν λαμβάνεται υπόψη το ακαθάριστο τεκμαρτό εισόδημα από ιδιοκατοίκηση της κύριας κατοικίας του φορολογουμένου, εμβαδού μέχρι 200 τετραγωνικά μέτρα. Αν το εμβαδόν της ιδιοκατοικούμενης κύριας κατοικίας είναι μικρότερο από 200 τετραγωνικά μέτρα, η διαφορά μέχρι τα 200 τετραγωνικά μέτρα, λαμβάνεται υπόψη για απαλλαγή μίας μόνο ιδιοκατοικούμενης δευτερεύουσας κατοικίας.

3.- Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του Ν.2238/1994, η διαφορά που προκύπτει μεταξύ του εισοδήματος που δηλώθηκε από το φορολογούμενο, τη σύζυγό του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν ή προσδιορίστηκε από τον προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας και της συνολικής ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης τους, των άρθρων 16 και 17 του ίδιου νόμου, προσαυξάνει τα εισοδήματα που δηλώνονται ή προσδιορίζονται από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., στο ίδιο οικον. έτος, του φορολογουμένου ή της συζύγου του, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην ίδια διάταξη.

4. Επίσης, με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του ανωτέρω άρθρου (19) και νόμου, ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ., κατά τον προσδιορισμό της διαφοράς της προηγούμενης παραγράφου, υποχρεούται να λάβει υπόψη του τα αναγραφόμενα στη δήλωση χρηματικά ποσά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ανάλωση κεφαλαίου που αποδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο, τα οποία αποδεικνύονται από νόμιμα παραστατικά στοιχεία, με τα οποία καλύπτεται ή περιορίζεται η διαφορά που προκύπτει.
Για τον προσδιορισμό του μη αναλωθέντος κεφαλαίου κάθε έτους από τα πραγματικά εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί ή νόμιμα απαλλαγεί από το φόρο, τα οποία προκύπτουν από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών και από τα λοιπά χρηματικά ποσά που αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου αυτού, εκπίπτουν οι δαπάνες που ορίζονται από τα άρθρα 16 και 17 του ίδιου νόμου.

5.- Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το τεκμαρτό ετήσιο εισόδημα από ιδιοκατοίκηση, κατά το μέρος που φορολογείται, θεωρείται στοιχείο που αυξάνει τη φοροδοτική ικανότητα του φορολογουμένου, καθόσον το καθαρό εισόδημα από αυτή συναθροιζόμενο με τα λοιπά εισοδήματά του, φορολογείται με τις γενικές διατάξεις.
Συνεπώς, το τμήμα εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση που φορολογείται, σε αντίθεση με το απαλλασσόμενο εισόδημα αυτής το οποίο δεν μειώνει την προστιθέμενη διαφορά τεκμηρίων, ούτε του ίδιου έτους, θεωρείται και αυτό πραγματικό εισόδημα που μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά το σχηματισμό των κεφαλαίων προηγούμενων ετών, την ανάλωση των οποίων επικαλείται ο φορολογούμενος για την κάλυψη ή τον περιορισμό της προστιθέμενης διαφοράς τεκμηρίων δαπανών διαβίωσης.

6.- Κάθε διαταγή αντίθετου περιεχομένου με την παρούσα παύει να ισχύει.

ΠΟΛ 1198 02.07.1996 Φορολόγηση εισοδήματος που προέρχεται από ακίνητο ανήλικου τέκνου που αγοράσθηκε με δωρεά χρημάτων από τρίτα πρόσωπα. Υποχρέωση υποβολής ή μη δήλωσης φορολογίας εισοδήματος από τον ανήλικο.

ΠΟΛ 1198 02.07.1996 Φορολόγηση εισοδήματος που προέρχεται από ακίνητο ανήλικου τέκνου που αγοράσθηκε με δωρεά χρημάτων από τρίτα πρόσωπα. Υποχρέωση υποβολής ή μη δήλωσης φορολογίας εισοδήματος από τον ανήλικο.

Με αφορμή την υποβολή ερωτημάτων, σχετικά με το πιο πάνω θέμα σας πληροφορούμε τα εξής:

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του Ν. 2238/1994, το εισόδημα των ανήλικων τέκνων προστίθεται στα εισοδήματα του γονέα που έχει το μεγαλύτερο συνολικό εισόδημα και φορολογείται στο όνομά του. Αν οι γονείς έχουν ίσο ποσό συνολικού εισοδήματος, το εισόδημα του ανήλικου τέκνου προστίθεται στο εισόδημα του πατέρα και φορολογείται στο όνομά του. Αν ο υπόχρεος γονέας δεν έχει τη γονική μέριμνα, το εισόδημα προστίθεται στα εισοδήματα του άλλου γονέα και φορολογείται στο όνομά του.

2. Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 5 του ιδίου νόμου, ορίζεται ότι, οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται για τα εισοδήματα τα οποία προκύπτουν α) από την παροχή της προσωπικής εργασίας του τέκνου, β) από περιουσιακά στοιχεία που περιήλθαν στο τέκνο από κληρονομιά ή από δωρεά, με εξαίρεση τις γονικές παροχές και τις δωρεές που έγιναν σ΄ αυτό από τους γονείς του, γ) από συντάξεις που απονεμήθηκαν στο τέκνο, λόγω θανάτου του πατέρα του ή της μητέρας του, και δ) από περιουσιακά στοιχεία που περιήλθαν στο ανήλικο τέκνο από δωρεές ή γονικές παροχές, που έγιναν σε αυτό από γονέα του, ο οποίος έχει αποβιώσει κατά το χρόνο που προκύπτει το εισόδημα από αυτά τα περιουσιακά στοιχεία. Για τα εισοδήματα αυτά το τέκνο έχει δική του φορολογική υποχρέωση.

3. Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 2238/1994, καθορίζονται οι δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων του φορολογουμένου, της συζύγου του και των προσώπων που τους βαρύνουν που πραγματικά καταβάλλονται από αυτούς για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι δαπάνες για αγορές ακινήτων ή ανέγερση οικοδομών. Τα χρηματικά αυτά ποσά λογίζονται ως τεκμαρτή δαπάνη και προσαυξάνουν την ετήσια τεκμαρτή δαπάνη των ανωτέρω που προσδιορίζεται βάσει των διατάξεων του άρθρου 16 του ίδιου νόμου.

4. Με τις διατάξεις της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 61 του N. 2238/1994, ορίζεται ότι υπόχρεοι σε υποβολή δήλωσης για τα εισοδήματά τους, ανεξάρτητα από το αν υπόκεινται ή όχι σε φόρο είναι, μεταξύ άλλων, και όσοι αγοράζουν ακίνητα ή ανεγείρουν οικοδομή.

5. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτουν τα εξής:

α) Το εισόδημα που προέρχεται από ακίνητο, που αγοράσθηκε από ανήλικο με δωρεές χρημάτων τρίτων προσώπων, δεν μπορεί να λογισθεί σαν εισόδημα από περιουσιακό στοιχείο που περιήλθε σ΄ αυτό από δωρεά τρίτων και κατά συνέπεια το εισόδημα του ακινήτου αυτού θα δηλωθεί και θα φορολογηθεί στο όνομα των γονέων του, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην παράγραφο (ένα) 1 του παρόντος και όχι στο όνομα του ανήλικου τέκνου.

β) Η δαπάνη αγοράς ακινήτου από το ανήλικο τέκνο που βαρύνει τους γονείς του, λογίζεται ως τεκμαρτή δαπάνη όχι του ανήλικου τέκνου, αλλά του γονέα εκείνου που διαθέτει το μεγαλύτερο συνολικό εισόδημα. Σε αυτή την περίπτωση χρηματικά ποσά τυχόν δωρεών που καταβλήθηκαν στο ανήλικο τέκνο από τρίτα πρόσωπα, εφόσον αποδεικνύεται νομότυπα η καταβολή τους, λαμβάνονται υπόψη για τη μείωση της διαφοράς εισοδήματος του γονέα που τυχόν ήθελε προκύψει, λόγω τεκμηρίου.

6. Ύστερα από τα παραπάνω, εφόσον υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος τόσο για τη δαπάνη αγοράς του ακινήτου, που αγοράστηκε στο όνομα ανηλίκου τέκνου με δωρεές τρίτων προσώπων, όσο και για τα εισοδήματα του ακινήτου αυτού, ανεξαρτήτου ποσού έχει ο γονέας εκείνος που έχει το μεγαλύτερο συνολικό εισόδημα η υποβολή φορολογικής δήλωσης και από το ανήλικο τέκνο λόγω αγοράς και μόνο του ακινήτου στο όνομά του κανέναν ουσιαστικό σκοπό δεν εξυπηρετεί, γι΄ αυτό και γίνεται δεκτό η μη υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και στο όνομα του ανήλικου τέκνου.

ΠΟΛ 1207 09.10.1991 Προσδιορισμός της φορολογητέας ύλης με βάση τις δαπάνες μετά τις τροποποιήσεις που έγιναν στο άρθρο 5 του ν.δ. 3323/1955 με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 1882/1990 και του άρθρου 5 του Ν. 1914/1990.

ΠΟΛ 1207 09.10.1991 Προσδιορισμός της φορολογητέας ύλης με βάση τις δαπάνες μετά τις τροποποιήσεις που έγιναν στο άρθρο 5 του ν.δ. 3323/1955 με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 1882/1990 και του άρθρου 5 του Ν. 1914/1990.

Όπως είναι γνωστό με βάση τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 1882/1990 και με τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ν. 1914/1990 είτε αντικαταστά­θηκαν ή τροποποιήθηκαν είτε ορίσθηκε διαφορε­τική ημερομηνία έναρξης ισχύος για ορισμένες διατάξεις του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστα­σή του με το άρθρο 5 του Ν. 1828/1989.
Με την παρούσα παρέχουμε οδηγίες για την εφαρμογή εκείνων των διατάξεων που, όπως προαναφέραμε, κατ΄ οποιοδήποτε τρόπο μεταβλήθηκαν και συμπληρωματικές διευκρινίσεις της 1037956/356/0012/ΠΟΛ.1094/23.3.1989 διαταγής μας σε ζητήματα που έχουν γενικώς ανακύψει από την εφαρμογή του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/ 1955.
Σημειώνεται ότι όσα διαλαμβάνονται στην παρούσα εγκύκλιο και οι ειδικότερες οδηγίες για τον προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης βάσει τεκμηρίων δεν ισχύουν, εφόσον ήθελε υποβληθεί από φορολογούμενο δήλωση των περιουσιακών του στοιχείων της 1.1.1991 κατά τα αναφερόμενα παρακάτω σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της εγκυκλίου.
Ακόμη διευκρινίζεται ότι ο προσδιορισμός της φορολογητέας ύλης με βάση τις δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, αφορά μόνο μονίμους κατοίκους Ελλάδος, που υποβάλλουν στις ΔΟΥ τις φορολογικές τους δηλώσεις εισοδήματος και δεν αφορά κατοίκους αλλοδαπής, ομογενείς ή όχι, που υποβάλλουν φορολογικές δηλώσεις στη χώρα κατοικίας τους στο εξωτερικό.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο
ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΘΕ ΜΙΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥΣ 1,2,3, 4,5,6,7 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 1882/1990
.
Ι. Παράγραφος 1
Αντικατάσταση του πίνακα της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955
Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου αναπροσαρμόζονται από το οικον. έτος 1991 (χρήση 1.1 - 31.12.90) τα ποσά της τεκμαρτής δαπάνης που προσδιορίζονται με βάση τους φορολογήσιμους ίππους του επιβατικού αυτοκινήτου.
Με βάση τα νέα ποσά της τεκμαρτής αυτής δαπάνης σε συνδυασμό με τη μείωση των ποσών που προβλέπεται από το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955, η ετήσια τεκμαρτή δαπάνη των επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής (ή μικτής) χρήσης διαμορφώνεται ως εξής:

ΕΤΗΣΙΑ ΤΕΚΜΑΡΤΗ ΔΑΠΑΝΗ

ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΥΣ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΙΜΟΥΣ ΙΠΠΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΤΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ Ε.Ι.Χ. ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ κ.λ.π.

Φορ/μοι ίπποι

Μέχρι & 5 έτη

Πάνω από 5 μέχρι & 10 έτη

Πάνω από 10 μέχρι & 15 έτη

Πάνω από
15 η προέλευση από ΟΔΔΥ

Ειδικά διασκευασμένο για χρησιμοποίηση από ανάπηρο

 

 

Μείωση 15%

Μείωση 20%

Μείωση 30%

Μείωση 50%

Μέχρι7

650.000

552.500

520.000

455.000

325.000

8

800.000

680.000

640.000

560.000

400.000

9

900.000

765.000

720.000

630.000

450.000

10

1.100.000

935.000

880.000

770.000

550.000

11

1.300.000

1.105.000

1.010.000

910.000

650.000

12

1.500.000

1.275.000

1.200.000

1.050.000

750.000

13

1.800.000

1.530.000

1.440.000

1.260.000

900.000

14

2.200.000

1.870.000

1.760.000

1.540.000

1.100.000

15

2.600.000

2.210.000

2.080.000

1.820.000

1.300.000

16

3.400.000

2.890.000

2.720.000

2.380.000

1.700.000

17

4.100.000

3.485.000

3.280.000

2.870.000

2.050.000

18

4.600.000

3.910.000

3.680.000

3.220.000

2.300.000

19

5.200.000

4.420.000

4.160.000

3.640.000

2.600.000

20

5.800.000

4.930.000

4.640.000

4.060.000

2.900.000

21

7.500.000

6.375.000

6.000.000

5.250.000

3.750.000

22

8.200.000

6.970.000

6.560.000

5.740.000

4.100.000

23 και άνω

9.000.000

7.650.000

7.200.000

6.300.000

4.500.000

II. Παράγραφος 2

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 αυτού του άρθρου αντικαθίσταται το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955.

Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις για τον υπολογισμό της τεκμαρτής δαπάνης με βάση τους φορολογήσιμους ίππους, προκειμένου για εκπαιδευτές οδηγών αυτοκινήτων, καθώς και για τις επιχειρήσεις ενοικίασης αυτοκινήτων, που χρησιμοποιούν για το σκοπό αυτό περισσότερα από ένα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, λαμβάνεται υπόψη μόνο το αυτοκίνητο που δίνει τη μεγαλύτερη τεκμαρτή δαπάνη.

Σημειώνεται ότι προηγούμενα τα παραπάνω ίσχυαν μόνο για τους εκπαιδευτές οδηγών αυτοκινήτων.

Διευκρινίζεται ότι η οικεία τεκμαρτή δαπάνη εκτός από τον κύριο βαρύνει και τον κάτοχο των επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης ή των αυτοκινήτων μικτής χρήσης, εφόσον η κατοχή αυτή του αυτοκινήτου είναι μεγάλου χρονικού διαστήματος και οπωσδήποτε πάνω από ένα μήνα. Έτσι βαρύνει και τους ενοικιαστές αυτού του είδους αυτοκινήτων είτε η ενοικίαση είναι απλή είτε είναι κατά το σύστημα LEASING. Με αυτή την έννοια εάν κάτοικος Ελλάδος ενοικια­στής αυτ/του ενοικιάσει εντός του έτους περισ­σότερα του ενός αυτ/τα, όλα θα ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό της ετήσιας τεκμαρτής δα­πάνης επιβατικών αυτ/των π.χ.

Ο Α επαγγελματίας νοίκιασε για 3 μήνες ΕΙΧ αυτ/το 8 ίππων και για άλλους 6 μήνες νοίκιασε ΕΙΧ αυτο/το 12 ίππων. Η τεκμαρτή δαπάνη από την ενοικίαση αυτή ανέρχεται σε δρχ. 950.000.

Δηλαδή:

(800.000 Χ

3

+ 1.500.000 Χ

6)

12

12

Στις περιπτώσεις αυτές η τεκμαρτή δαπάνη θα υπάρξει μόνο σε έναν, δηλαδή μόνο στον μακρο­χρόνιο ενοικιαστή ή τον κάτοχο κατά το σύστημα LEASING και όχι στην ιδιοκτήτρια εταιρία.

2. Επίσης με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι οι διατάξεις της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 εφαρμόζονται ανάλογα και για τον προσδιορισμό της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης με βάση το ύψος των ετήσιων εξόδων συντήρησης και κυκλοφορίας αυτοκινήτων μικτής χρήσης.

Σημειώνεται ότι το τελευταίο ίσχυε και προηγούμενα καθόσον είχε γίνει δεκτό διοικητικά και με βάση τις διατάξεις που προΐσχυαν (Ε 3794/ 1981 και 1037956/356/0012/1989 διαταγές του Υπουργείου Οικονομικών.

III. Παράγραφος 3

Αναπροσαρμογή των ποσών της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης με βάση τον κυβισμό δίτροχου ιδιωτικής χρήσης αυτοκινούμενου οχήματος - μοτοσυκλέττας

Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού αντικαθίσταται η περίπτω­ση γ΄ της παραγράφου 2 το άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955.

Με τις νέες διατάξεις αναπροσορμόζονται από το οικον. έτος 1991 (χρήσης 1.1 - 31.12.1990) τα ποσά της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης που ορίζονται με βάση τον κυβισμό δίτροχου ιδιωτικής χρήσης αυτοκινουμένου οχήματος -μοτοσυκλέττας με κυβισμό από 500 κυβικά εκατοστά και πάνω, για να ανταποκρίνονται στα σημερινά δεδομένα.

Ειδικότερα σύμφωνα με τις νέες διατάξεις η ετήσια τεκμαρτή δαπάνη βάσει του κυβισμού δίτροχου ιδιωτικής χρήσης αυτοκινούμενου οχήματος, η οποία καθορίζεται στο ποσό των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών (αντί των 350.000 δρχ. που ίσχυε με τις προηγούμενες διατάξεις) για μοτοσυκλέττα πεντακοσίων (500) κυβικών εκατοστών, προσαυξανόμενη με το ποσό των ογδόντα πέντε χιλιάδων (85.000) δραχμών (αντί των 50.000 δρχ. που ίσχυε με τις προηγούμενες διατάξεις) ανά εκατό (100) κυβικά εκατο­στά προκειμένου για μοτοσυκλέττες με κυβισμό πάνω από πεντακόσια (500) κυβικά εκατοστά.

Κατά τα λοιπά ισχύει ό,τι και με τις προηγούμενες διατάξεις δηλαδή εφαρμόζονται οι διατάξεις της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 (π.χ. μείωση αυτής της τεκμαρτής δαπάνης λόγω παλαιότητας κ.λ.π.).

IV. Παράγραφος 4

Αναπροσαρμογή των ποσών της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης με βάση το ολικό μήκος μηχανοκινήτων σκαφών αναψυχής ανοικτού τύπου ταχύπλοων και μη.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού, αντικαθίσταται η υποπερίπτωση αα΄ της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955.

Με τις νέες διατάξεις αναπροσαρμόζεται από το οικον, έτος 1991 (χρήση 1.1 - 31.12.1990) το ποσό της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης που ισχύει με βάση το ολικό μήκος μηχανοκινήτων σκαφών αναψυχής ανοικτού τύπου ταχύπλοων και μη, ώστε να ανταποκρίνονται στα σημερινά δεδομένα.

Ειδικότερα με τις νέες διατάξεις, η ετήσια τεκμαρτή δαπάνη με βάση την κατοχή ή κυριότητα σε μηχανοκίνητα σκάφη ανοικτού τύπου ταχύπλοα και μη ολικού μήκους μέχρι πέντε (5) μέτρα ορίζεται στο ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών (αντί των 120.000 δρχ. που ίσχυε με τις προηγούμενες διατάξεις), που προσαυξάνεται με το ποσό των ογδόντα πέντε χιλιάδων (85.000) δραχμών (αντί των 50.000 δρχ. που ίσχυε με τις προηγούμενες διατάξεις) για κάθε μέτρο μήκους πάνω από τα πέντε (5) μέτρα.

V. Παράγραφος 5

Αντικατάσταση του πίνακα του πρώτου εδαφίου της υποπερίπτωσης ββ΄ της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955

Με τις διατάξεις της παραγράφου 5 αυτού του άρθρου αναπροσαρμόζονται από το οικον. έτος 1991 (χρήση 1.1 - 31.12.90) τα ποσά της τεκμαρτής δαπάνης που προσδιορίζονται με βάση την κυριότητα ή την κατοχή σε ιστιοφόρα ή μηχανοκίνητα ή μικτά σκάφη με χώρο ενδιαίτησης, σε σχέση με το μήκος των σκαφών αυτών.

Με βάση τα νέα ποσά της τεκμαρτής αυτής δαπάνης σε συνδυασμό με τη μείωση των ποσών αυτών που προβλέπεται από το δεύτερο εδάφιο της υποπερίπτωσης ββ΄ της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955, η ετήσια τεκμαρτή δαπάνη με βάση την κυριότητα ή κατοχή αυτών των σκαφών καθορίζεται ως εξής:

ΕΤΗΣΙΑ ΤΕΚΜΑΡΤΗ ΔΑΠΑΝΗ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΜΗΚΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΤΗ ΝΗΟΛΟΓΗΣΗΣ ΙΣΤΙΟΦΟΡΟΥ Ή ΜΗΧΑΝΟΚΙΝΗΤΟΥ Ή ΜΙΚΤΟΥ ΣΚΑΦΟΥΣ ΜΕ ΧΩΡΟ ΕΝΔΙΑΙΤΗΣΗΣ

Τεκμαρτή δαπάνη για έτη νηολόγησης του σκάφους
Μήκος σκάφους Μέχρι & 5 έτη Πάνω από 5 μέχρι & 10 έτη Πάνω από 10 μέχρι & 15 έτη Πάνω από 15 έτη
    Μείωση 15% Μείωση 20% Μείωση 30%
Μέχρι 8 μέτρα 800.000 680.000 640.000 560.000
Πάνω από 8 μέτρα 1.400.000 1.190.000 1.120.000 980.000
Πάνω από 10 μέτρα 1.800.000 1.530.000 1.440.000 1.260.000
Πάνω από 12 μέτρα 2.300.000 1.955.000 1.840.000 1.610.000
Πάνω από 14 μέτρα 3.000.000 2.550.000 2.400.000 2.100.000
Πάνω από 16 μέτρα 3.800.000 3.230.000 3.040.000 2.660.000
Πάνω από 18 μέτρα 4.800.000 4.080.000 3.840.000 3.360.000
Πάνω από 20 μέτρα 6.000.000 5.100.000 4.800.000 4.200.000
Πάνω από 22 μέτρα 7.400.000 6.290.000 5.920.000 5.180.000
Πάνω από 24 μέτρα 9.000.000 7.650.000 7.200.000 6.300.000
Πάνω από 26 μέτρα 11.000.000 9.350.000 8.800.000 7.700.000

Διευκρινίζεται ότι η τεκμαρτή δαπάνη με βάση την κυριότητα ή κατοχή σκαφών αναψυχής (περίπτωση ε΄ παραγράφου 2 του άρθρου 5 Ν.Δ. 3323/55) βαρύνει τον κύριο ή κάτοχο που είναι κάτοικος της Ελλάδος, ανεξάρτητα από την εθνικότητα της χώρας του νηολογίου στο οποίο έχει καταχωρισθεί και ο χρόνος παλαιότητας υπολογίζεται από την πρώτη εγγραφή του σκάφους σε οποιοδήποτε νηολόγιο.
VI. Παράγραφος 6
Αναπροσαρμογή των ποσών της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης με βάση την κυριότητα ή κατοχή αεροσκαφών

Με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου αυτού αντικαθίσταται η περίπτωση στ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955.
Με τις νέες διατάξεις αναπροσαρμόζονται τα ποσά της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης που ορίζονται για αεροσκάφη, ελικόπτερα ή ανεμόπτερα, από το οικον, έτος 1991 (χρήση 1.1 - 31.12.1990) ως εξής:
α. Για αεροσκάφη με κινητήρα κοινό, εσωτερικής καύσης και στροβιλοελικοφόρα, καθώς και ελικόπτερα στο ποσό των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δραχμών (αντί των 1.500.000 δρχ, που ίσχυε με τις προηγούμενες διατάξεις) για τους εκατό (100) πρώτους ίππους, που προσαυξάνεται με το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) δραχμών (αντί των 10.000 δρχ. που ίσχυε με τις προηγούμενες διατάξεις) για κάθε ίππο πάνω από τους εκατό (100) ίππους του κινητήρα αυτών.
β. Για αεροσκάφη αεριοπροωθούμενα (JΕΤ) στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) δραχμών (αντί των 2.500 δρχ. που ίσχυε με τις προηγούμενες διατάξεις) για κάθε λίμπρα ώθησης.
γ. Για ανεμόπτερα στο ποσό των τριακοσίων πενήντα χιλιάδων (350.000) δραχμών (αντί των 200.000 δρχ. που ίσχυε με τις προηγούμενες διατάξεις).
Σημειούται ότι και για τα αεροσκάφη της παραγράφου αυτής ισχύουν όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως για την εθνικότητα νηολόγησης σκαφών.
ΑΠΟΦΑΣΗ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
1105403/2049/ΠΟΛ.1224/3.10.89
(Κατάργηση Τεκμηρίου Δωρεάς)
Με την παράγραφο 5 της πιο πάνω απόφασης που κυρώθηκε με το Ν. 1882/1990 (περ. θ παρ. 9 άρθρο 51) ΦΕΚ Α΄ 43 καταργήθηκε από το οικον, έτος 1990 η διάταξη της περίπτωσης ζ΄ της παρ. 1 του άρθρου 13 του Π.Δ. 129/1989 δηλαδή η διάταξη της περίπτωσης ζ΄ της παρ. 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/55 που αφορούσε το τεκμήριο της ετήσιας δαπάνης για δωρεές χρηματικού ποσού.
VII. Παράγραφος 7 άρθρου 1 Ν. 1882/1990
Τεκμήριο απόκτησης ορισμένων περιουσιακών στοιχείων
Με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου αυτού αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955.
Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι για την εφαρμογή του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955, λαμβάνονται υπόψη και τα χρηματικά ποσά που πραγματικά καταβάλλονται για αγορά αυτοκινήτων, δίτροχων ή τρίτροχων αυτοκινούμενων οχημάτων, πλοίων αναψυχής και λοιπών σκαφών αναψυχής, αεροσκαφών και κινητών πραγμάτων μεγάλης αξίας, είτε η αγορά γίνεται στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό.
Από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών εξαιρείται η δαπάνη που καταβάλλεται για αγορά περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν το αντικείμενο της εμπορικής δραστηριότητας (π.χ. δαπάνη αγοράς σκαφών αναψυχής από επιχείρηση πώλησης αυτών, με σκοπό να τα πουλήσει).
Διευκρινίζεται ότι κινητά πράγματα μεγάλης αξίας μπορούν να θεωρηθούν κοσμήματα γενικά, κοσμήματα από πολύτιμους λίθους, πολύτιμοι λίθοι, έργα τέχνης μεγάλης αξίας, χειροποίητοι τάπητες.
Με βάση τις σημερινές οικονομικές συνθήκες μεταξύ ΔΟΥ και φορολογουμένων θεωρούμε ότι σαν αγορές κινητών πραγμάτων μεγάλης αξίας από τα προαναφερθέντα είδη θα ληφθούν εκείνες που η αξία τους κατά αντικείμενο υπερβαίνει τα πέντε εκατομμύρια δραχμές.
Με τις νέες διατάξεις προστέθηκαν ρητά και τα χρηματικά ποσά που πραγματικά καταβάλλονται για αγορά δίτροχων ή τρίτροχων αυτοκινούμενων οχημάτων, για την εφαρμογή του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 2ον
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ 8 ΑΡΘΡΟΥ 5 ν.δ. 3323/1955 ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 5 ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΟΥ ΝΟΜΟΥ (Ν. 1914 - ΦΕΚ Α΄ 178/17.12.90) ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΕΚΕΙΝΩΝ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ 5 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 5 ΤΟΥ ν.δ. 3323/1955, ΠΟΥ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟ 12 ΑΡΘΡΟΥ 1 ΤΟΥ Ν 1882/1990 Η ΙΣΧΥΣ ΤΟΥΣ ΑΡΧΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΟΙΚΟΝ. ΕΤΟΣ 1992 ΔΗΛΩΣΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Ι. Παράγραφος 1
Απόδειξη της συνδρομής των προϋποθέσεων της παραγράφου 8 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955
Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, μετά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1995, προστέθηκε εδάφιο με το οποίο διευκρινίζεται ότι ο φορολογούμενος φέρει το βάρος της απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων για την κάλυψη ή τον περιορισμό της διαφοράς που προκύπτει με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 (δηλαδή της διαφοράς μεταξύ του συνολικού ετήσιου εισοδήματος που δηλώθηκε και της συνολικής ετήσιας δαπάνης που προκύπτει γι΄ αυτόν με βάση τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955.
Σημειώνεται ότι τα παραπάνω ίσχυαν και για τα προηγούμενα έτη, με βάση τη θεμελιώδη δι­κονομική αρχή ότι «ο καθένας έχει υποχρέωση να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς του».
II. Παράγραφος 2
Προϋποθέσεις αναγνώρισης εισοδημάτων που αποκτήθηκαν στην αλλοδαπή για περιορισμό ή κάλυψη τεκμαρτής διαφοράς εισοδήματος - δαπάνης
Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 αυτού του άρθρου, προστίθεται εδάφιο στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 8 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955.
Σύμφωνα με τη νέα διάταξη τα εισοδήματα της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 8 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955, (δηλαδή τα πραγματικά εισοδήματα τα οποία αποκτήθηκαν από τον ίδιο το φορολογούμενο, τη σύζυγό του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν και τα οποία απαλλάσσονται από το φόρο ή φορολογούνται με ειδικό τρόπο σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις), λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη ή τον περιορισμό της διαφοράς δαπάνης αν αυτά αποκτήθηκαν στην αλλοδαπή μόνο εφόσον δηλώθη­καν και υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος στην Ελλάδα ή απαλλάσσονται από αυτόν.
Προς απόδειξη της φορολογίας ή της νόμιμης απαλλαγής πρέπει τα εισοδήματα αυτά να έχουν περιληφθεί σε δήλωση εισοδήματος που έχει υποβληθεί σε κάποια ΔΟΥ στην Ελλάδα. Έτσι δεν μπορεί να γίνει επίκληση εισοδημάτων εξωτερικού χωρίς υποχρεωτική δήλωσή τους στην Ελλάδα, ή φορολογία τους με ειδικό τρόπο στην Ελλάδα.
Διευκρινίζεται ότι τα παραπάνω ισχύουν μόνο για τους κατοίκους της Ελλάδας που αποκτούν εισοδήματα στην αλλοδαπή, καθόσον αυτοί μόνο υπόκεινται σε φόρο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν.δ. 3323/1955.
Αντίθετα ο κάτοικος της αλλοδαπής που αποκτά εισοδήματα στην αλλοδαπή και πραγματοποι­εί δαπάνη στην αλλοδαπή, δεν υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955.
Τέλος σας πληροφορούμε ότι στην περίπτωση που η αγορά αυτοκινήτου (ή άλλου περιουσιακού στοιχείου) γίνεται στο εξωτερικό από πρόσωπο που είναι ή θεωρείται κάτοικος της Ελλάδος (π .χ. Υπάλληλος του Ελληνικού Δημοσίου αποσπασμένος στο εξωτερικό) τότε στον υπολογισμό της δαπάνης κτήσης αυτού του στοιχείου λαμβάνεται υπόψη και το τίμημα που καταβλήθηκε στο εξωτερικό, έστω και αν το εισάγει στην Ελλάδα με μειωμένο δασμό.
Στην περίπτωση αυτή δεν έχει εφαρμογή η περίπτωση β΄ της παραγράφου 4 καθόσον αυτό το πρόσωπο δεν ήταν ούτε μετανάστης στο εξωτερικό ούτε πολιτικός πρόσφυγας.
III. Παράγραφος 3
Προϋπόθεση αναγνώρισης εισαγωγής ελεύθερου συναλλάγματος για περιορισμό ή κάλυψη τεκ­μαρτής διαφοράς εισοδήματος
Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 αυτού του άρθρου αντικαθίσταται η περίπτωση δ΄ της παραγράφου 8 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/ 1955.
Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ρητά στο νόμο ότι για να ληφθεί υπόψη η εισαγωγή ελεύθερου συναλλάγματος προς κάλυψη της διαφοράς δαπάνης απαιτείται να δικαιολογείται η απόκτησή του στην αλλοδαπή, από μόνιμο κάτοικο Ελλάδος υπόχρεο σε δήλωση φορολογίας εισοδήματος στην Ελλάδα.
Εάν η εισαγωγή δικαιολογείται από ενέργεια οποιασδήποτε εμπορικής και γενικά επαγγελματικής δραστηριότητας στο εξωτερικό πρέπει για τη δραστηριότητα αυτή να έχει υποβληθεί δήλωση στην Ελλάδα, εκτός αν φορολογείται κατά ειδικό τρόπο (εισοδήματα από πλοία με Ελληνική σημαία), ή να αποδειχθεί ότι για τα εισοδήματα αυτά έχει υποβληθεί φορολογική δήλωση σε χώρα του εξωτερικού.
Στην περίπτωση αυτή θα ληφθεί υπόψη το εισόδημα που θα δηλωθεί και όχι το ποσό της εισαγωγής συναλλάγματος.
Με αυτόν τον τρόπο αποκλείεται η επίκληση εισαγωγής συναλλάγματος, που προέρχεται από υπερτιμολογήσεις ή υποτιμολογήσεις σε εξαγωγές ή εισαγωγές αγαθών, καθώς και η εισαγωγή συναλλάγματος στο όνομα διαφορετικού προσώπου από τον πραγματικό κάτοχο του συναλλάγματος κ.λ.π., για την κάλυψη ή περιορισμό τεκμηρίου (τεκμαρτής διαφοράς εισοδήματος).
Επίσης διευκολύνεται ο έλεγχος για τον εντοπισμό των περιπτώσεων χρησιμοποίησης δύο φορές του ίδιου ποσού για κάλυψη τεκμηρίων και αποθαρρύνονται όσοι χρησιμοποιούν τέτοια τεχνάσματα για την καταστρατήγηση των σχετικών διατάξεων και επιτυγχάνεται η σύλληψη φορολογητέας ύλης.
Η θέσπιση αυτής της διάταξης θεωρήθηκε αναγκαία, καθόσον με τις διατάξεις που προίσχυαν υπήρξαν καταστρατηγήσεις. Ενδεικτικά αναφέρουμε τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) Ορισμένοι φορολογούμενοι, το εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες που καταβαλλόταν σε αυτούς σε ξένο νόμισμα, είτε το εμφάνιζαν στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος μόνο ως εισαγωγή συναλλάγματος, με αποτέλεσμα να διαφύγουν της φορολογίας του εισοδήματος αυτού είτε το δήλωναν και ως φορολογούμενο εισόδημα (ή απαλλασσόμενο στην περίπτωση που απαλ­λασσόταν) και ως εισαγωγή συναλλάγματος, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιούν δύο φορές το ίδιο ποσό από εκείνο που είχαν δικαίωμα).
β) Ορισμένοι φορολογούμενοι, ενώ ήσαν κάτοικοι Ελλάδας και αποκτούσαν στο εξωτερικό εισόδημα που έπρεπε να φορολογηθεί στην Ελλάδα, το εμφάνιζαν ως εισαγωγή συναλλάγματος και όχι ως φορολογούμενο εισόδημα με αποτέλεσμα να περιορίζουν ή να καλύπτουν τεκμαρτή διαφορά και να μη φορολογούνται για το εισόδημα αυτό.
γ) Ορισμένοι φορολογούμενοι κατά τα ταξίδια τους στο εξωτερικό εξήγαγαν συνάλλαγμα (το δικαιούμενο τουριστικό ή επαγγελματικό συνάλλαγμα) και κατά την επάνοδό τους εμφάνιζαν το ποσό αυτό ως εισαγωγή συναλλάγματος και διεκδικούσαν τη μείωση του τεκμηρίου με αυτό το ποσό εισαγωγής ελεύθερου συναλλάγματος που παράλληλα το εμφάνιζαν και ως κεφάλαιο προηγουμένων ετών και με τον τρόπο αυτόν χρησιμοποιούσαν το ίδιο ποσό δυο φορές.
Από όλες τις παραπάνω περιπτώσεις εξαιρούνται οι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού ή όσοι έχουν διαμείνει επί σειράν ετών στο εξωτερικό.
IV. Παράγραφος 4
Προϋποθέσεις αναγνώρισης ποσών δανείων για περιορισμό ή κάλυψη τεκμαρτής διαφοράς εισοδήματος - δαπάνης
Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 αυτού του άρθρου αντικαθίσταται η διάταξη της περί­πτωσης ε΄ της παραγράφου 8 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955.
Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι όταν ο φορολογούμενος επικαλείται δάνεια προκειμένου να καλύψει δαπάνες πρέπει σε όλες τις περιπτώσεις, τα δάνεια να αποδεικνύονται με έγγραφα στοιχεία που φέρουν βέβαιη χρονολογία.
Αυτό ίσχυε και με τις προηγούμενες διατάξεις.
Επιπλέον με τις νέες διατάξεις προβλέπεται ότι ειδικά όταν πρόκειται για την κάλυψη διαφοράς της παραγράφου 7 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/ 1955 κατά το ποσό που προέρχεται από δαπάνη της παραγράφου 5 αυτού του άρθρου, (δηλαδή από δαπάνες:
α) για αγορά: αυτοκινήτου, περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας, ακινήτων, επιχειρήσεων, εταιρικών μεριδίων,
β) για χορήγηση δανείων στις εταιρίες που μετέχουν κ.λ.π.) το ποσό του δανείου λαμβάνεται υπόψη εφόσον από το οικείο έγγραφο του δανείου (που πρέπει να φέρει βέβαια χρονολογία) αποδεικνύεται ότι το δάνειο έχει ληφθεί πριν από την πραγματοποίηση της σχετικής δαπάνης.
Κατά συνέπεια τόσο η ημερομηνία υπογραφής του οικείου εγγράφου όσο και η ημερομηνία καταβολής του δανείου, πρέπει να είναι η ιδία ή προγενέστερη της πραγματοποίησης της σχετικής δαπάνης.
Εξαίρεση μπορεί να υπάρξει σε ανέγερση ακινήτου που ορισμένες εργασίες έχουν γίνει και η εξόφλησή τους ενεργείται από δάνειο που θα ληφθεί μεταγενέστερα.
Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι νέο θέμα με τις νέες διατάξεις μπορεί να παρουσιασθεί μόνο όταν έχει συναφθεί δάνειο μετά την πραγματοποίηση δαπάνης της παραγράφου 5, η οποία δαπάνη δεν καλύπτεται από το εισόδημα του φορολογουμένου.
Για πληρέστερη κατανόηση των πιο πάνω σας παραθέτουμε τα εξής παραδείγματα:
Παράδειγμα 1ο

Φορολογούμενος δήλωσε:

Συνολικό ετήσιο εισόδημα (χρήσης 1.1 - 31.12.91) 1.000.000 δρχ.
Τεκμαρτή δαπάνη με βάση Ε.Ι.Χ. αυτοκίνητο 16 ίππων 3.400.000 δρχ.
Δαπάνη αγοράς ακινήτου (καταβολή τιμήματος στις 3.4.91) 5.000.000 δρχ.
Δάνειο (το οποίο υπογράφηκε στις 8.6.91) 5.100.000 δρχ.
Κεφάλαιο προηγουμένων ετών 1.500.000 δρχ.

Με βάση όσα προαναφέρθηκαν και όσα είναι γνωστά η τεκμαρτή διαφορά της παραγράφου 7 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 είναι ίση με (5.000.000 δαπάνη αγοράς + 3.400.000        + 3.400.000   δαπάνη διαβίωσης) - 1.000.000 ετήσιο εισόδημα = 7.400.000 δρχ.

Τη διαφορά αυτή, για αποφυγή δημιουργίας αντιδικιών τη θεωρούμε ότι προέρχεται κατά 4.000.000 (7.400.000 - 3.400.000) από δαπάνη για αγορά ακινήτου και κατά 3.400.000 δρχ. από δαπάνες διαβίωσης (παράγραφος. 2 άρθρου 5).

Το δάνειο που υπογράφηκε μετά την πραγματοποίηση της δαπάνης της παραγράφου 5 (δαπάνη αγοράς ακινήτου) μπορεί μόνο να καλύψει την τεκμαρτή διαφορά που προέρχεται από δαπάνη διαβίωσης δηλαδή τις 3.400.000 δρχ., ενώ τα άλλα μειωτικά στοιχεία της δαπάνης μπορούν να καλύψουν όλη τη διαφορά που απομένει.

Κατά συνέπεια 5.100.000 - 3.400.000 κάλυψη εξ ολοκλήρου της τεκμαρτής διαφοράς που προέρχεται από δαπάνη διαβίωσης της παραγράφου 2.

Έτσι ο υπόψη φορολογούμενος θα φορολογηθεί για εισόδημα 1.000.000 + 2.500.000 προστιθέμενη διαφορά τεκμαρτής δαπάνης = 3.500.000 δρχ. Το πιο πάνω μπορούν να απεικονισθούν ως εξής:

Τεκμαρτή δαπάνη παραγράφου 5 5.000.000 δρχ.
Μείον Συνολικό Ετήσιο Εισόδημα -1.000.000
Μείον Κεφάλαιον προηγουμένων ετών -1.500.000
Τεκμαρτή διαφορά προερχόμενη 2.500.000
από δαπάνη της παραγράφου 5  
   
Τεκμαρτή διαφορά προερχόμενη  
από δαπάνη της παραγράφου 2 3.400.000 δρχ.
Μειούμενη από το ποσό του δανείου -5.100.000
Υπόλοιπο τεκμαρτής δαπάνης προερ­χόμενη  
από δαπάνη της παραγράφου 2 0 .
Προστιθέμενη Συνολική Τεκμαρτή Διαφορά 2.500.000

Παράδειγμα 2ο

Αν στην περίπτωση του προηγούμενου παραδείγματος μέρος μόνο του τιμήματος του ακινήτου καταβαλόταν στις 3.4.91 π.χ. 3.200.000 δρχ. και το υπόλοιπο 1.800.000 δρχ. καταβαλόταν μετά τις 8.6.91, λαμβανομένου υπόψη ότι από το σύνολο του δανείου 5.100.000 δρχ. μόνο το ποσό 1.800.000 μπορούσαν να καλύψουν την τεκμαρτή διαφορά που προέρχεται από δαπάνη της παραγράφου 5, ενώ το υπόλοιπο 3.300.000 δρχ. μπορούν να καλύψουν μόνο την τεκμαρτή διαφορά που προέρχεται από δαπάνη της παραγράφου 2, η απεικόνιση του προηγούμενου παραδείγματος θα διαμορφωνόταν ως εξής:

Δαπάνη παραγράφου 5 5.000.000 δρχ.
Μείον Συνολικό Ετήσιο Εισόδημα -1.000.000 δρχ.
Μείον μέρος δανείου (5.100.000 - 3.300.000) -1.800.000 δρχ.
Μείον κεφάλαιον προηγουμένων ετών -1.500.000 δρχ.
Τεκμαρτή διαφορά πρερχόμενο  
από δαπάνη αγοράς 700.000 δρχ.
Τεκμαρτή διαφορά προερχόμενη  
από δαπάνη της παραγράφου 2 3.400.000
Μειούμενη κατά το ποσό του δανείου  
που δεν μπορεί να καλύψει την δαπάνη  
της παραγράφου 5 -3.300.000
Υπόλοιπο τεκμαρτής δαπάνης προερ­χόμενο  
από ετήσια τεκμαρτή δαπάνη. 100.000
Συνολική Τεκμαρτή Διαφορά προστιθέμενη  
στα δηλούμενα εισοδήματα δρχ. 800.000

V. Παράγραφος 5
Έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτού του άρθρου (άρθρου 5 Ν. 1914/1990)
Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου αρχίζει από 1 Ιανουαρίου 1991 για την κάλυψη της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ του συνολικού εισοδήματος και της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης, με βάση τα ποσά που δαπανώνται από την ημερομηνία αυτή και μετά.
Γενικά για την εφαρμογή της παραγράφου 8 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/55 και σε συμπλήρωση όσων έχουμε αναφέρει στην 1037956/356/ 0012/ΠΟΛ. 1094/23.3.89 διαταγή μας, σας πληροφορούμε τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με τις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 8 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955,όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ν. 1828/89, κάθε δαπάνη για την απόκτηση των ποσών της παραγράφου 8 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/55, μειώνει τα ποσά αυτά προκειμένου να ληφθούν υπόψη για την κάλυψη ή περιορισμό της συνολικής ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης.
Κατά συνέπεια:
α) Αν κάποιο περιουσιακό στοιχείο, του οποίου το τίμημα - δαπάνη αγοράς δεν λαμβανόταν υπόψη για τον προσδιορισμό της δαπάνης - τεκμηρίου του έτους κτήσης, πωληθεί στο ίδιο έτος κτήσης και ο φορολογούμενος επικαλείται το τίμημα της πώλησης για να καλύψει ή να περιορίσει την προστιθέμενη διαφορά δαπάνης της παραγράφου 7 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/55, τότε γι΄ αυτήν την κάλυψη ή τον περιορισμό θα ληφθεί υπόψη η διαφορά μεταξύ της τιμής πώλησης και της τιμής κτήσης εάν υπάρχει και είναι θετική.
Προς κατανόηση παραθέτουμε τα ακόλουθα παραδείγματα:

Παράδειγμα α

 

Αγορά μετοχών ανωνύμου εταιρίας εισηγμένης στο χρηματιστήριο,

 

την 1.2.91 αντί ποσού δρχ.

10.000.000

Πώλησης των ίδιων μετοχών την 1.10.91 αντί δρχ.

15.000.000

η διαφορά εκ δρχ.

5.000.000

μπορεί να καλύψει ή να περιορίσει τεκμαρτή δαπάνη

 

Παράδειγμα β

 

Αγορά μετοχών ανωνύμου εταιρίας εισηγμένης στο χρηματιστήριο,

 

την 31 Μαΐου 1991 αντί ποσού δρχ.

10.000.000

Πώληση των ιδίων μετοχών την 1.7.91 αντί δρχ.

9.000.000

κανένα ποσό δεν μπορεί να καλύψει τεκμαρτή δαπάνη

 

Παράδειγμα γ

 

Φορολογούμενος με συνολικά οικογενειακά εισοδήματα

 

της τελευταίας πενταετίας μέχρι 31.12.90 δρχ.

20.000.000

Μείον δαπάνες διαβίωσης ιδίας περιόδου δρχ.

12.000.000

Κεφάλαιο την 31.12.90 που έχει φορολογηθεί

 

τα προηγούμενα χρόνια δρχ.

8.000.000

Αγορά το 1990 ομολόγων του δημοσίου δρχ.

5.000.000

Υπόλοιπο κεφαλαίου του οποίου μπορεί να

 

γίνει επίκληση το 1991 δρχ.

3.000.000

πλέον το τίμημα από την τυχόν εκποίηση των ομολόγων

 

θεμελιώδης αρχή για την κάλυψη ή τον περιορισμό τεκμαρτής δαπάνης με χρηματικά ποσά που προέρχονται από τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων είναι να μη γίνεται επίκληση του ίδιου ποσού δύο φορές.

Σε περίπτωση διάθεσης περιουσιακού στοιχείου πρέπει πάντα να προσκομίζεται το στοιχείο της αγοράς του για να ληφθεί υπόψη το τίμημα της διάθεσής του.

Σε διάθεση ακινήτων και λοιπών περιουσιακών στοιχείων τούτο είναι ευχερές. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι σαν τιμή διάθεσης ακινήτων θα ληφθεί η αξία η αναγραφόμενη στο συμβόλαιο πώλησης.

Δυσχέρεια υπάρχει στην περίπτωση διάθεσης μετοχών εισηγμένων στο χρηματιστήριο που ο κάτοχός τους τις διατηρούσε για αρκετά χρόνια. Στην περίπτωση αυτή αν αποδειχθεί ότι βρίσκονταν στην κατοχή του πάνω από πέντε χρόνια ολόκληρο το τίμημα της πώλησης θα ληφθεί υπόψη για τη μείωση ή τον περιορισμό του τεκμηρίου. Σαν απόδειξη κατοχής μπορεί να προσκομισθεί η λήψη μερίσματος, σε κάποιο πριν την πενταετία έτος.

Για ενδιάμεσες αγορές μπορεί να προσκομισθεί αντίγραφο του πινακίου αγοράς του χρηματιστή που μεσολάβησε για την αγορά των μετοχών.

Στην περίπτωση ομολόγων και άλλων τίτλων του δημοσίου η τιμή πώλησης συμφωνεί με την τιμή αγοράς.

β) Αν στην προηγούμενη περίπτωση η πώληση γίνει σε μεταγενέστερο έτος από το έτος απόκτησης τότε:

αα) Αν το περιουσιακό στοιχείο αποκτήθηκε μετά την 1.1.1988 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν. 1828/89) και ο φορολογούμενος δεν επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου του έτους που αποκτήθηκε, επικαλείται όμως ανάλωση κεφαλαίου του έτους που πωλήθηκε, τότε σε εκείνο το έτος, ως τίμημα (χρηματικό ποσό που εισπράχθηκε από την πώληση του υπόψη περιουσιακού στοιχείου) που θα ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του κεφαλαίου του έτους πώλησης είναι η διαφορά μεταξύ του τιμήματος πώλησης και του τιμήματος κτήσης.

ββ) Αν ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου τόσο για το έτος που αποκτήθηκε το περιουσιακό στοιχείο που πωλείται όσο και για το έτος πώλησής του, τότε, ανεξάρτητα από το έτος κτήσης του περιουσιακού στοιχείου και ανεξάρτητα από το εάν το τίμημα - δαπάνη αγοράς του λαμβανόταν υπόψη για τον προσδιορισμό της δαπάνης του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/55 κατά το έτος κτήσης του, για μεν τον προσδιορισμό του κεφαλαίου που σχηματίσθηκε κατά το έτος κτήσης του αφαιρείται από τα θετικά στοιχεία εσόδων του φορολογουμένου, μεταξύ άλλων, και το τίμημα κτήσης του περιουσιακού στοιχείου, ενώ για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου που σχηματίσθηκε κατά το έτος πώλησής του στα θετικά στοιχεία των εσόδων του, προστίθεται και το τίμημα πώλησης.

Γενικά σας πληροφορούμε ότι όταν κάποιος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίων προηγουμένων ετών πρέπει τα έτη αυτά να είναι συνεχόμενα.

Για παράδειγμα δεν μπορεί να επικαλείται ανάλωση κεφαλαίων των ετών 1986, 1988, αλλά πρέπει να επικαλείται τα έτη από εκείνο που αρχίζει (1986 στην περίπτωση αυτή), μέχρι το προηγούμενο οικ. έτος της δήλωσης που υποβάλλει δηλαδή αν υποβάλλει δήλωση οικ. έτους 1990 θα πρέπει να αρχίζει από το έτος που επιθυμεί (όχι βέβαια πέραν της πενταετίας προκειμένου να καλύψει τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης παρ. 2, 3, 4 άρθρ. 5 Ν.Δ. 3323/55) μέχρι το τελευταίο πριν από το οικον, έτος που υποβάλλεται η δήλωση δηλαδή στην παρούσα περίπτωση η ανάλωση κεφαλαίων έπρεπε να είναι για τα οικονομικά, έτη 1986, 1987, 1988 και 1989.

Επίσης, σας πληροφορούμε ότι στην περίπτωση που γενικά ο φορολογούμενος επικαλείται τίμημα από διάθεση περιουσιακών στοιχείων, πρέπει να αποδεικνύει με επίσημα στοιχεία τόσο ότι αυτός είναι ο κύριος του περιουσιακού στοιχείου, όσο και το τίμημα κτήσης καθώς και το τίμημα πώλησης του στοιχείου αυτού.

γγ) Αν εργολάβος οικοδομών επικαλείται πώληση διαμερίσματος για την κάλυψη τεκμηρίου αγοράς και ανέγερσης ή μόνο ανέγερσης οικοδομής σε ιδιόκτητο οικόπεδό του, στην οποία οικοδομή ευρίσκεται και το πωλούμενο διαμέρισμα, το τίμημα αυτού δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την κάλυψη του υπόψη τεκμηρίου, καθόσον αυτός από το πωλούμενο διαμέρισμα αποκτά εισόδημα Δ΄ πηγής.

VI. Παράγραφος 12 άρθρου 1 Ν. 1882/1990

Αλλαγή έναρξης ισχύος διατάξεων και παροχή οδηγιών για την εφαρμογή τους από το οικον. έτος 1992 (έναρξη ισχύος από 1.1.91)

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 12 αυτού του άρθρου ορίζεται ότι η ισχύς των περιπτώσεων β, γ, δ και του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/55 αρχίζει από το οικον, έτος 1992 αντί όπως προεβλέπε το με το άρθρο 44 Ν. 1828/89 από το οικον έτος 1994. Δηλαδή ορίστηκε ότι οι διατάξεις που είχαν νομοθετηθεί με τον τελευταίο τούτο νόμο θα ισχύουν δύο χρόνια νωρίτερα.

2. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της δαπάνης του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/55 και τα χρηματικά ποσά που πράγματι καταβάλλονται από 1.1.91 και μετά από το φορολογούμενο, τη σύζυγό του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν για την:

α) Αγορά επιχειρήσεων, εταιρικών μεριδίων και χρεογράφων γενικά, με εξαίρεση την αγορά ομολόγων του Δημοσίου και μετοχών εισηγμένων στο χρηματιστήριο (περίπτωση β΄).

β) Αγορά ακινήτων ή ανέγερση οικοδομών, με εξαίρεση την δαπάνη για αγορά ή ανέγερση πρώτης κατοικίας εφόσον το εμβαδόν της δεν υπερβαίνει τα 120 τετραγωνικά μέτρα (περίπτωση γ΄)

γ) Χορήγηση δανείων στις εταιρίες που μετέχουν ως εταίροι ή και προς την ατομική επιχείρηση με τη μορφή προσωρινών καταθέσεων (περίπτωση δ).

- Επίσης από το οίκον. έτος 1992 όσοι δεν αναγράφουν στη δήλωση την αγορά ή την ανέγερση ακινήτων υπόκεινται στις κυρώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 73α ν.δ. 3323/1955.

3. Ειδικότερα για τις δαπάνες αυτές οι οποίες θα υπολογισθούν από 1.1.91 και μετά για τον προσδιορισμό της ετήσιας δαπάνης του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 παρέχουμε τις ακόλουθες εξηγήσεις.

α) Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 5 ν.δ. 3323/1955 δηλαδή τα χρηματικά ποσά (δαπάνες) που καταβάλλονται για αγορά επιχειρήσεων, εταιρικών μεριδίων και χρεογράφων γενικά, με εξαίρεση την αγορά ομολόγων του δημοσίου και μετοχών εισηγμένων στο χρηματιστήριο.

Η διατύπωση της διάταξης αυτής είναι γενική και καταλαμβάνει επομένως κάθε περίπτωση δαπάνης για συμμετοχή σε οιασδήποτε μορφής εταιρία. Υπάγονται κατ΄ ακολουθίαν όλα τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τα πρόσωπα που προαναφέραμε, ως εισφορά τους σε νεοϊδρυόμενη προσωπική εταιρία ή ΕΠΕ, ως κεφάλαιο για την ίδρυση ατομικής επιχείρησης καθώς και τα ποσά για αύξηση κεφαλαίου ατομικής επιχείρησης, προσωπικής εταιρίας ή ΕΠΕ.

Σε όλες τις προηγούμενες περιπτώσεις σαν δαπάνη θα ληφθεί το χρηματικό ποσό που θα αναφέρεται στο συστατικό ή τροποποιητικό έγγραφο ή στα βιβλία της ατομικής επιχείρησης.

Τα ίδια ισχύουν και σε περίπτωση αγοράς μεριδίων σε ήδη λειτουργούσες προσωπικές εταιρίες ή ΕΠΕ.

Στις περιπτώσεις αυτές σαν δαπάνη θα ληφθεί το καταβληθέν χρηματικό τίμημα, στο ποσό του οποίου όμως θα προστεθεί και η τυχόν διαπιστουμένη υπεραξία κατά την πώληση των μεριδίων.

Ως χρόνος καταβολής θεωρείται προκειμένου για προσωπικές εταιρίες και ΕΠΕ ο χρόνος συντάξεως του συστατικού εγγράφου ή του εγγράφου μεταβιβάσεως μεριδίων, ή του εγγράφου αυξήσεως κεφαλαίου.

Στις ατομικές επιχειρήσεις ο χρόνος έκδοσης της βεβαίωσης για υποβολή δήλωσης ενάρξεως επαγγέλματος από την αρμόδια ΔΟΥ, και προκειμένου για αύξηση κεφαλαίου ο χρόνος εγγραφής στα βιβλία.

Όλα τα ανωτέρω ισχύουν και για τις κοινοπραξίες, τις αστικές εταιρίες κερδοσκοπικού χαρακτήρα, τις κοινωνίες και γενικά για κάθε μορφής κερδοσκοπική επιχείρηση.

Η ίδια διάταξη ορίζει σαν τεκμαρτή δαπάνη για τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται και για την αγορά χρεογράφων γενικά με εξαίρεση τη δαπάνη αγοράς ομολόγων του Δημοσίου και μετοχών εισηγμένων στο χρηματιστήριο, και ομολόγων ή άλλων τίτλων του Δημοσίου.

Ως τίτλοι του Δημοσίου θεωρούνται και τα κτηματικά ομόλογα Ν. 1892/90, τίτλοι ιδιοκτησίας γης του Δημοσίου ή τίτλοι εταιριών στις οποίες συμμετέχει τουλάχιστον κατά 50% το Δημόσιο.

Κατόπιν αυτού η αγορά μετοχών ανωνύμων εταιριών μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο ή η συμμετοχή στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου αυτών των ανωνύμων εταιριών ή η κατάθεση των μετόχων για μελλοντική αύξηση του κεφαλαίου αποτελεί τεκμαρτή δαπάνη. Δε θεωρείται τεκμαρτή δαπάνη η αύξηση κεφαλαίου Α.Ε. και διανομή μετοχών στους εταίρους που προέρχεται από κεφαλαιοποίηση αποθεματικών.

Σε περίπτωση αγοράς μετοχών των εν λόγω ανωνύμων εταιριών σαν ποσό δαπάνης θα ληφθεί το ποσό αγοράς αν προκύπτει από επίσημα στοιχεία ή η ονομαστική αξία της μετοχής.

Σαν κρίσιμος χρόνος υπολογισμού της δαπάνης στις περιπτώσεις των ως άνω ανωνύμων εταιριών θεωρείται ο χρόνος της πραγματικής καταβολής ή της τελευταίας ημέρας υποχρεώσεως καταβολής και όχι ο χρόνος λήψεως αποφάσεως από γενική συνέλευση μετόχων ή δημοσιεύσεως της απόφασης στο ΦΕΚ κ.λ.π.

Το θέμα είναι πραγματικό και δεν αρκεί μόνο η απλή αναγραφή της αύξησης του κεφαλαίου στα βιβλία της ανώνυμης εταιρίας.

Ως προς την εξαίρεση από την ετήσια τεκμαρτή δαπάνη τονίζουμε ότι αυτή περιλαμβάνει εκτός από την αγορά ομολόγων ή άλλων τίτλων του δημοσίου και την αγορά μετοχών εισηγμένων στο χρηματιστήριο και τις συναφείς αξίες όπως είναι τα έντοκα γραμμάτια του δημοσίου, η αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, επενδύσεων χαρτοφυλακίου και κάθε αξία που είναι διαπραγματεύσιμη στο χρηματιστήριο.

β) Περίπτωση γ΄ της παραγράφου 5 άρθρου 5 ν.δ. 3323/1955 που αναφέρεται σε χρηματικά ποσά που καταβάλλονται για αγορά ακινήτων ή ανέγερση οικοδομών με εξαίρεση την δαπάνη για αγορά ή ανέγερση πρώτης κατοικίας, εφόσον το εμβαδόν της δεν υπερβαίνει τα 120 τετραγωνικά μέτρα.

Και αυτή η διάταξη είναι γενική και καταλαμβάνει όλες τις περιπτώσεις αγοράς ακινήτων ή ανέγερσης οικοδομών με την εξαίρεση που αναφέραμε προηγουμένως, δηλαδή την αγορά πρώτης κατοικίας εμβαδού μέχρι 120 τετ. μέτρων από φυσικά πρόσωπα.

Έτσι στην περίπτωση αυτή υπάγονται και τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από φυσικά πρόσωπα που ασκούν ατομική επιχείρηση αγοραπωλησίας ή ανέγερσης οικοδομών.

Τούτο επειδή για την περίπτωση αυτή δεν προβλέπεται από το νόμο σχετική εξαίρεση.

Επομένως τα κεφάλαια που διαθέτουν οι ατομικές επιχειρήσεις αγοραπωλησίας ακινήτων ή οι ατομικές οικοδομικές επιχειρήσεις ανέγερσης οικοδομών αποτελούν ετήσια τεκμαρτή δαπάνη.

Τα πιο πάνω για την ταυτότητα του λόγου εφαρμόζονται αναλόγως στις περιπτώσεις φυσι­κών προσώπων μελών κοινοπραξιών.

Ο νόμος αναφέρεται προκειμένου για ετήσια τεκμαρτή δαπάνη στον φορολογούμενο, τη σύζυγό του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν.

Ζήτημα ανακύπτει, προκειμένης αγοράς ακινήτων ή ανέγερσης οικοδομών από νομικά πρόσωπα, κοινοπραξίες με μέλη νομικά πρόσωπα κ.λ.π. επ΄ ονόματι των οποίων δεν προβλέπεται να υπολογισθεί τεκμαρτή δαπάνη.

Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να γίνεται έρευνα αν το νομικό πρόσωπο, η κοινοπραξία με μέλη νομικά πρόσωπα κ.λ.π. είχαν τη δυνατότητα για τη δαπάνη αυτή, ή μήπως τα πρόσωπα που το αποτελούν για καταστρατήγηση των σχετικών διατάξεων προέβησαν στην αγορά ή ανέγερση μέσω του νομικού προσώπου.

Εάν από την έρευνα διαπιστωθεί ότι πράγματι υπάρχει καταστρατήγηση των διατάξεων τεκμαρτής δαπάνης, θα υπολογισθούν τα σχετικά ποσά σαν δαπάνη της προηγουμένης περιπτώσεως. Προς κατανόηση τούτων παραθέτουμε τα ακόλουθα παραδείγματα:

Παράδειγμα Α

Ομόρρυθμη εταιρία μεταξύ πατέρα και παιδιού, με κεφάλαιο βάσει εταιρικού 500.000 δρχ., με ποσοστό συμμετοχής εκάστου από 50% και με βιβλία Α΄ κατηγορίας ΚΦΣ αγοράζει ακίνητο αξίας 100.000.000 δρχ.

Φανερό είναι ότι η Ο.Ε. μόνη της δεν είχε την οικονομική δυνατότητα αγοράς του ακινήτου, αλλά τα χρήματα προήλθαν από αύξηση του κεφαλαίου της από τα μέλη της, με προσπάθεια καταστρατηγήσεως των διατάξεων τεκμαρτής δαπάνης, αφού για την αύξηση του κεφαλαίου δεν συνετάγη τροποποιητικό έγγραφο του καταστατικού.

Στην περίπτωση αυτή θα γίνει καταλογισμός στα μέλη της Ο. Ε. και θα θεωρηθεί σαν τεκμαρτή δαπάνη για το καθένα μέλος το 50% της αξίας αγοράς του ακινήτου.

Ακόμα θα ερευνηθεί η ύπαρξη τυχόν δωρεάς του ενός μέλους προς το άλλο.

Παράδειγμα Β

Προσωπική εταιρία ανέγερσης οικοδομής με κεφάλαιο 1.000.000 δρχ. και με μέλη ένα φυσικό πρόσωπο και μια Ο.Ε. προβαίνει σε ανέγερση οικοδομής συνολικού κόστους δρχ. 200.000.000.

Επειδή τα κεφάλαιά της όπως εμφανίζονται στο έγγραφο της εταιρίας δεν επαρκούν για την ανέγερση της οικοδομής, φανερό είναι ότι και εδώ πρόκειται για σύσταση της εταιρίας με πο­λύ μεγαλύτερα κεφάλαια, οπότε για τα μέλη της θα γίνουν όλες οι ενέργειες που περιγράψαμε στο προηγούμενο παράδειγμα.

Προκειμένου υπολογισμού του ποσού της τεκμαρτής δαπάνης στην εξεταζόμενη περίπτωση, πρέπει να ξεχωρίσουμε τις αγορές ακινήτων από τις ανεγέρσεις οικοδομών.

Στην αγορά ακινήτων, σαν ποσό τεκμαρτής δαπάνης προς αποφυγή αντιδικιών και αμφισβητήσεων μεταξύ φορολογουμένων και ΔΟΥ θα λαμβάνεται η αντικειμενική αξία όπως προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις άρθρου 41 Ν. 1249/1982 παρόλο ότι η αξία αυτή είναι πολύ κάτω της αγοραίας αξίας μεταβίβασης ακινήτων.

Στις περιοχές που δεν ισχύει το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας ακινήτων, θα ληφθεί υπόψη η προσωρινή αξία που προσδιορίζεται από τον Προϊστάμενο ΔΟΥ που και αυτή είναι μικρότερη της αγοραίας αξίας.

Βέβαια εάν στο συμβόλαιο μεταβίβασης αναγράφεται αξία αγοράς μεγαλύτερη από την αντικειμενική αξία ή, κατά περίπτωση, από την προσδιοριζόμενη από τον Προϊστάμενο ΔΟΥ σαν ποσό τεκμαρτής δαπάνης θα ληφθεί η μεγαλύτερη αυτή αξία συμβολαίου.

Στις ανεγέρσεις οικοδομών ως αξία λαμβάνεται το ποσό της δαπάνης κατασκευής που δηλώνεται από τον ιδιοκτήτη.

Βέβαια η αξία του κόστους κατασκευής όπως θα δηλώνεται δεν μπορεί να είναι μικρότερη από την αξία που προσδιορίζεται βάσει της αντικειμε­νικής αξίας, στις περιοχές που ισχύει το σύστημα τούτο, με αφαίρεση της αξίας του οικοπέδου που και αυτή θα υπολογίζεται με τις ίδιες διατάξεις αντικειμενικής αξίας.

Εξεταστέο περαιτέρω είναι το θέμα του κρίσιμου χρόνου δαπάνης σε αγορά ακινήτου ή ανέγερσης οικοδομής.

Σε αγορά ακινήτου σαν κρίσιμος χρόνος κατά τον οποίον θα υπολογισθεί το ποσό της τεκμαρτής δαπάνης είναι κατ΄ αρχήν ο χρόνος σύνταξης του συμβολαίου μεταβίβασης του ακίνητου.

Αυτό υπό την προϋπόθεση ότι καταβάλλεται ολόκληρο το τίμημα και παραδίδεται η χρήση και η κυριότης του ακινήτου.

Εάν στο συμβόλαιο μεταβίβασης αναγραφεί ότι η εξόφληση του τιμήματος θα ενεργηθεί σε δόσεις οι οποίες ανάγονται σε περισσότερο του ενός χρόνια, το ποσό της δαπάνης θα κατανεμηθεί στα περισσότερα αυτά χρόνια ανάλογα με το ποσό που εξοφλείται κάθε έτος.

Τούτο βέβαια και προς αποφυγή καταστρατηγήσεων ή αμφιβολιών, εφόσον στο συμβόλαιο μεταβίβασης θα αναφέρονται ρητά οι χρόνοι των δόσεων και θα καλύπτονται με ισόποσα γραμμάτια ή συναλλαγματικές που θα εισπράττονται μέσω Τραπέζης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να διατηρούνται από τον αγοραστή μέχρι την ενέργεια ελέγχου των δηλώσεών του προς απόδειξη του αληθούς της συναλλαγής και προς διευκόλυνσή του για την αποφυγή τυχόν αμφισβητήσεων από τα φοροτεχνικά όργανα ελέγχου, διαφορετικά ολόκληρη η αξία αγοράς θεωρείται σαν ποσό δαπάνης του έτους σύνταξης του συμβολαίου μεταβίβασης.

Τα ανωτέρω ισχύουν και σε περίπτωση συντάξεως προσυμφώνου αγοράς, ως προς τα γραμμάτια ή συναλλαγματικές και την εξόφληση του τιμήματος με τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου.

Εάν σε ανέγερση οικοδομών δεν υπάρχουν δόσεις, αλλά η ανέγερση διαρκέσει περισσότερο του ενός έτους, σε κάθε έτος σαν ποσό δαπάνης θα ληφθεί το αντίστοιχο του κόστους ανέγερσης στο ίδιο έτος.

Σε περίπτωση συνιδιοκτησίας αγοράς ακινήτου ή σε περίπτωση που περισσότεροι από κοινού ανεγείρουν οικοδομή, σε κάθε έναν αναλογεί ποσό δαπάνης όσο το ποσοστό συμμετοχής του.

Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση αγοράς από διαφορετικό πρόσωπο της ψιλής κυριότητας ακι­νήτου και από άλλο της επικαρπίας. Κάθε ένας θα δηλώσει το ποσό δαπάνης που επιμεριστικά του αναλογεί κατά τα ποσοστά που προβλέπονται από τη φορολογία κληρονομιών.

Στην περίπτωση που ανεγείρεται οικοδομή σε οικόπεδο στο οποίο άλλο πρόσωπο είναι ψιλός κύριος και άλλο επικαρπωτής, η δαπάνη ανέγερσης θεωρείται ότι γίνεται από το πρόσωπο στο όνομα του οποίου εκδίδεται η άδεια ανέγερσης της οικοδομής. Εάν και η ανεγειρόμενη οικοδομή ανήκει κατά την ψιλή κυριότητα στον ψιλό κύριο του οκοπέδου και κατά την επικαρπία στον επικαρπωτή του οικοπέδου, τότε η δαπάνη επιμερίζεται στους δύο κατά τα ποσοστά που προβλέπονται από τη φορολογία κληρονομιών.

Η προκειμένη περίπτωση γ΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 5 ν.δ. 3323/1955 αναγράφει εξαίρεση από το τεκμήριο αγοράς ή ανέγερσης ακινήτου.

Είναι η περίπτωση αγοράς ή ανέγερσης πρώτης κατοικίας με όριο εμβαδού τα 120 τετραγωνικά μέτρα.

Αν επομένως αγορασθεί ή ανεγερθεί πρώτη κατοικία μέχρι 120 μ.τ. δεν απαιτείται δικαιολόγηση του ποσού αγοράς ή του κόστους ανέγερσης.

Αν η πρώτη κατοικία είναι εμβαδού πάνω από 120 μ2 τότε πρέπει να δικαιολογηθεί μόνο το ποσό αγοράς ή το κόστος κατασκευής που αναλογεί για τα πέραν των 120 μέτρα τετραγωνικά.

Για τον υπολογισμό του εμβαδού της πρώτης κατοικίας δεν θα ληφθεί υπόψη το εμβαδόν εξω­στών ή μπαλκονιών ή το ποσοστό που ανήκει στην ιδιοκτησία αυτή σε κοινόχρηστους χώρους.

Όσον αφορά το εμβαδόν τυχόν αποθήκης ή άλλων χώρων που χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες της κατοικίας, λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του εμβαδού των 120 μ.τ.

Σε περίπτωση αγοράς οικοπέδου για ανέγερση σε αυτό πρώτης κατοικίας το μεν κόστος ανέγερσης θα αντιμετωπισθεί κατά τα παραπάνω, η αξία όμως αγοράς του οικοπέδου θα αποτελέσει ποσό τεκμαρτής δαπάνης.

Τα ως άνω ισχύουν και σε περίπτωση αγοράς ή ανέγερσης πρώτης κατοικίας από επικαρπωτή.

Αντίθετα για τον ψιλό κύριο αποτελεί τεκμήριο απόκτησης περιουσιακών στοιχείων. Δύναται όμως αυτός για άλλο ακίνητο πρώτης κατοικίας μέχρι 120 τ.μ. να εξαιρεθεί από το τεκμήριο.

Εάν κατεδαφισθεί υπάρχουσα κατοικία και στη θέση της ανεγερθεί άλλη θεωρούμενη πρώτη κατοικία ισχύουν για την ανέγερση αυτή τα παραπάνω αναφερόμενα.

γ) Περίπτωση δ΄ παραγράφου 5 άρθρου 5 ν.δ. 3323/1955 δηλαδή τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τα πρόσωπα που προαναφέρθηκαν για χορήγηση δανείων στις εταιρίες που μετέχουν ως εταίροι ή και προς την ατομική επιχείρηση με τη μορφή προσωρινών καταθέσεων.

Στις περιπτώσεις αυτές ολόκληρο το ποσό του δανείου ή της κατάθεσης θεωρείται τεκμαρτή δαπάνη με κρίσιμο χρόνο το χρόνο της καταβολής. Σαν δάνεια θεωρούνται και οι προσωρινές διευκολύνσεις προς την εταιρία.

Εν προκειμένω εάν η επιχείρηση τηρεί βιβλία Γ Κατηγορίας του ΚΦΣ η διαπίστωση της καταβολής είναι ευχερής γιατί πρέπει η επιχείρηση να κάνει τις σχετικές εγγραφές στα βιβλία.

Σε κάθε περίπτωση ελέγχου επιχειρήσεων με βιβλία Α' ή Β' Κατηγορίας ΚΦΣ πρέπει να εξετάζεται η τυχόν χορήγηση δανείων ή προσωρινών καταθέσεων.

Παράδειγμα

Ομόρρυθμη εταιρία με βιβλία Β΄ κατηγορίας ΚΦΣ, με κεφάλαιο 500.000 δρχ. (και με κέρδη κατ΄ έτος τα οποία αναλαμβάνονται από τους εταίρους) προβαίνει σε αγορά μηχανολογικού εξοπλισμού μετρητοίς αξίας 10.000.000 δρχ. Επειδή δεν μεσολάβησε δανεισμός από τράπεζα ή άλλο πιστωτικό οργανισμό φανερό είναι ότι προέρχεται το ποσό αυτό από δάνεια των εταίρων της. Ολόκληρο επομένως το ποσό αυτό αποτελεί τεκμαρτή δαπάνη για τα μέλη της εταιρίας κατά το ποσοστό συμμετοχής τους, αφαιρουμένου του ποσού του κεφαλαίου.

Τα ίδια ισχύουν και σε περίπτωση μη τήρησης βιβλίων ΚΦΣ.

δ) Τελευταίο εδάφιο παραγράφου 5 άρθρου 5 ν.δ. 3323/1955.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του εδαφίου, όσοι δεν αναγράφουν στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικον, έτους 92 και επόμενα την αγορά ή την ανέγερση των ακινήτων, υπόκεινται στις κυρώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 73α του Ν.Δ. 3323/55.

VII. ΥΠΟΒΟΛΗ ΔΗΛΩΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Όπως αναφέρουμε παραπάνω από 1η Ιανουαρίου 1991 θεωρείται ως ετήσια τεκμαρτή δαπάνη του φορολογουμένου, της συζύγου του και των προσώπων που τους βαρύνουν και τα χρηματικά ποσά που πραγματικά καταβάλλονται για:

α) Αγορά επιχειρήσεων, εταιρικών μεριδίων και χρεογράφων γενικά. Εξαιρείται η αγορά ομολόγων του Δημοσίου και μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο.

β) Αγορά ακινήτων ή ανέγερση οικοδομών. Εξαιρείται η δαπάνη για αγορά ή ανέγερση πρώτης κατοικίας, εφόσον το εμβαδόν αυτής δεν υπερβαίνει τα εκατόν είκοσι (120) τετραγωνικά μέτρα.

γ) Χορήγηση δανείων στις εταιρίες που μετέχουν ως εταίροι ή και προς την ατομική επιχείρηση με τη μορφή των προσωρινών καταθέσεων.

Περί των περιπτώσεων αυτών απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, αλλά και εκείνων που ίσχυαν και προηγουμένως και εξακολουθούν να ισχύουν, έγινε πλήρης και λεπτομερής ανάλυση ανωτέρω και αναπτύχθηκε η επίκληση στοιχείων με τα οποία δικαιολογείται η απόκτηση αυτή.

Προκειμένου όμως να μην υπάρξουν αμφισβητήσεις και αντιδικίες μεταξύ φορολογουμένων και φορολογούσας αρχής περί του ύψους των επικαλουμένων προς δικαιολόγηση στοιχείων της τεκμαρτής δαπάνης δύναται να συμπληρωθεί από όσους φορολογουμένους το επιθυμούν το ειδικό έντυπο που θα είναι συνημμένο στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων οικονομικού έτους 1992 (εισοδήματα 1/1 - 31.12.91).

Στο έντυπο αυτό, προβλέπεται η αναγραφή των περιουσιακών στοιχείων του φορολογουμένου, τα οποία είχε στην κατοχή του την 1η Ιανουαρίου 1991, ημέρα έναρξης ισχύος των νέων διατάξεων απόκτησης περιουσιακών στοιχείων.

Όσα περιουσιακά στοιχεία της 1.1.1991 αναγραφούν στο ειδικό αυτό έντυπο απόκτησης περιουσιακών στοιχείων θα ληφθούν υποχρεωτικά υπόψη από τις φοροτεχνικές υπηρεσίες (ΔΟΥ), χωρίς να αναζητηθεί ο τρόπος και το έτος απόκτησής τους.

Το σύνολο της αξίας της περιουσίας της 1.1.1991, με τον τρόπο αυτόν αποτελεί την αφετηρία βάσει της οποίας θα δικαιολογείται η μετά την 1.1.91 και με τα εισοδήματα των επομένων ετών, απόκτηση περιουσιακών στοιχείων ή δικαιολόγηση τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης.

Εννοείται ότι σε περίπτωση συντάξεως του ειδικού τούτου εντύπου και αναγραφής της περιουσίας της 1.1.91 δεν μπορεί ταυτόχρονα σε δικαιολόγηση τεκμηρίου να γίνει επίκληση κεφαλαίου προηγουμένων ετών.

Τα περιουσιακά στοιχεία της 1.1.1991 που δεν αναγραφούν στο ειδικό έντυπο, τόσο ως προς το είδος του περιουσιακού στοιχείου όσο και ως προς το ύψος της αξίας τους, δεν θα μπορούν στο μέλλον να δικαιολογήσουν τεκμήριο απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, δεδομένου ότι όπως τονίζουμε πιο πάνω η συμπλήρωση του ειδικού αυτού εντύπου είναι αποκλειστική επιλογή κάθε φορολογουμένου και οι φοροτεχνικές υπηρεσίες θα δεχθούν χωρίς έλεγχο τεκμηρίου απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, το ύψος της δηλούμενης περιουσίας κατά την ημερομηνία αυτή.

Όσοι φορολογούμενοι δεν συμπληρώσουν το ειδικό αυτό έντυπο θα δικαιολογήσουν την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων και τις δαπάνες διαβίωσης με τις περιπτώσεις που αναπτύξαμε παραπάνω στα προηγούμενα κεφάλαια της παρούσας.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι μπορεί να αναγραφεί η αξία των ακόλουθων περιουσιακών στοιχείων που τυχόν είχε κάθε φορολογούμενος την 1.1.1991.

α) Μετρητά. Το σύνολο των μετρητών, τα οποία είχε ο φορολογούμενος, την 1.1.91, σε Τράπεζα, στο σπίτι του κ.λ.π.

β) Μετοχές. Αναλυτικά το είδος και την ποσότητα των μετοχών των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο.

Εάν πουληθούν μετά την 1.1.1991 πρέπει στις ετήσιες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος να επισυνάπτονται τα πινάκια των χρηματιστών πωλήσεως των μετοχών.

γ) Ομόλογα. Το είδος, η ημερομηνία εκδόσεως, η ποσότητα και η αξία των ομολόγων ή εντόκων γραμματίων.

Από την ημερομηνία ισχύος της παρούσας εγκυκλίου και μετά, πρέπει να υπάρχει απόδειξη τραπέζης.

δ) Κινητά πράγματα μεγάλης αξίας. Λεπτομερής περιγραφή των κινητών μεγάλης αξίας, όπως προσδιορίστηκαν παραπάνω.

ε) Ακίνητα. Τα στην κυριότητα του φορολογουμένου, της συζύγου του και των προστατευμένων μελών ακίνητα, δεν χρειάζεται να αναγραφούν στο ειδικό έντυπο, αφού είναι βεβαίας χρονολογίας κτήσεως και κατά την πώλησή τους θα συνταγεί συμβόλαιο πωλήσεως.

στ) Λοιπά περιουσιακά στοιχεία. Αυτοκίνητα, σκάφη αναψυχής, δίτροχα οχήματα, αεροσκάφη.

Δεν απαιτείται η αναγραφή στο ειδικό έντυπο, δεδομένου ότι τα περιουσιακά αυτά στοιχεία τα ευρισκόμενα στην κυριότητα του φορολογουμένου την 31.12.90 πρέπει να έχουν περιληφθεί στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικον έτους 1991.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο

ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΘΕ ΜΙΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥΣ 8, 9, 10, 11 & 13 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 1882/1990
Ι. Παράγραφος 8

Κατάργηση ανώτατου ορίου δαπάνης για την εξαίρεση από την εφαρμογή του τεκμηρίου και θέσπιση εξαίρεσης των μισθωτών και συνταξιούχων από το τεκμήριο δαπάνης με βάση την κυριότητα ή κατοχή επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης

Με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου αυτού αντικαθίσταται η περίπτωση α΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955. Καταργείται δηλαδή το όριο του 1.200.000 δρχ. της συνολικής τεκμαρτής δαπάνης μέχρι του οποίου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτού του άρθρου, καθόσον, η διάταξη αυτή είχε ως συνέπεια να καθιστά σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικές τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955, και καθιερώνεται εξαίρεση από το τεκμήριο της δαπάνης διαβίωσης Ε.Ι.Χ. αυτοκινήτου μέχρι 10 φορολογήσιμων ίππων, προκειμένου για μισθωτούς και συνταξιούχους.

Ειδικότερα με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι δεν εφαρμόζεται το τεκμήριο προσδιορισμού της ετήσιας δαπάνης, προκειμένου για μισθωτούς και συνταξιούχους, εφόσον ο φορολογούμενος, η σύζυγός του και τα τέκνα που τους βαρύνουν έχουν εισοδήματα μόνο από μισθωτές υπηρεσίες και διαθέτουν επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης μέχρι δέκα (10) φορολογήσιμους ίππους ακόμα και αν έχουν απαλλασσόμενο εισόδημα από ιδιοκατοίκηση κύριας και δευτερεύουσας κατοικίας, σύμφωνα με την περίπτωση β΄ του κεφαλαίου Α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 7.

Η εξαίρεση αυτή, που αναφέρεται μόνο στην τεκμαρτή δαπάνη της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 5 του Ν.Δ. 3323/55 (τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης με βάση την ιπποδύναμη ΕΙΧ αυτοκινήτου), ισχύει έστω και εάν ο σύζυγος που έχει εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες (ή και απαλλασσόμενο εισόδημα από ιδιοκατοίκηση κύριας ή δευτερεύουσας κατοικίας) δεν έχει επιβατικό αυτοκίνητο, ενώ κύριος του μοναδικού αυτοκινήτου της οικογενείας μέχρι 10 ίππων είναι ο άλλος σύζυγος που δεν έχει καθόλου εισόδημα ή έχει μόνο απαλλασσόμενο εισόδημα από κύρια ή δευτερεύουσα κατοικία.

Κατά συνέπεια όταν τα πιο πάνω πρόσωπα έχουν φορολογούμενο εισόδημα από ιδιοκατοίκηση κατοικίας ή από εκμίσθωση οικοδομών ή εισόδημα οπό οποιαδήποτε άλλη (εκτός των μισθωτών υπηρεσιών) κατηγορία, ή αν ένα ή περισσότερα από τα πρόσωπα αυτά (σύζυγο -πρόσωπα που τους βαρύνουν) βαρύνονται με τεκμαρτή δαπάνη και για κάποιο άλλο στοιχείο από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 (δαπάνη χρήσης και για άλλο επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης ή αυτοκίνητο μικτής χρήσης ανεξάρτητα της ιπποδύναμής του, για τεκμαρτό ή καταβαλλόμενο μίσθωμα δευτερεύουσας κατοικίας εμβα­δού 150 τετραγωνικών μέτρων και πάνω, δαπάνη χρήσης μοτοσυκλέττας με κυβισμό 500 κυβικά εκατοστά και πάνω, δαπάνη για οικιακούς βοηθούς κ.λ.π. δαπάνη για σκάφη αναψυχής ή για αεροσκάφη), δεν υπάγονται στην υπόψη εξαίρεση.

II. Παράγραφος 9

θέσπιση εξαίρεσης των πολυτέκνων από το τεκμήριο δαπάνης με βάση την κυριότητα ή κατοχή επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης μέχρι και 14 φορολογήσιμους ίππους

Με τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου αυτού, προστίθεται στην παρά­γραφο 6 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955, μετά την περίπτωση δ΄, νέα περίπτωση ε΄ και η περίπτωση ε΄ αυτή αναριθμείται σε στ΄.

Ειδικότερα με τις νέες διατάξεις θεσπίζεται εξαίρεση από την τεκμαρτή δαπάνη η οποία προκύπτει βάσει ενός επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης μέχρι και 14 φορολογήσιμους ίππους, το οποίο ανήκει στην κυριότητα ή κατοχή πολύτεκνου φορολογουμένου ή της συζύγου του και των προσώπων που συνοικούν με αυτούς και τους βαρύνουν. Η εξαίρεση αυτή δεν ισχύει όταν αυτοί είναι κύριοι ή κάτοχοι και άλλου επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης, ανεξάρτητα από την ιπποδύναμή του ή αν για τα πρόσωπα αυτά εφαρμόζονται οι διατάξεις των περιπτώσεων α΄ και γ΄ έως και στ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955, δηλαδή εάν για κάποιο από αυτά τα πρόσωπα, ανεξάρτητα από το πιο πρόσωπο έχει την κυριότητα ή κατοχή στο αυτοκίνητο αυτό, προκύπτει τεκμαρτή δαπάνη με βάση:

Το τεκμαρτό ή καταβαλλόμενο μίσθωμα για δευτερεύουσα κατοικία, την κυριότητα ή κατοχή διτρόχου αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης, την καταβαλλόμενη δαπάνη για οικιακούς βοηθούς, κ.λ.π. την κυριότητα ή κατοχή σκαφών αναψυχής ιδιωτικής χρήσης και τέλος την κυριότητα ή την κατοχή αεροσκαφών, ελικοπτέρων ή ανεμοπτέρων.

Έτσι π.χ. αν ο πολύτεκνος φορολογούμενος έχει ένα επιβατικό αυτοκίνητο 12 φορολογήσιμων ίππων (ανεξάρτητα αν σ΄ αυτό το αυτοκίνητο έχει κυριότητα 100% ή έχει συνιδιοκτησία) και η μητέρα του που συνοικεί με αυτόν και τον βαρύνει κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955 έχει ένα άλλο επιβατικό αυτοκίνητο 6 φορολογήσιμων ίππων (ανεξάρτητα αν σ΄ αυτό το αυτοκίνητο έχει κυριότητα 100% ή έχει συνιδιοκτησία), θα υπολογισθεί τεκμαρτή δαπάνη σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 και για τα δύο αυτοκίνητα.

Αντίθετα αν στο μοναδικό αυτοκίνητο της οικογένειας του πολύτεκνου φορολογουμένου (η οικογένεια για την εφαρμογή αυτών των διατάξεων θεωρείται ότι αποτελείται από το φορολογούμενο, τη σύζυγό του και τα πρόσωπα που συνοικούν και τους βαρύνουν) έχουν συνιδιοκτησία περισσότερα πρόσωπα της οικογένειας του φορολογουμένου ή πρόσωπα της οικογένειας του φορολογουμένου και τρίτοι, η υπόψη εξαίρεση από την τεκμαρτή δαπάνη όσον αφορά τα πρόσωπα της οικογένειας του πολύτεκνου φορολογουμένου, εξακολουθεί να ισχύει.

Ως πολύτεκνος για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής θεωρείται ο φορολογούμενος που έχει τουλάχιστον 4 τέκνα που τον βαρύνουν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955.

Στην περίπτωση που και η σύζυγος του φορολογουμένου έχει τέκνα που την βαρύνουν (είτε από προηγούμενο γάμο, είτε χωρίς γάμο) τότε ο αριθμός των τέκνων που βαρύνουν το φορολογούμενο αθροίζεται με τον αριθμό των τέκνων που βαρύνουν τη σύζυγο, προκειμένου να κριθεί αν πρόκειται για πολύτεκνο, για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.

Διευκρινίζεται ότι η εξαίρεση αυτή ισχύει μόνο για την τεκμαρτή δαπάνη που προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/55, εφόσον βέβαια συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις που προαναφέραμε.

III. Παράγραφος 10 Ν. 1882/1990

θέσπιση ποσοστιαίου ορίου για τον υπολογισμό αφορολόγητου ποσού λόγω δωρεάς, στην περίπτωση που το εισόδημα του φορολογουμένου προσδιορίζεται τεκμαρτά με βάση τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955

Με την παράγραφο 10 του άρθρου αυτού στο τέλος της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 7 του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955, προστίθεται τελευταίο εδάφιο, με το οποίο ορίζεται ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο υπολογισμός του φόρου γίνεται με βάση τη συνολική τεκμαρτή δαπάνη του φορολογουμένου, λαμβάνεται υπόψη ως αφορολόγητο ποσό χρηματικό ποσό που καταβλήθηκε από το φορολογούμενο λόγω δωρεάς μέχρι ποσοστό 10% του εισοδήματός του.

Εισόδημα, για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, θεωρείται το συνολικό εισόδημα που προσδιορίσθηκε με βάση τις διατάξεις του άρθρου 5, καθόσον η προστιθέμενη διαφορά δαπάνης (η διαφορά δηλαδή μεταξύ της συνολικής δαπάνης και του πραγματικού εισοδήματος του φορολογουμένου, της συζύγου του και των προσώπων που τους βαρύνουν) σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/ 1955 λογίζεται ως εισόδημα.

`Αλλωστε, η άποψη αυτή ενισχύεται από την αιτιολογική έκθεση του νόμου, σύμφωνα με την οποία η θέσπιση της υπόψη διάταξης κρίθηκε σκόπιμη καθόσον η δωρεά χρηματικών ποσών ενώ αποτελεί πραγματική εκταμίευση δεν περιλαμβάνεται στις δαπάνες που συνθέτουν τη συνολική τεκμαρτή δαπάνη του φορολογουμένου.

Φυσικά ισχύουν και οι λοιποί περιορισμοί που αναφέρονται στην περιπτ. δ΄ της παραγράφου 7 του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955.

IV. Παράγραφος 11 Ν. 1882/1990

Υποχρέωση προσκόμισης βεβαίωσης του προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ ότι έχουν περιληφθεί στις οικείες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος ορισμένα περιουσιακά στοιχεία (επιβατικά αυτοκίνητα IX, δίκυκλα, σκάψη αναψυχής, αεροσκάφη αναψυχής κ.λ.π.) στην περίπτωση μεταβίβασής τους ή σύστασης εμπράγματου δικαιώματος σ΄ αυτά

Όπως είναι γνωστό η ισχύς των διατάξεων της παραγράφου 11 του άρθρου 1 του Ν. 1882/1990 αρχίζει σύμφωνα με την περίπτωση β του άρθρου 52 του ίδιου νόμου από την ημερομηνία δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της απόφασης που προβλέπεται από την παράγραφο 11 του άρθρου 72 του Ν.Δ. 3323/55 (που προστέθηκε με την παράγραφο 11 του άρθρου 1 του Ν. 1882/1990).
Επίσης, όπως είναι γνωστό με τις διατάξεις της παραγράφου 11 του άρθρου 1 του Ν. 1882/1990 προστέθηκαν στο άρθρο 72 του Ν.Δ. 3323/55 οι νέες παράγραφοι 10, 11, 12, 13, 14 και 15.
Ύστερα από την έκδοση και κοινοποίηση της απόφασης 1028284/426/Α0012/ΠΟΛ.1066/18.3.1991 του Υπουργού Οικονομικών, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β΄ 205/3.4.91 (Σχετικό τηλεγράφημά μας 1032440/525/Α0012/4.4.91) για την εφαρμογή τόσο των νέων παραγράφων του άρθρου 72 του Ν.Δ. 3323/55 που προστέθηκαν με τις διατάξεις της παραγράφου 11 του άρθρου 1 του Ν. 1882/1990 όσο καί για την εφαρμογή της απόφασης του Υπουργού Οικονομικών που προαναφέραμε, σας παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες:
1. Με τη νέα παράγραφο 10 του άρθρου 72 του ν.δ. 3323/1955 ορίζεται ότι απαγορεύεται η σύνταξη συμβολαιογραφικών εγγράφων, καθώς και η καταχώρηση συμβολαιογραφικού ή ιδιωτικού συμφωνητικού (συμφωνίας) για τη μεταβίβαση της κυριότητας ολικά ή μερικά ή για τη σύσταση άλλου εμπράγματου δικαιώματος επί αυτοκινήτου οχήματος ή μοτοσυκλέττας από 500 κυβικά εκατοστά και πάνω ή σκάφους αναψυχής ή αεροσκάφους ή ελικοπτέρου, που αναφέρονται στις περιπτώσεις β, γ, ε΄ και στ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955, σε δημόσια βιβλία ή έγγραφα, καθώς και η θεώρηση των υπογραφών στις σχετικές δηλώσεις ή συμφωνίες από οποιαδήποτε αρχή ή πρόσωπο έχει το δικαίωμα της θεώρησης αυτής, καθώς και η έκδοση οποιουδήποτε δημοσίου εγγράφου που να βεβαιώνει τη μεταβολή της κυριότητας ή τη σύσταση εμπράγματου δικαιώματος επί των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων, αν δεν προσκομισθεί βεβαίωση του Προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ότι τα παραπάνω μεταβιβαζόμενα ή βαρυνόμενα περιουσιακά στοιχεία έχουν περιληφθεί στη δήλωση που υπέβαλε ο υπόχρεος για τη φορολογία του εισοδήματός του που απέκτησε το αμέσως προηγούμενο του έτους της μεταβίβασης ή της σύστασης εμπράγματου δικαιώματος στα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία. Είναι αυτονόητο ότι οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται για τη μεταβίβαση ή τη σύσταση εμπράγματου δικαιώματος σε περιουσιακό στοιχείο που δεν αναφέρεται στις υπόψη διατάξεις (π.χ. φορτηγό αυτοκίνητο, μοτοσυκλέττα κάτω από 500 κ.ε. κ.λ.π.).

Αντίθετα εφαρμόζονται στην περίπτωση που πωλείται από φυσικό πρόσωπο μηχανοκίνητο σκάφος μετά την αφαίρεση της μηχανής εφόσον στο λεμβολόγιο αναφέρεται ως μηχανοκίνητο.

Σχετικά με την εφαρμογή της παραγράφου αυτής συμπληρωματικά σας πληροφορούμε και τα ακόλουθα:

α) Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στην περίπτωση απόσυρσης του αυτοκινήτου κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 20 του Ν. 1921 (ΦΕΚ Α΄ 12/5.2.91) επειδή μεταβιβάζεται ή γενικά μεταβάλλεται η κυριότητα (Τηλεγράφημα 1038858/655/Α0012/25.4.91).

β) Αν το μεταβιβαζόμενο ΕΙΧ αυτοκίνητο ή μι­κτής χρήσης αυτοκίνητο ή μοτοσυκλέττα 500 και πάνω κ.ε. ανήκει σε Ο.Ε., Ε.Ε. ή Ε.Π.Ε., της οποίας όλα τα μέλη είναι νομικά πρόσωπα θα εκδίδεται από την ΔΟΥ που είναι αρμόδια για τη φορολογία της εταιρίας βεβαίωση ότι δεν υπήρχε υποχρέωση δήλωσης του αυτοκινήτου από τα μέλη της εταιρίας επειδή αυτά είναι Νομικά Πρόσωπα.

γ) Σε περίπτωση που το μεταβιβαζόμενο περιουσιακό στοιχείο ανήκει σε φυσικό πρόσωπο και δεν έχει δηλώσει τη δαπάνη αγοράς του (παρ. 5 άρθ. 5 Ν.Δ. 3323/1955) θα επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 5 του Ν.Δ. 3323/55.

δ) Αν η μεταβίβαση κ.λ.π. του περιουσιακού στοιχείου γίνεται μέσα στη γενική προθεσμία (25 Φεβρουαρίου) υποβολής της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και ο υπόχρεος δεν έχει υποβάλλει τη δήλωση αυτή τότε η σχετική βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. θα εκδίδεται με βάση τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του αμέσως προηγούμενου οικονομικού έτους και θα αναγράφεται σε αυτή ότι δεν έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής δήλωσης του οικείου οικονομικού έτους (π.χ. στις 10.1.92 η βεβαίωση θα εκδοθεί με βάση τη δήλωση οικ. έτους 1991).

Αν η βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. εκδίδεται μετά της 25 Φεβρουαρίου και ο υπόχρεος ισχυρίζεται ότι δεν έχει υποβάλλει την οικεία δήλωση επειδή υπάγεται στις ρυθμίσεις (εξαιρέσεις) του δευτέρου και επομένων εδαφίων της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του Ν.Δ. 3323/55, πρέπει να βεβαιώνει τους ισχυρισμούς του αυτούς με υπεύθυνη δήλωση - βεβαίωση του Ν. 1599/86 η οποία θα πρωτοκολλείται και της οποίας θα γίνεται μνεία στην οικεία βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. του προηγούμενου εδαφίου της παρούσης.

ε) Εάν η μεταβίβαση (πώληση) κ.λ.π. γίνεται στο έτος της αγοράς από τον πωλητή κ.λ.π. υποβάλλεται στη ΔΟΥ θεωρημένο φωτοαντίγραφο της άδειας κυκλοφορίας του αυτοκινήτου ή του εγγράφου δημόσιας αρχής (Λιμεναρχείου - Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας κ.λ.π.) από το οποίο να αποδεικνύεται η ημερομηνία αγοράς του μεταβιβαζόμενου κ.λ.π. περιουσιακού στοιχείου, καθώς και υπεύθυνη δήλωση - βεβαίωση του Ν. 1599/86 του πωλητή με την οποία θα βεβαιώνει ότι θα δηλώσει τη δαπάνη αγοράς και τη δαπάνη διαβίωσης του μεταβιβαζόμενου περιουσιακού στοιχείου στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του οικείου οικον έτους. Στην περίπτωση αυτή στη βεβαίωση που θα εκδίδεται από τη ΔΟΥ θα αναφέρεται ότι δεν έχει ακόμη γεννηθεί η υποχρέωση υποβολής σχετικής δήλωσης γι΄ αυτούς τους λόγους και θα γίνεται μνεία της υπόψη υπεύθυνης δήλωσης.

στ) Αν για το μεταβιβαζόμενο περιουσιακό στοιχείο δεν υπολογίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5, τεκμαρτή δαπάνη για το προηγούμενο της μεταβίβασης έτος (π.χ. το μεταβιβαζόμενο επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης ήταν σε ακινησία ολόκληρη τη διάρκεια του έτους ή αυτό είχε αγορασθεί μετά τις 16 Δεκεμβρίου του προηγούμενου της μεταβίβασης έτους, κ.λ.π.), τότε στο πιστοποιητικό που θα εκδίδεται μεταξύ των άλλων πρέπει να αναγράφονται και τα εξής:

«............................ έχει δηλωθεί στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικον, έτους 199 ... αλλά από τα ................................... (αναγραφή δικαιολογητικών) που έχουν υποβληθεί στην υπη­ρεσία μας σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου ....................................................... του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955, προκύπτει ότι δεν υπολογίζεται τεκμαρτή δαπάνη με βάση το μεταβιβαζόμενο περιουσιακό στοιχείο ............. »

Στην περίπτωση που η αγορά είχε γίνει το προηγούμενο της μεταβίβασης έτος, στη βεβαίωση της ΔΟΥ προκειμένου για πωλητές, φυσικά πρόσωπα θα αναγράφεται και ότι: «Η δαπάνη όμως αγοράς αυτού ................................. δρχ. έχει δηλωθεί (παρ. 5 άρθρ. 5 Ν.Δ. 3323/55)».

ζ) Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων αυτής της παραγράφου και της νέας παραγράφου 13 του άρθρου 72 του Ν.Δ. 3323/55 προκύπτει ότι αν δεν είχε δηλωθεί περιουσιακό στοι­χείο που αναφέρεται μεν στις διατάξεις του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955, αλλά με βάση τις ίδιες διατάξεις δεν υπολογίζεται γι΄ αυτό τεκμαρτή δαπάνη, καθώς και προκειμένου για πρόσωπα που βαρύνονται με το τεκμήριο περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν σε εταιρία ή σε επιχείρηση εκπαίδευσης οδηγών αυτοκινήτων ή ενοικίασης αυτοκινήτων (π.χ. επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης) και το μεν συγκεκριμένο μεταβιβαζόμενο περιουσιακό αντικείμενο της εταιρίας ή της επιχείρησης που προαναφέραμε (π.χ. ΕΙΧ αυτοκίνητο) δεν είχε δηλωθεί από το πρόσωπο αυτό, είχε όμως δηλωθεί η συνολική τεκμαρτή δαπάνη που προέκυπτε για το πρόσωπο αυτό με βάση το σύνολο των ομοίων με το μεταβιβαζόμενο περιουσιακών στοιχείων (π.χ. με βάση όλα τα επιβατικά ή μικτής χρήσης αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, συμπεριλαμβανομένου και του μειαβιβαζόμενου αυτοκινήτου), τότε για τη λήψη του υπόψη πιστοποιητικού θα πρέπει να υποβληθεί συμπληρωματική δήλωση από το φορολογούμενο για να εκδοθεί το οικείο πιστοποιητικό, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στο προηγούμενο εδάφιο.

Για τη συμπληρωματική αυτή όμως δήλωση δεν θα είχαν εφαρμογή οι διατάξεις της νέας παραγράφου 13 καθόσον με τη δήλωση αυτή δεν δηλώνεται τεκμαρτή δαπάνη αλλά μόνο περιουσιακό στοιχείο.

η) Αν το πωλούμενο κ.λ.π. περιουσιακό στοιχείο ανήκει σε εταιρία, τότε τα πρόσωπα ή οι αρχές στις οποίες υποβάλλονται οι βεβαιώσεις της παραγράφου 10 θα πρέπει ή να βεβαιώνονται από επίσημα έγγραφα που θα τους προσκομίσει ο υπόχρεος ότι έχουν προσκομισθεί οι υπόψη βεβαιώσεις για όλα τα πρόσωπα που είχαν υποχρέωση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 να περιλάβουν το υπόψη περιουσιακό στοιχείο στις δηλώσεις τους φορολογίας εισοδήματος. Προς τούτο μπορούν να ζητούν και σχετική υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/86 με ένα φωτοαντίγραφο αυτής από τον εκπρόσωπο της εταιρίας. Τα υπόψη φωτοαντίγραφα θα αποστέλλονται από τα πρόσωπα ή τις Υπηρεσίες στις οποίες υποβάλλονται στη ΔΟΥ που είναι αρμόδια για τη φορολογία της εταιρίας.

θ) Αν η χρήση του αυτοκινήτου είχε δοθεί σε άλλο πρόσωπο με βάση οριστική σύμβαση πώλησης αυτοκινήτου με τον όρο παρακράτησης της κυριότητας.

ι) Σημειώνεται ότι ύστερα από την έναρξη ι­σχύος των διατάξεων αυτών (σχετική περίπτωση β΄ άρθρου 52 Ν. 1882/1990) δηλαδή ύστερα από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης που αναφέρεται στην επόμενη παράγραφο 11 του άρθρου 72 του ν.δ. 3323/1955 στο ΦΕΚ Β΄ 205/3 Απριλίου 1991 παύουν να ισχύουν οι ανάλογες διατάξεις του άρθρου 56 του Ν. 1041/1980 (προκειμένου για μεταβίβαση ή υποθήκευση σκαφών αναψυχής) και της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Ν. 1591/86 (προκειμένου για μεταβίβαση ή υποθήκευση αεροσκαφών), οι οποίες εξακολουθούσαν να ισχύουν και μετά το Ν. 1828/1989.

2. Με τη νέα παράγραφο 1 του άρθρου 72 του ν.δ. 3323/1955 ορίζεται ότι με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται το έγγραφο που αναπληρώνει τη βεβαίωση της προηγούμενης παραγράφου (δηλαδή της παραγράφου 10 του άρθρου 72 του ν.δ. 3323/1955) και γενικά η διαδικασία που θα ακολουθείται στην περίπτωση που η μεταβίβαση ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος στα υπόψη περιουσιακά στοιχεία γινεται με βάση το νομό η δικαστική απόφαση ή αυτοσύμβαση ή αναγκαστικό (δημόσιο) πλειστηριασμό ή ιδιωτικό συμφωνητικό και δεν προσκομίζεται η βεβαίωση της προηγούμενης παραγράφου, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου (δηλαδή του άρθρου 72 του Ν.Δ. 3323/ 1955).

Σημειώνεται ότι με βάση την εξουσιοδότηση της παρούσας διάταξης εκδόθηκε η 1028284/ 426/Α0012/ΠΟ/\.1066/18.3.1991 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ. 205/τεύχος Β/3.4.91 και η οποία σας έχει κοινοποιηθεί.

Σχετικά για την απόφαση αυτή σας πληροφορούμε τα ακόλουθα:

α) Σκοπός της απόφασης αυτής είναι η κάλυψη των περιπτώσεων εκείνων που είναι αδύνατη η προσκόμιση της βεβαίωσης που προβλέπεται από την παράγραφο 10 του άρθρου 72 του ν.δ. 3323/1955, λόγω αρνήσεως προσκόμισης της υπόψη βεβαίωσης από το πρόσωπο το οποίο μεταβιβάζει περιουσιακό στοιχείο που αναφέρεται στην παράγραφο αυτή ή που συστήνει εμπράγματο δικαίωμα στο υπόψη περιουσιακό στοιχείο, είτε επειδή το πρόσωπο αυτό έχει συμφέρον να μην μπορεί να γίνει η μεταβίβαση, είτε από λόγους δυστροπίας του, είτε επειδή δεν τα είχε δηλώσει στην οικεία δήλωση του φορολογίας εισοδήματος.

Σημειώνεται ότι λόγω του φορολογικού απορρήτου η βεβαίωση αυτή δεν μπορεί να δοθεί οτον αντισυμβαλλόμενο (αγοραστή κ.λ.π.) εκτός αν υπάρχει ειδικό πληρεξούσιο.

Έτσι μι το άρθρο 1 αυτής της απόφασης ορίζεται ότι κατά την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 11 του άρθρου 72 του ν.δ. 3323/1955 (που προαναφέραμε) αν δεν προσκομίζεται η βεβαίωση της παραγράφου 10 του ίδιου άρθρου, για τη μεταβίβαση ή τη σύσταση εμπράγματου δικαιώματος στα περιουσιακά στοιχεία που αναφερόνται στις περιπτώσεις β΄, γ΄, ε΄ και στ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955,αυτός που έχει τη σχετική αξίωση (αγοραστής κ.λ.π. των υπόψη περιουσιακών στοιχείων) κοινοποιεί, στον υπόχρεο προσκόμισης της βεβαίωσης, (πωλητή κ.λ.π.), έγγραφη πρόσκληση με την οποία του ζητά να υποβάλλει αυτήν την βεβαίωση στην ορισμένη υπηρεσία ή αρχή ή πρόσωπο που έχει αρμοδιότητα για τη διενέργεια των πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 10 του άρθρου 72 του ν.δ. 3323/1955, κατά περίπτωση.

Η επίδοση αυτής της έγγραφης πρόσκλησης, στον υπόχρεο (πωλητή κ.λ.π.) γίνεται με δικαστικό επιμελητή, σύμφωνα με τις διατάξεις περί επίδοσης εγγράφων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

O υπόχρεος (πωλητής κλπ.) οφείλει να υποβάλλει την οικεία βεβαίωση μέσα σε χρονικό διάστημα ενός (1) μηνός από την επομένη της επίδοσης σε αυτόν της οικείας έγγραφης πρόσκλησης, στα πρόσωπα ή τις αρχές που προαναφέραμε.

β) Στο άρθρο 2 αυτής της απόφασης ορίζονται τα ελάχιστα στοιχεία που πρέπει να αναφέρει η υπόψη πρόσκληση τα οποία είναι:

- Τα στοιχεία του ενδιαφερομένου (αγοραστή κ.λ.π.), ο οποίος έχει τη σχετική αξίωση, καθώς και τη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία που είναι αρμόδια γιο τη φορολογία του εισοδήματός του.

- Η αιτία που νομιμοποιεί τον ενδιαφερόμενο.

- Τα στοιχεία που εξατομικεύουν το περιουσιακό στοιχείο επί του οποίου ο ενδιαφερόμενος έχει την αξίωση.

- Τα πλήρη στοιχεία του προσκαλουμένου και ιδιαίτερα την τελευταία γνωστή αστική και εμπο­ρική κατοικία του.

Εξυπακούεται ότι εκτός από αυτά τα στοιχεία η πρόσκληση μπορεί να αναφέρει και άλλα στοιχεία, όπως π.χ. την ΔΟΥ που είναι αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος του προσκαλούμενου, εφόσον βέβαια αυτή είναι γνωστή στον ενδιαφερόμενο.

γ) Με το άρθρο 3 αυτής της απόφασης ορίζεται η διαδικασία που ακολουθείται στην περίπτωση που ο προσκαλούμενος δεν ανταποκριθεί στην υπόψη πρόσκληση και δεν υποβάλλει τη σχετική βεβαίωση.

Έτσι σύμφωνα με το άρθρο αυτό αν ο υπόχρεος (πωλητής κ.λ.π.) δεν υποβάλλει την οικεία βεβαίωση μέσα σε ένα μήνα σπό την επόμενη της επίδοσης σε αυτόν της οικείας έγγραφης πρόσκλησης, ο ενδιαφερόμενος (αγοραστής κ.λ.π.) υποβάλλει, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την επομένη του τέλους της προθεσμίας που προαναφέραμε, σε τρία (3) κυρωμένα αντίγραφα, αντίτυπο της οικείας πρόσκλησης, στη δημόσια οικονομική υπηρεσία που είναι αρμόδια για τη φορολογία του εισοδήματος του υπόχρεου (πωλητή), καθώς και κυρωμένο αντίγραφο του οικείου αποδεικτικού κοινοποίησης. Η αρχή αυτή όμως αφού τα θεωρήσει, επιστρέφει στον ενδιαφερόμενο τα δύο από τα θεωρημένα αντίγραφα της πρόσκλησης.

Κατά συνέπεια ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί πριν από το τέλος ενός μηνός από την επόμενη ημέρα της επίδοσης στον υπόχρεο (πωλητή κ.λ.π.) της οικείας έγγραφης πρόσκλησης να υποβάλλει τα πιο πάνω κυρωμένα αντίγραφα της πρόσκλησης αυτής στην ΔΟΥ που είναι αρμόδια για τη φορολογία του εισοδήματος του υπόχρεου (πωλητή). Μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτού του άρθρου, δεν μπορεί ο ενδιαφερόμενος να υποβάλλει αντίγραφα της οικείας πρόσκλησης στην αρμόδια ΔΟΥ αλλά πρέπει να επαναλάβει για μία μόνο φορά την διαδι­κασία (άρθρο 5 της παρούσας απόφασης). Αν ο ενδιαφερόμενος δεν γνωρίζει την φορολογική αρ­χή που είναι αρμόδια για την φορολογία του υπόχρεου ή αν αυτός κατοικεί σε διαφορετική πόλη από εκείνη που έχει την έδρα της αυτή η φορολογική αρχή, η υπόψη έγγραφη πρόσκληση υποβάλλεται σε τέσσερα (4) κυρωμένα αντίγραφα στη φορολογική αρχή που είναι αρμόδια για τη φορολογία του εισοδήματός του (του αγοραστή). Η αρχή αυτή, αφού τα θεωρήσει, επιστρέφει στον ενδιαφερόμενο τα δύο από αυτά και έχει υποχρέωση μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από την ημερομηνία θεώρησής τους, να αποστείλει το ένα από τα θεωρημένα αντίγραφα της οικείας πρόσκλησης που της κατέθεσε ο ενδιαφερόμενος στη φορολογική αρχή που είναι αρμόδια για τη φορολογία του υπόχρεου (πωλητή κ.λ.π.). Την ίδια υποχρέωση έχει και η φορολογική αρχή που, τυχόν, θεώρησε το υπόψη έγγραφο (πρόσκληση), χωρίς όμως να έχει τέτοια αρμοδιότητα.

Αν η φορολογική αυτή αρχή δεν γνωρίζει ποια είναι η αρμόδια ΔΟΥ για τη φορολογία εισοδήματος του υπόχρεου (πωλητή κ.λ.π.) θα πρέπει να φροντίσει ύστερα από επικοινωνία με το ΚΕΠΥΟ καθώς και με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο (πληροφορίες από πρώην γείτονες ή συγγενείς του υπόχρεου, να πληροφορηθεί τη νέα κατοικία ή τη νέα εμπορική διεύθυνση του υπόχρεου κ.λ.π.) να την μάθει και να αποστείλει το ένα από τα θεωρημένα αντίγραφα στην αρμόδια δη­μόσια οικονομική υπηρεσία για τη φορολογία εισοδήματος του υπόχρεου (πωλητή κ.λ.π.).

Στην περίπτωση που το υπόψη έγγραφο έχει υποβληθεί σε αναρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία (ΔΟΥ), η οποία το παρέλαβε από παραδρομή, η Υπηρεσία αυτή στέλνει στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία (ΔΟΥ) για τη φορολογία εισοδήματος του υπόχρεου το θεωρημένο αντίγραφο που έχει παραμείνει στην υπηρεσία της μέσα στην ίδια ημερομηνία, αφού προηγουμένως το φωτοτυπήσει και κρατήσει το φωτοαντίγραφο στην Υπηρεσία της.

Οι δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, που αποστέλλουν σύμφωνα με τα παραπάνω στις αρμό­διες δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες θεωρημένα αντίγραφα των υπόψη εγγράφων, πρέπει να θέ­τουν τα αντίγραφα που παραμένουν σε αυτές, μαζί με τη σχετική αλληλογραφία σε ειδικό φάκελλο κατά απόλυτη αλφαβητική σειρά του επωνύμου του υπόχρεου.

Εξυπακούεται ότι κατά τη θεώρηση των υπόψη εγγράφων θα γράφεται και ο αύξων αριθμός θεώρησης που θα είναι ο ίδιος με τον αύξοντα αριθμό της καταχώρησης σε ειδικό βιβλίο.

Η υπόψη καταχώρηση θα περιλαμβάνει τον αύξοντα αριθμό, την ημερομηνία θεωρήσεως, το ονοματεπώνυμο τόσο εκείνου που έχει την αξίωση όσο και εκείνου κατά του οποίου ασκείται η σχετική αξίωση, το είδος του περιουσιακού στοιχείου που μεταβιβάζεται ή επί του οποίου συστήνεται εμπράγματο δικαίωμα. Στην περίπτωση διαβίβασης του υπόψη εγγράφου σε άλλη δημόσια οικονομική υπηρεσία πρέπει να αναγράφετε τον αριθμό πρωτοκόλλου του διαβιβαστικού εγγράφου και τέλος τον αριθμό και την ημερομηνία θεώρησής του από άλλη ΔΟΥ, στην περίπτωση που έχει διαβιβασθεί από άλλη ΔΟΥ, όπως στο υπόδειγμα που σας παραθέτουμε παρακάτω:

α/α Ημερ/νία Ονομ/μο Αγοραστή κλπ. Ονομ/νυμο Πωλητή κ.λ.π. Μεταβιβαζόμενο κ.λ.π. περιουσιακό στοιχ. Σχετική Δικαιο-πραξία Αριθμός πρωτοκόλλου διαβιβαστικού εγγράφου ή αριθμός θεώ­ρησης από άλ­λη ΔΟΥ
-- 23/10 Κούρου `Αννα του Γ. Ηλίας Ηλίας του Δ. ΕΙΧ Πώληση 1788/10.9.91 από Β΄ ΔΟΥ Βόλου (αρ. θεώρ. 30/28.9.91)
12 28/10 Βούρος Μάρκος του Δ. Παππάς Θωμάς του Δ. Σκάφος Υποθήκη -
13 7/11 Μίχος Ιωάννης του Π. Νάκος Μιχα­ήλ του Στ. Αεροπλάνο Πώληση 2037/6.12.91 προς Α΄ ΔΟΥ Πατρών

δ) Με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 αυτής της απόφασης, λαμβάνεται πρόνοια να μην εμπλέκεται ο Προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας στις τυχόν διαφορές των φορολογουμένων ως προς τη νομιμότητα της οικείας μεταβίβασης, και γι΄ αυτό το θεωρημένο έγγραφο που αναφέρεται στην υπόψη απόφαση είναι μεν απαραίτητο για την εγγραφή της οικείας δικαιοπραξίας στα βιβλία των αρμοδίων Υπηρεσιών και για την έκδοση από αυτές των σχετικών δημοσίων εγγράφων, δεν νομιμοποιεί όμως από μόνο του τις υπόψη δικαιοπραξίες, αν για άλλους λόγους αμφισβητείται η νομιμότητα των υπόψη μεταβιβάσεων κυριότητας ή σύστασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων στα υπόψη περιουσιακά στοιχεία.

Έτσι αρμόδιες να εξετάσουν αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις νομιμοποίησης των υπόψη μεταβιβάσεων κυριότητας ή της σύστασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων στα υπόψη περιουσιακά στοιχεια ή αν πληρούνται οι τυχόν άλλοι όροι που προβλέπονται για τη μεταγραφή των οικείων δικαιοπραξιών στο βιβλία τους ή για την έκδοση από σχετικών δημοσίων εγγράφων, εξακολουθούν να είναι οι ίδιες αρχές που ήσαν πριν την θέσπιση των διατάξεων που προστέθηκαν με την παράγραφο 11.

ε) Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 4 και με τις διατάξεις του άρθρου 5 αυτής της απόφασης καταβάλλεται προσπάθεια αφενός να μην διαιωνίζονται ορισμένες καταστάσεις σε βάρος του ενός ή του άλλου συμβαλλομένου και αφετέρου να παρέχεται μια δεύτερη ευκαιρία στον δικαιούχο της υπόψη αξίωσης για να ικανοποιήσει την αξίωσή του.

Έτσι με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 4 της απόφασης αυτής ορίζεται ότι το υπόψη θεωρημένο αντίτυπο της έγγραφης πρόσκλησης του υπόχρεου πρέπει να υποβληθεί από τον ενδιαφερόμενο, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών (3) μηνών από τη θεώρησή του, όπου απαιτείται η οικεία βεβαίωση για τη διενέργεια των πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 10 του άρθρου 72 του ν.δ. 3323/1955. Επίσης με τις διατάξεις του άρθρου 5 ορίζεται ότι αν παρέλθουν άπρακτες οι προθεσμίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 3 (δηλαδή η προθεσμία ενός μηνός για την υποβολή στην αρμόδια ΔΟΥ από τον ενδιαφερόμενο αγοραστή κ.λ.π. της υποβολής σε 3 κυρωμένα αντίγραφα της οικείας πρόσκλησης και κυρωμένο αντίγραφο του οικείου αποδεικτικού κοινοποίησης) και στην παράγραφο 2 του άρθρου 4 που προαναφέραμε, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επαναλάβει τη σχετική διαδικασία (κοινοποίηση πρόσκλησης στον υπόχρεο, υποβολή αντιγράφων της πρόσκλησης στην αρμόδια ΔΟΥ αν ο υπόχρεος μέσα στην προθεσμία δεν υποβάλλει την οικεία βεβαίωση κ.λ.π.) μια φορά ακόμη.

στ) Με τις διατάξεις του άρθρου 6 αυτής της απόφασης προβλέπεται ότι η ΔΟΥ έχει υποχρέω­ση, ύστερα οπό αίτηση του ενδιαφερομένου (αγοραστή κ.λ.π.) να του γνωρίσει τη φορολογική αρχή στην οποία απέστειλε λόγω αρμοδιότητας το ένα από τα αντίγραφα της οικείας έγγραφης πρόσκλησης που είχε καταθέσει στη ΔΟΥ αυτή ο ενδιαφερόμενος, και τα στοιχεία του οικείου διαβιβαστικού εγγράφου.

ζ) Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 7 ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων αυτής της απόφασης αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσής της δηλαδή από την 3 Απριλίου 1991.

Με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 της υπόψη απόφασης καλύπτονται οι περιπτώσεις εκείνων των φορολογουμένων που κατά το παρελθόν είχαν αγοράσει σκάφη αναψυχής, αλλά δεν μπορούσαν να τα μεταγράψουν στα νηολόγια, λόγω αδυναμίας τους, για τους ίδιους λόγους που αναφέραμε παραπάνω, να προσκομίσουν τη σχετική βεβαίωση που προέβλεπε το άρθρο 56 του Ν. 1041/1980 ή της παρ. 2 του άρθρου 7 του Ν. 1591/1986 (προκειμένου για αεροσκάφη αναψυχής) Έτσι με τις διατάξεις αυτής της παραγράφου ορίζεται ότι, διαδικασία που καθορίζεται με την απόφαση αυτή εφαρμόζεται και για τη μεταβίβαση ή τη σύσταση εμπράγματου δικαιώματος σε περιουσιακά στοιχεία, που αναφέρονται στο άρθρο 56 του Ν. 1041/1980, καθώς και στην παράγραφο 2 του άρθρου 7 του Ν. 1591/1986, στις περιπτώσεις που οι δικαιοπραξίες αυτές έχουν γίνει πριν από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης δηλαδή πριν τις 3 Απριλίου 1991.

3. Με τη νέα παράγραφο 12 του άρθρου 72 του ν.δ. 3323/1955 ορίζεται οτι το πρόσωπο (αγοραστής κ.λ.π.), που κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου (δηλ. της παραγράφου 11 του άρθρου 72 του Ν.Δ. 3323/55) χρησιμοποίησε άλλο έγγραφο αντί για τη βεβαίωση της παραγράφου 10 του άρθρου 72 του ν.δ. 3323/1955 έχει υποχρέωση μέσα σε ένα μήνα από την έκδοση άδειας κυκλοφορίας των υπόψη οχημάτων ή της καταχώρησης στο νηολόγιο ή στο μητρώο αεροσκαφών, των πράξεων μεταβίβασης ή σύστασης υπέρ αυτού εμπράγματου δικαιώματος στα υπόψη περιουσιακά στοιχεία, να προσκομίσει στη ΔΟΥ που ήταν αρμόδια για την έκδοση της βεβαίωσης της παραγράφου 10 (δηλαδή στη ΔΟΥ που είναι αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος του πωλητή κ.λ.π.), σχετικό πιστοποιητικό της αρμόδιας δημόσιας υπηρεσίας για τη σχετική εγγραφή ή την έκδοση άδειας κυκλοφορίας, διαφορετικά του επιβάλλεται πρόστιμο μέχρι 200.000 δραχμές.

Σημειώνεται ότι και στην περίπτωση εφαρμο­γής των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 3 της 1028284/426/ΠΟΛ.1066/8.3.1991 απόφασης του Υπουργείου Οικονομικών, το σχετικό πιστοποιητικό της αρμόδιας δημόσιας υπη­ρεσίας αυτής της παραγράφου (παράγρ. 12 άρθρου 72 του ν.δ. 3323/1955) θα υποβληθεί στη ΔΟΥ που είναι αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος του υπόχρεου (πωλητή κ.λ.π.) και όχι στη ΔΟΥ που θεώρησε την οικεία πρόσκληση που κοινοποιήθηκε στον υπόχρεο.

Αν ο φορολογούμενος, που έχει υποχρέωση να προσκομίσει το πιστοποιητικό αυτής της παραγράφου στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., δεν γνωρίζει ποια είναι η αρμόδια ΔΟΥ, πληροφορείται αυτό εγγράφως, ύστερα από αίτησή του, από την ΔΟΥ στην οποία είχε υποβάλλει το έγγραφο της προηγούμενης παραγράφου για θεώρηση. Επίσης από την ίδια ΔΟΥ με το ίδιο έγγραφο πληροφορείται τον αριθμό του πρωτοκόλλου του εγγράφου με το οποίο διαβιβάσθηκε το θεωρημένο έγγραφο (πρόσκληση) της προηγούμενης παραγράφου στην αρμόδια ΔΟΥ, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο άρθρο 6 της 1028284/426/ΠΟΛ. 1066/18.3.91 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών.

Τονίζεται ότι οι αρμόδιες ΔΟΥ για τη φορολογία εισοδήματος του πωλητή κλπ. του μεταβιβαζόμενου κ.λ.π. περιουσιακού στοιχείου ύστερα από 6 μήνες από την ημερομηνία θεωρήσεως σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 της 1028284/426/ΠΟΛ. 1066/18.3.91 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, των οικείων προσκλήσεων (ανεξάρτητα από το εάν η θεώρηση του εγγράφου αυτού έγινε οπό τις ίδιες ή από άλλες ΔΟΥ, οι οποίες τα διαβίβασαν στην αρμόδια ΔΟΥ) πρέπει να εξετάζουν αν προσκομίσθηκαν τα πιστοποιητικά της παραγράφου 12 του άρθρου 72 του ν.δ. 3323/1955, και αν δεν προσκομίσθηκαν να ερευνήσουν το λόγο της μη προσκόμησης και να επιβάλλουν τα οικεία πρόστιμα εφόσον βέβαια συντρέχει περίπτωση (π.χ. έχει εκδοθεί νέα άδεια κυκλοφορίας ΕΙΧ στο όνομα του αγοραστή κ.λ.π.).

Το θέμα της επιμέτρησης του ποσού του οικείου προστίμου, είναι θέμα πραγματικό και ως τέτοιο ανάγεται στην εξελεγκτική εξουσία του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.

Ενδεικτικά σας αναφέρουμε τα ακόλουθα στοιχεία που μπορείτε να λάβετε υπόψη σας κατά τον προσδιορισμό του ύψους του υπόψη προστίμου:

- Η τυχόν εκπρόθεσμη (πριν την επιβολή φυσικά του προστίμου) υποβολή του πιστοποιητικού αυτού σε συνάρτηση με το χρόνο του εκπροθέσμου και του αποδεδειγμένου λόγω της καθυστέρησης υποβολής (εισαγωγή οε νοσοκομείο κ.λ.π.).

- Η εμπρόθεσμη δήλωση ή η μη δήλωση της οικείας δαπάνης από τον μεταβιβάσαντα κ.λ.π. το υπόψη περιουσιακό στοιχείο και το ύψος της δαπάνης αυτής σε συνδυασμό με το ύψος εισοδήματος που είχε δηλωθεί από αυτόν. (Τούτο για την αποφυγή τυχόν σύμπραξης των αντισυμβαλλομένων, για να μην επιβληθούν στον πωλητή κ.λ.π. οι κυρώσεις της παραγράφου 14 αυτού του άρθρου).

- Αν ο αγοραστής έχει περιλάβει στην οικεία δήλωση της φορολογίας εισοδήματος (εφόσον βέβαια έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής της οικείας δήλωσης) την δαπάνη τόσο της υπόψη αγοράς όσο και τη δαπάνη συντήρησης του υπόψη περιουσιακού στοιχείου κ.λ.π.

4. Με τη νέα παράγραφο 13 του άρθρου 72 ορίζεται ότι επιβάλλεται πρόστιμο έως 200.000 δρχ. σε όσους υποβάλλουν εκπρόθεσμα δηλώσεις, στις οποίες δηλώνουν δαπάνες των περιπτώσεων β΄, γ΄, ε΄ και στ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 δηλαδή τεκμαρτή δαπάνη συντήρησης:

α) Για ΕΙΧ ή μικτής χρήσης αυτοκίνητα (περ. β΄)

β) Για δίτροχο ιδιωτικής χρήσης αυτοκινούμενο όχημα με κυβισμό από 500 κυβικά εκατοστά και πάνω (περ. γ΄)

γ) Για σκάφη αναψυχής ιδιωτικής χρήσης (περ. ε΄)

δ) Για αεροσκάφη ελικόπτερα και ανεμόπτερα (περ. στ΄)

- εφόσον σε έξι (6) μήνες από την υποβολή της εκπρόθεσμης δήλωσης ζητήσουν το πιστο­ποιητικό που προβλέπεται από την παράγραφο

10 του παρόντος άρθρου (άρθρο 72 ν.δ. 3323/1955) για τα πιο πάνω περιουσιακά στοιχεία των οποίων δήλωσαν εκπρόθεσμα τη δαπάνη.

- Το θέμα της επιμέτρησης του ποσού του οικείου προστίμου είναι θέμα πραγματικό και ως τέτοιο ανάγεται στην εξελεγκτική εξουσία του Προϊσταμένου της αρμόδιος Δ.Ο.Υ.

Ενδεικτικά σας αναφέρουμε ότι, μεταξύ των άλλων, μπορείτε να λάβετε υπόψη σας, κατά τον προσδιορισμό του ύψους του υπόψη προστίμου, το ποσό της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης που απέκρυψε ο φορολογούμενος σε συνδυασμό με την επίπτωση που είχε αυτή η απόκρυψη στο ποσό του φόρου που προέκυψε για το φορολογούμενο.

- Εξάλλου, όπως προαναφέραμε στην παρούσα κατά την παροχή οδηγιών για την εφαρμογή της νέας παραγράφου 10 του άρθρου 72 του ν.δ. 3323/1955, δεν επιβάλλεται πρόστιμο αυτής της παραγράφου:

α) Εάν υποβληθεί, προκειμένου να ληφθεί πιστοποιητικό της παραγράφου 10 του άρθρου 72 του ν.δ. 3323/1955, εκπρόθεσμη δήλωση με την οποία δηλώνεται το μεταβιβαζόμενο κ.λ.π. περιουσιακό στοιχείο χωρίς όμως να αναγράφεται η σχετική τεκμαρτή δαπάνη, επειδή όπως προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 και από τα οικεία δικαιολογητικά που συνυποβάλλονται, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπολογίζεται τεκμαρτή δαπάνη (π.χ. το μεταβιβαζόμενο επιβατικό ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητο ήταν σε ακινησία ολόκληρη τη διάρκεια του οικείου έτους).

β) Στην περίπτωση μελών ομορρύθμων ή ετερορρύθμων εταιριών, διαχειριστών ΕΠΕ που είναι και μέλη της ΕΠΕ ή μελών της ΕΠΕ όταν οι διαχειριστές της δεν είναι και μέλη της ΕΠΕ, διευθυνόντων και εντεταλμένων συμβούλων, διοικητών ανωνύμων εταιριών και προέδρων των συμβουλίων τους, που δεν έχουν αναγράψει μεν στις οικείες δηλώσεις τους το μεταβιβαζόμενο ΕΙΧ αυτοκίνητο (ή το δίτροχο αυτοκινούμενο όχη­μα) που ανήκει στην εταιρία αλλά έχουν αναγράψει τη συνολική τεκμαρτή δαπάνη που τους αναλογεί με βάση όλα τα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής ή μικτής χρήσης που ανήκουν στην υπόψη εταιρία, και με εκπρόθεσμες δηλώσεις, προκειμένου να λάβουν το πιστοποιητικό της παραγράφου 10 του άρθρου 72, δηλώνουν αυτό το στοιχείο, χωρίς φυσικά να δηλώσουν και ποσό τεκμαρτής δαπάνης.

- Επισημαίνεται ότι κατά την παραλαβή των αρχικών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος πρέ­πει να τονίζεται στους φορολογουμένους ότι στην περίπτωση που το έντυπο της δήλωσης δεν επαρκεί να αναγραφούν τα στοιχεία όλων των αυτοκινήτων της εταιρίας στην οποία συμμετέχουν ή της οποίας είναι διαχειριστές - μέλη ή διευθύνοντες σύμβουλοι κ.λ.π. ΑΕ, στο μεν έντυπο της δήλωσης θα αναγραφεί η δαπάνη που αναλογεί στο φορολογούμενο με βάση τα αυτοκίνητα της εταιρίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης β της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 δηλαδή η συνολική δοπάνη αυτού με βάση τα αυτοκίνητα των τυχόν εταιριών στις οποίες συμμετέχει κ.λ.π. και η συνολική δαπάνη αυτού με βάση τα τυχόν περισσότερα ατομικά του και των προσώπων που τον βαρύνουν αυτοκίνητα (εφόσον βέβαια προκειμένου για αυτοκίνητα προσώπων που τον βαρύνουν χρησιμοποιεί για τις ατομικές ή τις οικογενειακές του ανάγκες τα αυτοκίνητα αυτά).

Στην περίπτωση αυτή θα επισυναυθεί αναλυτική κατάσταση με όμοια γραμμογράφηση, όπου θα αναγραφούν αναλυτικά όλα τα στοιχεία των αυτοκινήτων (οικογένειας - ατομικής - εταιρικής επιχείρησης). Βέβαια τούτο αναγράφεται περιληπτικά στις υποσημειώσεις της τελευταίας σελίδας της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος καθώς και στο φυλλάδιο οδηγιών για τη συμπλήρωση της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οικον, έτους 1991 (σελίς 32).

- Η μη επιβολή προστίμου στις παραπάνω περιπτώσεις προκύπτει απευθείας από τις διατά­ξεις της παρούσας παραγράφου που απαι­τεί για την επιβολή του, την εκπρόθεσμη δήλωση δαπανών (και όχι απλώς τη δήλωση) περιουσιακών στοιχείων, των περιπτώσεων β, γ, ε και στ της παραγράφου 2 του άρθρου 5.

- Επίσης από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι αν ο φορολογούμενος ζητήσει το πιστοποιητικό της παραγράφου 10 του άρθρου 72, μετά από διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών από την υποβολή της σχετικής εκπρόθεσμης δήλωσης, δεν επιβάλλεται το πρόστιμο που προβλέπεται από την παράγραφο 13 του άρθρου 72.

5. Όπως προκύπτει από τη νέα παράγραφο 14 του άρθρου 72 του ν.δ. 3323/1955, επιβάλλεται πρόστιμο μέχρι 400.000 δρχ. στον πωλητή κ.λ.π. αν διαπιστωθεί ότι από αυτόν δεν έχει δηλωθεί, αν και υπήρχε τέτοια υποχρέωση, η τεκμαρτή δαπάνη των περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στα πιστοποιητικά της παραγράφου 12 του άρθρου 72.

- Για να επιβληθεί το πρόστιμο αυτής της παραγράφου πρέπει να συντρέχουν κι οι επόμε­νες προϋποθέσεις.

α) Να έχει παραληφθεί από την αρμόδια ΔΟΥ το πιστοποιητικό της παραγράφου 12 του άρθρου 72 δηλαδή το πιστοποιητικό από την αρμόδια δημόσια υπηρεσία (Υπουργείο Συγκοινωνιών κ.λ.π., ανάλογα με την περίπτωση) για την έκδοση νέας άδειας κυκλοφορίας των υπόψη οχημάτων ή την καταχώρηση στο νηολόγιο ή στο μητρώο αεροσκαφών κ.λ.π. των πράξεων μεταβίβασης ή της σύστασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων κλ.π. στην οποία θα βεβαιώνεται και ότι το πρόσωπο που είχε την αξίωση προσκόμισε το έγγραφο της παραγράφου 11 και όχι της παραγράφου 10 αυτού του άρθρου ή ότι είχε υπο­βληθεί εκπρόθεσμα μετά την παρέλευση της προθεσμίας της παραγράφου 1 της 1028284/426/ ΠΟΛ. 1066/18.3.91 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών η βεβαίωση της παραγράφου 10 του άρθρου 72 αλλά είχε προηγηθεί στην Υπηρεσία αυτή η υποβολή του εγγράφου της παραγράφου 11 του άρθρου 72 (κυρωμένο αντίγραφο οικείας πρόσκλησης) από το δικαιούχο της αξίωσης.

Αντίθετα αν είχε προηγηθεί η υποβολή (έστω και εκπρόθεσμα) της βεβαίωσης της παραγράφου 10 του άρθρου 72 στην Υπηρεσία που ήταν αρμόδια για τις σχετικές εγγραφές, τότε δεν επιβάλλεται πρόστιμο της παραγράφου 14 αυτού του άρθρου αλλά επιβάλλεται το πρόστιμο της παραγράφου 13, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής της παραγράφου (εκπρόθεσμη δήλωση της οικείας δαπάνης).

β) Να υπήρχε υποχρέωση αναγραφής, στην οικεία δήλωση φορολογίας εισοδήματος, της υπόψη τεκμαρτής δαπάνης από το πρόσωπο που μεταβίβασε ή σύστησε εμπράγματο δικαίωμα στο υπόψη περιουσιακό στοιχείο.

Κατά συνέπεια, αν δεν είχε δηλωθεί το μεταβιβαζόμενο περιουσιακό στοιχείο για το οποίο στη συγκεριμένη περίπτωση με βάση τις διατάξεις του νόμου δεν υπολογίζεται τεκμαρτή δαπάνη, δεν επιβάλλεται το πρόστιμο της παραγράφου αυτής, κατά αναλογία με όσα προαναφέρθηκαν στην παρούσα κατά την ερμηνεία της προηγούμενης παραγράφου.

6.Με τη νέα παράγραφο 15 του άρθρου 72 του ν.δ. 3323/1955 ορίζεται ότι οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 73 του ν.δ. 3323/1955 εφαρμόζονται ανάλογα.

Δηλαδή:

α) Τα πρόστιμα που προβλέπουν οι διατάξεις αυτού του άρθρου (άρθρο 72) επιβάλλονται με το οικείο φύλλο ελέγχου (π.χ. στην περίπτωση 14 του άρθρου 72 όταν διαπιστωθεί ότι δεν είχε δηλωθεί τεκμαρτή δαπάνη της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955) ή με ιδιαίτερη πράξη του αρμόδιου προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κατά περίπτωση. Κατά τη διοικητική επίλυση της διαφοράς το πρόστιμο που επιβλήθηκε περιορίζεται στο 1/3 αυτού.

Διευκρινίζεται ότι στην περίπτωση που το οικείο πρόστιμο επιβλήθηκε με φύλλο ελέγχου ο πιο πάνω περιορισμός του προστίμου αυτού γίνεται με τον μερικό ή ολικό συμβιβασμό επί του φύλλου αυτού.

Αντίθετα, στην περίπτωση που το οικείο πρόστιμο επιβλήθηκε με ιδιαίτερη πράξη του αρμόδιου προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ., για τον περιορισμό του προστίμου αυτού απαιτείται να γίνει συμβιβασμός για την πράξη αυτή.

β) Για την κοινοποίηση της πράξης και γενικά για την διαδικασία βεβαίωσης του προστίμου εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του ν.δ. 3323/1955.

- Σημειώνεται ότι τα πρόστιμα αυτά επιβάλ­λονται ανεξάρτητα από άλλες κυρώσεις ή άλλα πρόστιμα που επιβάλλουν άλλες διατάξεις του ν.δ. 3323/1955 (π.χ. άρθρα 50 και 67).

Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 73 του ν.δ. 3323/1955, στα πρόσωπα που παραβαίνουν, μεταξύ των άλλων, τις διατάξεις του άρθρου 72 του ν.δ. 3323/1955, (π.χ. οι συμβολαιογράφοι που συντάσσουν συμβόλαια, για μεταβίβαση ΕΙΧ αυτοκινήτου που σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/55 αποτελεί τεκμήριο, χωρίς τη βεβαίω­ση της παραγράφου 10 ή του εγγράφου της παραγράφου 11 του άρθρου 72 του Ν.Δ. 3323/ 1955), επιβάλλεται πρόστιμο έως 200.000 δρχ. για κάθε παράβαση.

V. Παράγραφος 13 Ν. 1882/1990

Μείωση φόρου πολυτέκνων

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 13 αυτού του άρθρου προστίθενται στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του ν.δ. 3323/1955, μεταξύ του δεύτερου και τρίτου εδαφίου αυτής, δύο νέα εδάφια, με τα οποία προβλέπονται ότι το ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση την κλίμακα της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου (άρθρο 9) στο συνολικό καθαρό εισόδημα του φορολογουμένου το οποίο μειώνεται με το ποσό του φόρου που με βάση την ίδια κλίμακα προκύπτει για το συνολικό αφορολόγητο ποσό του φορολογουμένου με βάση τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955, μειώνεται επίσης ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων που βαρύνουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8, το φορολογούμενο ή τον άλλο σύζυγο, ως εξής:

α) με ποσοστό 30% του φόρου που αναλογεί και για ποσό μείωσης μέχρι 100.000 δραχμές, αν ο φορολογούμενος βαρύνεται με τρία τέκνα.

β) με ποσοστό 40% του φόρου που αναλογεί και για ποσό μείωσης μέχρι 200.000 δραχμές, αν ο φορολογούμενος βαρύνεται με τέσσερα τέκνα.

γ) με ποσοστό 50% του φόρου που αναλογεί και για ποσό μείωσης μέχρι 400.000 δραχμές, αν ο φορολογούμενος βαρύνεται από πέντε τέκνα και πάνω.

- Τα πιο πάνω ποσοστά υπολογίζονται επί του ποσού του φόρου που αναλογεί στο φορολογούμενο μετά την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν.δ. 3323/1955.

2. Για τον υπολογισμό του αριθμού των τέκνων για την εφαρμογή αυτής της διάταξης, δεδομένου ότι φορολογούμενη είναι και η σύζυγος του φορολογουμένου, ο αριθμός των τέκνων λαμβάνεται υπόψη χωριστά για τον καθένα σύζυγο.

Κατά συνέπεια εάν το σύζυγο τον βαρύνουν δύο τέκνα (κοινά τέκνα με τη σύζυγο του) και τη σύζυγο την βαρύνουν 3 τέκνα από προηγούμενο γάμο, η μεν σύζυγος θα έχει επιπλέον μείωση 30% του φόρου και της αναλογεί, μέχρι 100.000 δρχ. ενώ ο σύζυγος δεν θα έχει επιπλέον μείωση.

Στην περίπτωση που ο ένας σύζυγος δεν έχει καθόλου εισόδημα τότε για τον υπολογισμό αυτής της μείωσης θα προστεθεί ο αριθμός των τέκνων που βαρύνουν τον ένα σύζυγο με τον αριθμό των τέκνων που βαρύνουν τον άλλο σύζυγο. Έτσι αν στην παραπάνω περίπτωση η σύζυγος δεν είχε εισόδημα ο σύζυγος θα είχε ως επιπλέον μείωση του φόρου του, ποσοστό 50% του φόρου που του αναλογεί και μέχρι βέβαια 400.000 δρχ.

ΠΟΛ 1094 23.03.1989 Προσδιορισμός, της φορολογητέας ύλης με βάση τις δαπάνες.

ΠΟΛ 1094 23.03.1989 Προσδιορισμός, της φορολογητέας ύλης με βάση τις δαπάνες.

Σχετικά με το πιο πάνω θέμα σας παρέχουμε τις ακόλουθε ς ερμηνευτικές οδηγίες, για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή, των διατάξεων του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 1828/1989 (ΦΕΚ-Α.2) οι οποίες αναφέρονταν στον προσδιορισμό του ετήσιου συνολικού ποσού δαπάνης με βάση είτε την πραγματική δαπάνη (αγορά ορισμένων, περιουσιακών στοιχείων κτλ) είτε την τεκμαρτή δαπάνη (κατοχή ορισμένων περιουσιακών στοιχείων και καταβολή δαπανών σε ορισμένα πρόσωπα).

`Αρθρο 5.
Προσδιορισμός φορολογητέας ύλης βάσει δαπανών

Α. ΓΕΝΙΚΑ

Με το άρθρο 5 του νόμου 1828/1989 αντικαθίσταται το άρθρο 5 του ν.δ. 3323/1955, ενώ με το άρθρο 31 του ίδιου νόμου οι διατάξεις των άρθρων 10, 11, 12, 13 και 14 του Ν. 820/1978 καταργούνται από τότε που ισχύει το κοινοποιούμενο άρθρο δηλαδή από 1 Ιανουαρίου 1988, για τα ποσά που δαπανούν οι δικαιούχοι από την ημερομηνία αυτή και μετά.
Β. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΘΕ ΜΙΑΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ

Ι. Παράγραφος 1.
Τρόπος προσδιορισμού εισοδήματος βάσει δαπανών

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των λοιπών, παραγράφων του ίδιου άρθρου, το συνολικό εισόδημα του φορολογουμένου κατ΄ εξαίρεση προσδιορίζεται με βάση ορισμένες δαπάνες (πραγματικές ή τεκμαρτές) του ίδιου και των προσώπων που συνοικούν με αυτόν και τον βαρύνουν.

Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση που το συνολικό ποσό ορισμένων δαπανών, πραγματικών ή και τεκμαρτών, που ορίζονται, στο άρθρο αυτό όπως το ποσό αυτό διαμορφώνεται μετά την τυχόν προσαύξηση της συνολικής, τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης με βάση τον αριθμό των στοιχείων προσδιορισμού της δαπάνης αυτής κατά την παράγραφο 3 και μετά την εφαρμογή των παραγράφων 4 και 6 αυτού του άρθρου, υπερβαίνει κατά 20% και πλέον το συνολικό καθαρό φορολογούμενο εισόδημα του υπόχρεου και των προσώπων που συνοικούν με αυτόν και τον βαρύνουν, και εφόσον μετά την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 8 παραμένει θετική διαφορά μεταξύ του πιο πάνω συνολικού ποσού δαπανών και του υπόψη συνολικού καθαρού φορολογούμενου εισοδήματος.

Η δαπάνη , πραγματική ή τεκμαρτή, των κοινών τέκνων των συζύγων τα οποία συνοικούν με αυτούς και το εισόδημα τους δεν υπερβαίνει το που, προβλέπεται από την παράγραφο 2 του άρθρού 8 του ν.δ. 3323/1955, λαμβάνεται υπόψη για τον τυχαίο προσδιορισμό του εισοδήματος του πατερά με βάση τις διατάξεις αυτού του άρθρου, εφόσον για κάθε συγκεκριμένη δαπάνη των τέκνων αυτών δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο. Αυτό γιατί, όπως προκύπτει έμμεσα από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 8 του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955, τα κοινά τέκνα των συζύγων θεωρούνται ότι βαρύνουν το σύζυγο, δεδομένου ότι το αφορολόγητο ποσό βαρύνουν το σύζυγο, δεδομένου ότι το αφορολόγητο ποσό, χωρίς δικαιολογητικά που προβλέπεται για τα τέκνα αυτά, συνυπολογίζεται στο αφορολόγητο ποσό του πατέρα.

Η δαπάνη των λοιπών προσώπων που βαρύνουν τους συζύγους, λαμβάνεται υπόψη για τον τυχόν προσδιορισμό, με βάση τις δαπάνες αυτού, του άρθρου, του εισοδήματος του συζύγου του οποίου είναι συγγενείς.

ΙΙ. Παράγραφος 2.
Τεκμήριο δαπανών διαβίωσης

Γενικά

Με την παράγραφο 2 ορίζονται τα πιο .κάτω στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της συνολικής ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης του φορολογουμένου της συζύγου του και των προσώπων που συνοικούν με αυτούς και τους βαρύνουν.

1. Ετήσιο τεκμαρτό ή καταβαλλόμενο μίσθωμα για δευτερεύουσα κατοικία

Η ετήσια τεκμαρτή ή καταβαλλόμενη δαπάνη για δευτερεύουσα κατοικία γενικά πάνω από εκατόν πενήντα (150) τετραγωνικά μέτρα, η οποία πολλαπλασιάζεται με συντελεστή δύο (2).

Κατ΄ εξαίρεση, δεν λαμβάνεται υπόψη η τεκμαρτή δαπάνη για δευτερεύουσα κατοικία που βρίσκεται σε χωριό ή πόλη με πληθυσμό κάτω από πέντε χιλιάδες (5.000) κατοίκους και η οποία περιήλθε στο φορολογούμενο ή στη σύζυγος του ή στα πρόσωπα που τους βαρύνουν, από κληρονομιά, κληροδοσία, προίκα ή γονική παροχή, εκτός των κατοικιών που βρίσκονται σε περιοχές οι οποίες χαρακτηρίζονται κατά την κείμενη νομοθεσία ως τουριστικοί τόποι.

Υπολογισμός της δαπάνης αυτής στην περίπτωση συνιδιοκτησίας της δευτερεύουσας κατοικίας.

Όσον αφορά τον υπολογισμό της τεκμαρτής αυτής δαπάνης, στην περίπτωση που ο φορολογούμενος ή πρόσωπα που τον βαρύνουν έχουν ποσοστό συνιδιοκτησίας σε μία δευτερεύουσα κατοικία εμβαδού πάνω από 150 τ.μ., καθώς και τον υπολογισμό των εισοδημάτων των προσώπων που βαρύνουν τον φορολογούμενο, για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου, σας πληροφορούμε τα ακόλουθα:

Εάν τα πιο πάνω πρόσωπα (ο φορολογούμενος, η σύζυγός του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν) έχουν ποσοστό συνιδιοκτησίας σε μια δευτερεύουσα κατοικία με πρόσωπα που δεν βαρύνουν το φορολογούμενο ή τη σύζυγο του, τότε για να κριθεί εάν η κατοικία αυτή αποτελεί τεκμήριο, πολλαπλασιάζεται το άθροισμα των ποσοστών του. συζύγου, της συζύγου και των προσώπων που τους βαρύνουν με το εμβαδό, της κατοικίας αυτής. Εάν το γινόμενο υπολείπεται των 150 τ.μ. το τεκμαρτό μίσθωμα της δεν αποτελεί τεκμήριο για το φορολογούμενο ή τη σύζυγο του.

Εάν το γινόμενο αυτό υπερβαίνει τα 150 τ.μ., το τεκμαρτό μίσθωμα της αποτελεί τεκμήριο. Για να ευρεθεί το. μέρος της τεκμαρτής δαπάνης, που βαρύνει τον κάθε σύζυγο, η δαπάνη αυτή επιμερίζεται, μεταξύ, των συζύγων, ανάλογα με το άθροισμα των ποσοστών συν ιδιοκτησίας του καθενός συζύγου και των προσώπων που βαρύνουν αυτόν.

Έτσι σύμφωνα με τα παραπάνω:

Αν ο φορολογούμενος έχει με τον αδελφό του, που δεν τον βαρύνει, συνιδιοκτησία με ποσοστό 50% ο καθένας, σε μια δευτερεύουσα κατοικία εμβαδού 200 τ.μ., για κανένα από τους δύο αδελφούς δεν, υπολογίζεται τεκμαρτή δαπάνη με βάση το τεκμαρτό μίσθωμα αυτής της κατοικίας.

Αν στην παραπάνω περίπτωση ο ένας αδελφός είχε ποσοστό συνιδιοκτησίας 80% και ο άλλος 20%, τότε το 80% της υπόψη δαπάνης υπολογίζεται για τον αδελφό που έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας 80%, ενώ για τον άλλο, αδελφό δεν υπολογίζεται τεκμαρτή δαπάνη.

Αν συνιδιοκτήτες της παραπάνω δευτερεύουσας κατοικίας είναι οι δύο σύζυγοι, τότε η υπόψη τεκμαρτή δαπάνη υπολογίζεται στον κάθε σύζυγο κατά το ποσοστό της συνιδιοκτησίας του

2. Δαπάνη συντήρησης επιβατικού αυτοκινήτου Ι.Χ.

Η ετήσια δαπάνη που υπολογίζεται με βάση το ύψος των ετήσιων εξόδων συντήρησης και κυκλοφορίας επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης, που προσδιορίζεται ανάλογα με τους φορολογήσιμους ίππους του αυτοκινήτου και της συμμετοχής της τεκμαρτής αυτής δαπάνης στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Για τον προσδιορισμό του ύψους της δαπάνης αυτής και τον ορισμό των προσώπων στα οποία καταλογίζεται η δαπάνη, λαμβάνονται υπόψη και τα ακόλουθα στοιχεία:

α) Η παλαιότητα του αυτοκινήτου ή η προέλευση του από τον ΌΔΔΥ ή η ειδική διασκευή του αυτοκινήτου για χρησιμοποίηση του από ανάπηρο.

Η τεκμαρτή δαπάνη που ορίζεται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 αυτού του άρθρου, από κάθε επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης, μειώνεται ανάλογα με την παλαιότητα του, η οποία υπολογίζεται από το έτος που για πρώτη φορά κυκλοφόρησε στην Ελλάδα, κατά ποσοστό αα) δεκαπέντε τοις εκατό (15%) αν έχει περάσει χρονικό διάστημα, πάνω από πέντε (5) μέχρι δέκα (10) έτη,

ββ)είκοσι (τοις εκατό (20%) αν έχει περάσει χρονικό διάστημα πάνω από 10 (δέκα) έως δεκαπέντε (15) έτη,

γγ) τριάντα τοις εκατό (30%) αν έχει περάσει, χρονικό διάστημα πάνω από δεκαπέντε (15) έτη ή για αγορά επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης από τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημόσιου Υλικού (ΟΔΔΥ). Διευκρινίζεται ότι για τη μείωση της υπόψη δαπάνης κατά 30%, αρκεί το αυτοκίνητο να προέρχεται από τον ΟΔΔΥ, χωρίς να είναι αναγκαίο να αγοράσθηκε από το φορολογούμενο απευθείας από τον ΟΔΔΥ. Δηλαδή τη μείωση της δαπάνης αυτής θα την έχει και ο φορολογούμενος που αγόρασε το αυτοκίνητο από τρίτο, ο οποίος τρίτος το είχε αγοράσει από τον 0ΔΔΥ.

δδ)πενήντα τοις εκατό (50%) όταν πρόκειται για επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης, το οποίο, είναι ειδικά, διασκευασμένο για να χρησιμοποιείται από ανάπηρο και ανήκει σε ανάπηρο.

Με βάση τα πιο πάνω στοιχεία, η ετήσια τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης από κάθε επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης διαμορφώνεται ως εξής:

ΕΤΗΣΙΑ ΤΕΚΜΑΡΤΗ ΔΑΠΑΝΗ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΑ ΕΤΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ Ε.Ι.Χ. ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ κ.τ.λ.

Φορ/μοι ίπποι

Μέχρι και 5 έτη

Πάνω από 5 μέχρι και 10 έτη
Μείωση 15%

Πάνω από 10 μέχρι και 15 έτη
Μείωση 20%

Πάνω από 15 έτη ή προέλευση έτη
Μείωση 15%

Ειδικά διασκευασμένο για χρησιμοποίηση από ανάπηρο
Μείωση 50%

Μέχρι 7

400.000

340.000

320.000

280.000

200.000

8

480.000

408.000

384.000

336.000

240.000

9

580.000

493.000

464.000

406.000

290.000

10

680.000

578.000

544.000

476.000

340.000

11

790.000

671.000

632.000

553.000

395.000

12

920.000

782.000

736.000

644.000

460.000

13

1.100.000

935.000

880.000

770.000

550.000

14

1.350.000

1.147.000

1.080.000

945.000

675.000

15

1.650.000

1.402.000

1.320.000

1.155.000

825.000

16

2.000.000

1.700.000

1.600.000

1.400.000

550.000

17

2.350.000

1.997.000

1.880.000

1.645.000

1.175.000

18

2.700.000

2.295.000

2.160.000

1.890.000

1.350.000

19

3.050.000

2.592.000

2.440.000

2.135.000

1.525.000

20

3.400.000

2.890.000

2.720.000

2.380.000

1.700.000

21

3.750.000

3.187.000

3.000.000

2.625.000

1.875.000

22

4.100.000

3.485.000

3.280.000

2.870.000

2.050.000

Από 23 και πάνω

4.500.000

3.825.000

3.600.000

3.150.000

2.250.000

Διευκρινίζεται ότι, όπως έχει γίνει δεκτό και στο παρελθόν, το τεκμήριο αυτό εφαρμόζεται και για τα πρόσωπα που έχουν στην κυριότητα ή στην κατοχή τους αυτοκίνητα με ξένους αριθμούς κυκλοφορίας, εφόσον κυκλοφορούν στην Ελλάδα, οπότε δεν υπολογίζεται χρόνος παλαιότητας και αντίστοιχη μείωση της τεκμαρτής αυτής δαπάνης.

Επισημαίνεται, ότι σύμφωνα με αυτές τις διατάξεις, σε αντίθεση με όσα εφαρμόζονταν με βάση τις προισχύσασες διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 820/1978, για τον υπολογισμό του χρόνου παλαιότητας λαμβάνεται ως πρώτο έτος, το έτος μέσα στο οποίο για πρώτη φορά κυκλοφόρησε το αυτοκίνητο, στην Ελλάδα ανεξάρτητα από το εάν το αυτοκίνητο αυτό είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά ως επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης ή ως αυτοκίνητο διαφορετικής χρήσης ή κατηγορίας (π.χ. ως Ε.Δ.Χ.).

β) Η κατοχή ,επιβατικού ή μικτής χρήσης Ι.Χ. αυτοκινήτου από επιχείρηση.

αα) Επιβατικά ή μικτής χρήσης αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης ατομικής επιχείρησης

Στην περίπτωση που ο φορολογούμενος (ο σύζυγος ή η σύζυγος) έχει ατομική επιχείρηση, η οποία χρησιμοποιεί για τις ανάγκες της επιβα­τικά ή μικτής χρήσης αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, αυτά λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της τεκμαρτής δαπάνης του φορολογουμένου, με εξαίρεση τους εκπαιδευτές οδηγών αυτοκινήτων, όπως αναλυτικώς αναφέρουμε παρακάτω.

ββ) Επιβατικά ή μικτής χρήσης αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας

Στις περιπτώσεις ομόρρυθμων και ετερόρρυθμων εταιρειών που έχουν στην κυριότητα ή κατοχή τους επιβατικά ή μικτής χρήσης αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, η τεκμαρτή δαπάνη που αναλογεί σε αυτά λογίζεται ως τεκμαρτή δαπάνη των ομόρρυθμων μόνο εταίρων φυσικών προσώπων, μεριζομένη κατά το ποσοστό συμμετοχής του καθενός. Η τεκμαρτή αυτή δαπάνη που αναλογεί σε κάθε, εταίρο δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τη μεγαλύτερη τεκμαρτή δαπάνη που προκύπτει από αυτοκίνητο της εταιρείας.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, εάν μια ετερόρρυθμη εταιρεία με τρεις ομόρ­ρυθμους εταίρους (φυσικά πρόσωπα) και ένα ετερόρρυθμο εταίρο, με ποσοστό συμμετοχής στην εταιρεία κάθε εταίρου 25%, έχει τρία επιβα­τικά αυτοκίνητα, ιδιωτικής χρήσης, τα οποία κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα (για πρώτη φορά) πριν δύο χρόνια και έχουν φορολογήσιμη ιπποδύναμη 14, 15 και 18 ίππους και τεκμαρτή δαπάνη 1.350.000, 1.650.000 και 2.700.000 δρχ. αντίστοιχα, η τεκμαρτή δαπάνη που θα υπολογισθεί για κάθε ομόρρυθμο εταίρο είναι 1.900.000 δρχ. Αυτό, γιατί το ποσό που προκύπτει από τον επιμερισμό του αθροίσματος της τεκμαρτής δαπάνης με βάση όλα τα αυτοκίνητα της εταιρείας (1.350,000 + 1.650.000 + 2.700.000 5.700.000), ανάλογα με τα ποσοστά συμμετοχής των ομόρρυθμων μελών στην εταιρεία, και αντιστοιχεί σε κάθε εταίρο, δηλαδή

5.700.000 Χ

25

(Ποσοστό ομόρρυθμου εταίρου)

= 1.900.000

10

75

(`Αθροισμα ποσοστών ομόρρυθμων εταίρων)

10

είναι μικρότερο από το ποσό της μεγαλύτερης τεκμαρτής δαπάνης που προκύπτει από αυτοκίνητο της εταιρείας (2.700.000 δρχ.)

Αν στην παραπάνω περίπτωση οι ομόρρυθμοι εταίροι (φυσικά πρόσωπα) ήσαν δύο, με ποσοστά συμμετοχής αντίστοιχα 25% και 50%, τότε:

- για τον εταίρο που έχει ποσοστό συμμετοχής 25%, η δαπάνη που προκύπτει με βάση τα επιβατικά αυτοκίνητα της εταιρείας, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της προηγούμενης περίπτωσης, είναι 1.900.000 δρχ.

- για τον εταίρο που έχει ποσοστό συμμετοχής 50%, η τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης που του αναλογεί με βάση τα επιβατικά αυτοκίνητα της εταιρείας είναι 2.700.000 δρχ. Αυτό γιατί τι άθροισμα της τεκμαρτής διαβίωσης με βάση όλα τα αυτοκίνητα της εταιρείας κατά το μέρος που αναλογεί επιμεριστικά στον εταίρο αυτό, δηλαδή:

5.700.000 Χ

50

= 3.800.000

100

75

100

είναι μεγαλύτερο από το ποσό της μεγαλύτερης τεκμαρτής δαπάνης (2.700.000 δρχ.) που προκύπτει από αυτοκίνητο της εταιρείας.

Στην περίπτωση που μέσα στη χρήση γίνει αλλαγή στα ποσοστά ή τα πρόσωπα των ομόρρυθμων εταίρων, τότε ο υπολογισμός της τεκμαρτής δαπάνης για κάθε ομόρρυθμο εταίρο γίνεται για κάθε τμήμα της χρήσης κατά τη διάρκεια του οποίου είχε το ίδιο ποσοστό. Δηλαδή εάν τα αυτοκίνητα του παραπάνω παραδείγματος ανήκουν σε ομόρρυθμη εταιρεία με δύο ομόρρυθμα μέλη, τον Α και τον Β, με ποσοστά συμμετοχής 50% ο καθένας και στις 11 Ιουλίου του οικείου έτους ο εταίρος Β εκχωρεί ποσοστό 25% στον εταίρο Γ, τότε:

- Για τον εταίρο Α θα υπολογισθεί τεκμαρτή δαπάνη 2.700.000 δρχ. , καθόσον το ποσό 5.700.000 Χ 50% = 2.850.000 είναι μεγαλύτερο από το ποσό της τεκμαρτής δαπάνης 2.700.000 δρχ. που προκύπτει από το αυτοκίνητο της εταιρείας με τη μεγαλύτερη τεκμαρτή δαπάνη.

- Για τον εταίρο Β θα υπολογισθεί τεκμαρτή δαπάνη 1.350.000+ 712.500 = 2.062.500 δρχ.

Τούτο γιατί:

Το άθροισμα της συνολικής τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης με βάση όλα τα αυτοκίνητα που είχε η εταιρία κατά το χρονικό διάστημα 1/1 - 10/7, δηλαδή για τους 6 μήνες, είναι

5.700.000 Χ 6/12 = 2.850.000 δρχ. (α)

Η μεγαλύτερη τεκμαρτή δαπάνη που προκύπτει από αυτοκίνητο που είχε η εταιρεία κατά την ίδια χρονική περίοδο είναι

2.700.000 Χ 6/12 = 1.350.000 δρχ. (β)

Τα παραπάνω ποσά ισχύουν και για το χρονικό διάστημα από 11/7 μέχρι 31/12 καθόσον και αυτό το χρονικό διάστημα αντιστοιχεί σε 6 μήνες.

Με βάση τα παραπάνω, για τον εταίρο Β, κατά το χρονικό διάστημα 1/1 -10/7 θα υπολογισθεί 1.350.000 δρχ. (β) για την υπόψη δαπάνη γιατί αυτή είναι μικρότερη από το ποσό 2.850.000 (α) Χ 50% (ποσοστό συμμετοχής του) = 1.425.000 και

κατά το χρονικό διάστημα 11/7 - 31/12 θα υπολογισθεί 2.850.000 (α) Χ 25% (ποσοστό συμμετοχής του) = 712.500 δρχ. καθόσον το ποσό αυτό είναι μικρότερο από το ποσό 1.350.000 δρχ (β).

- Για τον Γ εταίρο θα υπολογισθεί τεκμαρτή δαπάνη 712.500 δρχ. , καθόσον 2.850.000 (α) Χ 25% = 712.500 είναι μικρότερη της τεκμαρτής δαπάνης του αυτοκινήτου της εταιρείας με την μεγαλύτερη τεκμαρτή δαπάνη 1.350.000 (β).

γγ) Επιβατικά ή μικτής χρήσης αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης (ΕΠΕ).

Στις περιπτώσεις που εταιρείες περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ), έχουν στην κυριότητα τους ή στην κατοχή τους επιβατικά ή μικτής χρήσης αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, η τεκμαρτή δαπάνη που αναλογεί σε αυτά λογίζεται ως τεκμαρτή δαπάνη των φυσικών προσώπων που είναι διαχειρι­στές της εταιρείας και συγχρόνως μέλη της εταιρείας, ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής τους στην εταιρεία,

Στην περίπτωση που κανείς διαχειριστής της ΕΠΕ δεν είναι μέλος της υπόψη εταιρείας, η δαπάνη αυτή λογίζεται ως τεκμαρτή δαπάνη των φυ­σικών προσώπων που είναι μέλη της ΕΠΕ, ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής τους στην ΕΠΕ,

Σύμφωνα με τα πιο πάνω, αν στο παράδειγμα της προηγούμενης υποπερίπτωσης ββ΄ τα υπόψη αυτοκίνητα ανήκαν σε ΕΠΕ, η οποία έχει 4 διαχει­ριστές από τους οποίους οι δύο μόνο ήσαν και μέλη της ΕΠΕ, με ποσοστά συμμετοχής στην ΕΠΕ αντίστοιχα 25% και 50%, σύμφωνα με τους υπολογι­σμούς που έγιναν στην προηγούμενη υποπερίπτωση, το ποσό της τεκμαρτής δαπάνης που αναλογεί σε κάθε διαχειριστή που είναι εταίρος της ΕΠΕ είναι αντίστοιχα 1.900.000 δρχ. και 2.700.000 δρχ.

Εάν μόνο ένα φυσικό πρόσωπο συγκέντρωνε συγχρόνως την ιδιότητα του διαχειριστή και του εταίρου της ΕΠΕ, στο πρόσωπο αυτό θα αναλογούσε πάντα η μεγαλύτερη τεκμαρτή δαπάνη που προέκυπτε από αυτοκίνητο της ΕΠΕ, στη συγκεκριμένη περίπτωση δηλαδή 2.700.000 δρχ.

Για τον υπολογισμό της τεκμαρτής δαπάνης που αναλογεί σε κάθε πρόσωπο, που σε ένα χρονικό διάστημα της χρήσης της ΕΠΕ είχε την ιδιότητα του εταίρου διαχειριστή της ΕΠΕ ή του εταίρου της ΕΠΕ κατά το χρονικό διάστημα που κανένας εταίρος δεν ήταν διαχειριστής της, θα γίνουν, ανάλογοι υπολογισμοί με εκείνους που αναφέραμε στο τελευταίο παράδειγμα της προηγούμενης υποπερίπτωσης ββ΄.

Επίσης, θα γίνουν ανάλογοι υπολογισμοί και στις παρακάτω περιπτώσεις: α) Όταν μέσα στη χρήση αλλάξει ένας από τους διαχειριστές της εταιρείας που είναι μέλος ΕΠΕ Και : αα)Τη διαχείριση την αναλάβει κάποιος άλλος που:

- είναι και αυτός εταίρος της ΕΠΕ

- δεν ήταν προηγούμενα εταίρος, αλλά συγχρόνως με την ανάληψη της διαχείρισης (μέσα στη χρήση δηλαδή) αγόρασε μερίδιο της ΕΠΕ από άλλο εταίρο.

- δεν είναι εταίρος της ΕΠΕ·

ββ) Δεν αναλαμβάνει άλλος διαχειριστής, αλλά παραμένουν οι υπόλοιποι διαχειριστές που:

- ορισμένοι είναι εταίροι της ΕΠΕ

- κανείς δεν είναι εταίρος της ΕΠΕ,

β) Όταν αρχικά κανένας από το: μέλη της εταιρείας δεν ήταν διαχειριστής και μέσα στη χρήση ένας από τους εταίρους αναλαμβάνει τη διαχείριση ή τη συνδιαχείριση της ΕΠΕ.

γ) Όταν κανένα μέλος της εταιρείας δεν είναι διαχειριστής και μέσα στη χρήση αλλάζουν τα ποσοστά ή και τα πρόσωπα ορισμένων μελών της εταιρείας (λόγω μεταβίβασης μεριδίων της εταιρείας κ.τ.λ.).

δδ) Επιβατικά ή μικτής χρήσης αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης Ανώνυμης Εταιρείας

Τα πιο πάνω εφαρμόζονται ανάλογα και για τα πρόσωπα που είναι διευθύ­νοντες και εντεταλμένοι σύμβουλοι, διοικητές ανώνυμων εταιρειών και πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων τους,

Η κατανομή της δαπάνης αυτής στα υπόψη πρόσωπα θα γίνεται ισομερώς (π.χ, αν μία Α.Ε. έχει δύο εντεταλμένους συμβούλους, ένα διοικητή και ένα πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της, τότε η συνολική τεκμαρτή δαπάνη με βάση τα αυτοκίνητα της εταιρείας αυτής θα κατανεμηθεί ισομερώς μεταξύ των πιο πάνω προσώπων, ανεξάρτητα από το αν τα πρό­σωπα αυτά ασκούν πραγματική διοίκηση.

Δηλαδή, εάν υπήρχαν τα αυτοκίνητα του παραδείγματος της προηγούμενης υποπερίπτωσης, για κάθε ένα από αυτά τα πρόσωπα θα υπολογισθεί τεκμαρτή δαπάνη 1.425.000 δρχ. (5.700.000 Χ 1/4).

Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται όσα προαναφέραμε στις προηγούμενες υποπεριπτώσεις.

Όταν για το φορολογούμενο προκύπτει τεκμαρτή δαπάνη με βάση όσα αναφέρονται στην περίπτωση αυτή (β΄) και παράλληλα ο ίδιος ή πρόσωπο του οποίου η δαπάνη με βάση την κατοχή Ε.Ι.Χ. ή μικτής χρήσης αυτοκινήτου λογίζεται ως δαπάνη του φορολογουμένου, είναι κύριος ή κάτοχος και άλλων επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, η τεκμαρτή δαπάνη που προκύπτει για τα άλλα αυτοκίνητα λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της συνολικής τεκμαρτής δαπάνης του φορολογουμένου. Δηλαδή αν π.χ. ο διοικητής της παραπάνω ΑΕ είχε και ένα καινούργιο αυτοκίνητο 16 ίππων, θα του υπολογιζόταν συνολική τεκμαρτή δαπάνη με βάση τα αυτο­κίνητα 1.425.000 + 20000.000 = 3.425.000 δρχ.

γ) Η κατοχή επιβατικού ή μικτής χρήσης αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης από ανήλικο τέκνο του φορολογουμένου.

Σύμφωνα με την υπόψη διάταξη, η τεκμαρτή δαπάνη που προκύπτει με βάση επιβατικό ή μικτής χρήσης αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης, του οποίου κύριος ή κάτοχος είναι ανήλικο τέκνο, λογίζεται ως τεκμαρτή δαπάνη του γονέα που έχει το μεγαλύτερο εισόδημα και αν αυτός έχασε τη γο­νική μέριμνα, του άλλου γονέα, ανεξάρτητα από το εάν για το τέκνο αυτό υπάρχει υποχρέωση υποβολής ξεχωριστής δήλωσης φορολογίας εισοδή­ματος.

Για την εφαρμογή αυτής της διάταξης λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα των γονέων όπως αυτό προσδιορίζεται ύστερα και από την εφαρμογή των διατάξεων 33β και 47α του ν.δ. 3323/1955 (τεκμήριο βιωσιμότητας), καθώς και μετά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, πριν να ληφθεί υπόψη όμως η τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης με βάση το Ε.Ι,Χ. αυτοκίνητο των ανήλικων τέκνων.

Το απαλλασσόμενο εισόδημα των γονέων δε λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να εφαρμοσθεί η παρούσα διάταξη.

Στην περίπτωση που οι δύο γονείς έχουν ίσο εισόδημα ή που κανείς από τους γονείς δεν έχει εισόδημα, η τεκμαρτή αυτή δαπάνη λογίζεται ως δαπάνη του πατέρα, όπως προκύπτει έμμεσα και από τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 6 του ν.δ. 3323/1955.

δ) Απόκτηση ή μεταβίβαση ή ακινησία ή ολοκληρωτική καταστροφή του επιβατικού ή μικτής χρήσης αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης πατά τη διάρ­κεια του έτους.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση απόκτησης ή μεταβίβασης με οποιοδήποτε τρόπο επιβατικού ή μικτής χρήσης αυτοκι­νήτου ιδιωτικής χρήσης κατά τη διάρκεια του έτους η τεκμαρτή δαπάνη μερίζεται σε τόσα δωδέκατα όσοι και οι μήνες κυριότητας ή κατοχής του αυτοκινήτου. Διάστημα μεγαλύτερο από δεκαπέντε (15) ημέρες λογί­ζεται ως ολόκληρος μήνας. Τα ίδια εφαρμόζονται και στην περίπτωση ακινησίας ή ολοκληρωτικής καταστροφής του αυτοκινήτου από οποιαδήποτε αιτία. Προκειμένου να αποδειχθεί η ολοκληρωτική καταστροφή του οχήματος, πρέπει να προσκομισθεί από τον ενδιαφερόμενο βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή άλλης αρμόδιας δημόσιας υπηρεσίας, στην οποία θα βεβαιώνεται ότι το όχημα εξαιτίας της καταστροφής του μόνο ως υλικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ή να πωληθεί.

ε) Συγκυριότητα, εικονική μεταβίβαση ή απόκτηση επιβατικού ή μικτής χρήσης αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση εικονικής μεταβίβασης επιβατικού ή μικτής χρήσης αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης ή εικονικής κτήσης αυτού από περισσότερα πρόσωπα, το τεκμήριο της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης με βάση το αυτοκίνητο αυτό ισχύει αυτοτελώς στο σύνολο της για κάθε ένα από τους συμβαλλομένους. Ως εικονική θεωρείται ιδίως η μεταβίβαση ή η κτήση, όταν πραγματοποιείται μεταξύ συγγενών εξ αίματος ή εξ αγχιστείας κατευθείαν γραμμή ή εκ πλαγίου μέχρι και τον τρίτο βαθμό, δηλαδή μεταξύ γονέων και παιδιών, μεταξύ πάππων και εγγονών, μεταξύ προπάππων και δισέγγονων, μεταξύ αδελφών μεταξύ πρώτων ανιψιών και πρώτων θείων τα ανίψια θα είναι τα παιδιά των αδελφών του φορολογουμένου και οι θείοι ή οι θείες τα αδέλφια των γονέων του φορολογουμένου).

Σημειώνεται ότι οι συγγενείς εξ αίματος του ενός από τους συζύγους Είναι συγγενείς εξ αγχιστείας του άλλου συζύγου στην ίδια γραμμή και τον ίδιο βαθμό (ΑΚ 1464).

Αντίθετα,, οι σύζυγοι δε θεωρούνται μεταξύ τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας.

Πάντως, σε κάθε περίπτωση οι φορολογούμενοι έχουν δικαίωμα ανταπόδειξης, δηλαδή μπορούν να προσκομίσουν στοιχεία στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ή στα διοικητικά δικαστήρια, από τα οποία να προκύπτει ότι δεν είναι εικονική η μεταβίβαση του αυτοκινή­του ή η απόκτηση του ή η συγκυριότητα τους σε αυτό.

Στην περίπτωση που η συγκυριότητα είναι πραγματική, η ετήσια τεκμαρτή δαπάνη μερίζεται κατά το λόγο των ιδανικών μεριδίων κάθε ενός συγκυρίου.

Έτσι, αν δύο άτομα είναι πραγματικά συγκύριοι σε ένα αυτοκίνητο 16 ίππων που έχει κυκλοφορήσει για πρώτη φορά στην Ελλάδα πριν από δύο χρόνια (όταν και αγοράσθηκε από τους συγκυρίους), και το ποσοστό της συγκυριότητας των ατόμων αυτών στο αυτοκίνητο είναι 30% και 70% αντίστοιχα, η δαπάνη που αναλογεί σε κάθε συνιδιοκτήτη με βάση το υπόψη αυτοκίνητο είναι αντίστοιχα 600.000 και 1.400.000 δρχ.

Κατοχή, από εκπαιδευτές οδηγών αυτοκινήτων, επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης που χρησιμοποιούνται για την εκπαίδευση των οδηγών αυτοκινήτων.

Προκειμένου για εκπαιδευτές οδηγών αυτοκινήτων που χρησιμοποιούν για το σκοπό αυτό περισσότερα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, για τον υπολογισμό της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης, με βάση τα αυτοκίνητα αυτά, λαμβάνεται μόνο το αυτοκίνητο που δίνει τη μεγαλύτερη δαπάνη.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για τον υπολογισμό της τεκμαρτής αυτής δαπάνης για οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ασκεί ατομική επιχεί­ρηση, λαμβάνεται υπόψη η δαπάνη όλων των αυτοκινήτων της, ατομικής του επιχείρήσης.

3. Δαπάνη συντήρησης δίτροχου Ι.Χ. αυτοκινούμενου οχήματος.

Η ετήσια τεκμαρτή δαπάνη με βάση τον κυβισμό δίτροχου ιδιωτικής χρήσης αυτοκινούμενου οχήματος καθορίζεται στο ποσό των τριακοσίων πενήντα χιλιάδων (350.000) δραχμών για μοτοσικλέτα πεντακοσίων (500)κυβικών εκατοστών, προσαυξανόμενη με το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) δραχμών ανά εκατό (100) κυβικά εκατοστά όταν πρόκειται για μοτοσικλέτες με κυβισμό πάνω από πεντακόσια (500) κυβικά εκατοστά. Δηλαδή για μια μοτοσικλέτα 560 κυβικών εκατοστών θα υπολογισθεί τεκμαρτή δαπάνη 350.000 δρχ. , ενώ για μοτοσικλέτα 640 κυβικών εκατοστών θα υπολογισθεί τεκμαρτή δαπάνη 400.000 δρχ. Για μοτοσικλέτα κάτω των 500 κυβικών εκατοστών δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου,

Οι διατάξεις της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 αυτού του άρθρου, που αναφέρονται στον προσδιορισμό της τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης με βάση τη φορολογήσιμη ιπποδύναμη επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης και όσα αναφέραμε στην παρούσα σχετικά με την εφαρμογή της περίπτωσης ανάλογα και στην περίπτωση αυτή.

4. Δαπάνη για οικιακούς βοηθούς, οδηγούς αυτοκινήτων, δασκάλους και λοιπό προσωπικό.

Η ετήσια δαπάνη που καταβάλλεται για οικιακούς βοηθούς, οδηγούς αυτοκινήτων, δασκάλους και λοιπό προσωπικό, πολλαπλασιαζόμενη με συντελεστή δύο (2),

Αν ο φορολογούμενος απασχολεί ένα μόνο οικιακό βοηθό, η καταβαλλόμενη γι΄ αυτόν ετήσια δαπάνη δεν αποτελεί τεκμήριο όταν:

α) έχει τέκνο ηλικίας μέχρι δώδεκα (12) ετών που τον βαρύνει, με την προϋπόθεση ότι ο ίδιος και ο άλλος σύζυγος αποκτούν εισόδημα από μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες δραστηριότητες:

- παροχή εξαρτημένης εργασίας, άσκηση ατομικής εμπορικής επιχείρησης, άσκηση ατομικής γεωργικής επιχείρησης, άσκηση ατομικώς επαγγέλματος από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 45 του ν.δ. 3323/1955, συμμετοχή σε κοινοπραξία, συμμετοχή σε κοινωνία, συμμε­τοχή σε αστική κερδοσκοπική εταιρεία, συμμετοχή ως ομόρρυθμο μέλος σε ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη εταιρεία,

β) ο ίδιος ο φορολογούμενος ή ο άλλος σύζυγος ή πρόσωπο που συνοικεί με αυτόν και τον βαρύνει, έχει ηλικία πάνω από 65 ετών ή παρουσιάζει αναπηρία 67% και πάνω από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία.

Όταν ο φορολογούμενος (ή και ο φορολογούμενος και η σύζυγος του) είναι πάνω από 65 ετών και καταβάλλεται δαπάνη για δύο (ή περισσότε­ρους) βοηθούς, θα ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή αυτής της διάταξης η δαπάνη που καταβάλλεται σε όλους τους οικιακούς βοηθούς (δύο ή περισσότερους), πολλαπλασιαζόμενη βέβαια με συντελεστή 2.

Διευκρινίζεται ότι η εξαίρεση αυτή αφορά μόνο οικιακό βοηθό και όχι τα άλλα πρόσωπα αυτής της περίπτωσης, δηλαδή οδηγό αυτοκινήτου, δάσκαλο, κηπουρό κ.λ.π.

5. Δαπάνη συντήρησης σκαφών αναψυχής ιδιωτικής χρήσης

Η ετήσια τεκμαρτή δαπάνη σκαφών αναψυχής ιδιωτικής χρήσης κυριότητας ή κατοχής του φορολογουμένου, της συζύγου του ή των προσώπων που τους βαρύνουν κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955, η οποία ορίζεται:

α) Για μηχανοκίνητα, σκάφη αυτού του τύπου ταχύπλοα και μη ολικού μήκους μέχρι, πέντε (5) μέτρα, στο ποσό των 120.000 δραχμών, που προσαυξάνεται, με το ποσό των 50.000 δραχμών για κάθε μέτρο μήκους πάνω από τα 5 (πέντε) μέτρα

β) Προκειμένου ιστιοφόρα η μηχανοκίνητα ή μικτά σκάφη με χώρο ενδιαίτησης η τεκμαρτή δαπάνη υπολογίζεται βάσει των μέτρων ολικού μήκους ως ακολούθως:

 

Μήκος σκάφους

Ετήσια τεκμαρτή δαπάνη

Μέχρι 8 μέτρα

500.000

Πάνω από 8 μέτρα

800.000

Πάνω από 10 μέτρα

1.000.000

Πάνω από 12 μέτρα

1.300.000

Πάνω από 14 μέτρα

1.700.000

Πάνω από 16 μέτρα

2.200.000

Πάνω από 18 μέτρα

2.800.000

Πάνω από 20 μέτρα

3.500.000

Πάνω από 22 μέτρα

4.300.000

Πάνω από 24 μέτρα

5.200.000

Πάνω από 26 μέτρα

6.200.000

Η τεκμαρτή δαπάνη από κάθε σκάφος και των δυο παραπάνω υποπεριπτώσεων μειώνεται ανάλογα με την παλαιότητά του κατά ποσοστό:

ι. δεκαπέντε τοις εκατό (15%) αν έχει περάσει χρονικό διάστημα πάνω από πέντε (5) έτη και μέχρι δέκα (10) έτη από την αρχή του έτους που νηολογήθηκε για πρώτη φορά,

ιι. είκοσι τοις εκατό (20%) αν έχει περάσει χρονικό διάστημα πάνω από δέκα (1Ο) έτη και μέχρι δεκαπέντε (15) έτη κα

ιιι. τριάντα τοις εκατό (30%) αν έχει περάσει χρονικό διάστημα πάνω από δεκαπέντε (15) έτη.

Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, για ένα μηχανοκίνητο σκάφος ανοικτού τύπου ολικού μήκους 7 μέτρων, που νηολογήθηκε για πρώτη φορά πριν οκτώ (8 χρόνια στο νηολόγιο οποιασδήποτε χώρας (μπορεί για πρώτη φορά πριν 3 χρόνια να νηολογήθηκε σε νηολόγιο της Αγγλίας και πριν δυο χρονιά να το διέγραψε από το νηολόγιο της Αγγλίας και να το καταχώρησε σε νηολόγιο της Ελλάδας) η τεκμαρτή δαπάνη του γι΄ αυτό το έτος θα είναι, 120.000 + (50.000 x 2) - 15% [120.000 + (50.000 x 2) ] = 187.000 δρχ.

Σύμφωνα με όσα προαναφέραμε η ετήσια τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης, προ­κειμένου για σκάφος της πιο πάνω περίπτωσης β΄, με βάση τα έτη νηολόγησης του, διαμορφώνεται ως εξής:

Ετήσια τεκμαρτή δαπάνη με βάση τα έτη νηολόγησης ιστιοφόρου ή μηχανοκίνητου ή μικτού σκάφους με χώρο ενδιαίτησης.

Μήκος σκάφους

Μέχρι και 5 έτη

Πάνω από 5 μέχρι και 10 έτη
Μείωση 15%

Πάνω από 10 μέχρι και 15 έτη
Μείωση 20%

Ετήσια τεκμαρτή δαπάνη

Μέχρι 8 μέτρα

500.000

425.000

400.000

350.000

Πάνω από 8 μέτρα

800.000

680.000

640.000

560.000

Πάνω από 10 μέτρα

1.000.000

850.000

800.000

700.000

Πάνω από 12 μέτρα

1.300.000

1.105.000

1.040.000

910.000

Πάνω από 14 μέτρα

1.700.000

1.445.000

1.360.000

1.190.000

Πάνω από 16 μέτρα

2.200.000

1.870.000

1.760.000

1.540.000

Πάνω από 18 μέτρα

2.800.000

2.380.000

2.240.000

1.960.000

Πάνω από 20 μέτρα

3.500.000

2.975.000

2.800.000

2.450.000

Πάνω από 22 μέτρα

4.300.000

3.655.000

3.440.000

3.010.000

Πάνω από 24 μέτρα

5.200.000

4.420.000

4.160.000

3.640.000

Πάνω από 26 μέτρα

6.200.000

5.270.000

4.960.000

4.340.000

Για σκάφη με μόνιμο πλήρωμα ναυτολογημένο για ολόκληρο ή μέρος του έτους, στην πιο πάνω δαπάνη προστίθεται και η αμοιβή πληρώματος πολ­λαπλασιαζόμενη με συντελεστή δύο (2).

Κατά συνέπεια, η ετήσια τεκμαρτή δαπάνη για ένα μικτό σκάφος μήκους 12 μέτρων με χώρο ενδιαίτησης, που νηολογήθηκε πριν 7 χρόνια για πρώτη φορά και που στο κρίσιμο έτος καταβλήθηκε αμοιβή πληρώματος 500.000 δρχ. θα είναι 850.000 + (2 X 500.000) = 1.850.000 δρχ.

Τα σκάφη επαγγελματικής χρήσης δε λαμβάνονται υπόψη για το τεκμήριο της δαπάνης αυτής.

Οι διατάξεις της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού εφαρ­μόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις συγκυριότητας, εικονικής κτήσης ή μεταβίβασης σκαφών αναψυχής.

6. Δαπάνη συντήρησης αεροσκαφών, ελικοπτέρων και ανεμοπτέρων

Η ετήσια τεκμαρτή δαπάνη για αεροσκάφη, ελικόπτερα και ανεμόπτερα κυριότητας ή κατοχής του φορολογουμένου, της συζύγου του ή των προσώπων που συνοικούν μαζί τους και τους βαρύνουν κατά τις διατάξεις του ν.δ. 3323/1955, η οποία ορίζεται ως εξής:

α) Για αεροσκάφη με κινητήρα κοινό, εσωτερικής καύσης και στροβιλοελικοφόρα, καθώς και ελικόπτερα, στο ποσό των 1.500.000 δραχμών για τους 100 πρώτους ίππους, που προσαυξάνεται με το ποσό των 10.000 δραχμών για κάθε ίππο πάνω από τους 100 ίππους του κινητήρα αυτών.

β) Για αεροσκάφη αεριοπροωθούμενα (JΕΤ) στο ποσό των 2.500 δραχμών για κάθε λίμπρα ώθησης.

γ) Για ανεμόπτερα στο ποσό των 200.000 δραχμών

7. Δαπάνη για δωρεές

Η ετήσια δαπάνη για δωρεές χρηματικών ποσών, εκτός από τις δωρεές προς το δημόσιο, τους δήμους, και τις κοινότητες του Κράτους, τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, τα κρατικά και δημοτικά νοσηλευτικά ιδρύματα και τα νοσοκομεία που αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και επιχορηγούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό, τα κοινωφελή ιδρύματα, καθώς και το ταμείο αρχαιολογικών πόρων.

Όσον αφορά τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται λόγω γονικών παροχών, δεδομένου ότι ο νόμος δεν αναφέρεται ρητά σε αυτές, δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό αυτής της δαπάνης.

III. Παράγραφος 3
Προσαύξηση του συνολικού ποσού τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης.

Με την παράγραφο 3 ορίζεται ότι το συνολικό ποσό της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης του φορολογουμένου όπως αυτό προσδιορίζεται από την προηγούμενη παράγραφο, προσαυξάνεται κατά 10%, για κάθε ένα πέρα από το δεύτερο στοιχεία προσδιορισμού της δαπάνης αυτής του φορολο­γουμένου, της συζύγου του και των προσώπων που τους βαρύνουν.

Τονίζεται ότι, η τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης είναι κατ΄ εξοχήν οικογενειακή δαπάνη και γι΄ αυτό αθροίζονται, σε οικογενειακή βάση, όλα τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της. Αν τα στοιχεία αυτά δεν υπερβαίνουν τα δύο (2), η τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης δεν προσαυξάνεται. Αν όμως αυτά υπερβαίνουν τα δύο, τότε για κάθε ένα στοιχείο πέρα από τα δύο, η συνολική τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης θα προσαυξάνεται κατά 10%.

Δεν προσαυξάνεται με κανένα ποσοστό η δαπάνη που προκύπτει κατά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο αυτού του άρθρου, όταν το ποσό αυτής δεν υπερβαίνει το 1.500.000 δραχμές.

Κάθε στοιχείο δαπάνης προσμετράται ολόκληρο έστω και εάν ο φορολογούμενος έχει κυριότητα σε ποσοστό αυτού. Όταν πρόκειται όμως για περίπτωση που στο στοιχείο υπάρχει συνιδιοκτησία μεταξύ των συζύγων ή μεταξύ των συζύγων και προσώπων που τους βαρύνουν η μόνο μεταξύ των προσώπων που βαρύνουν τους δύο συζύγους, το στοιχείο προσδιορισμού της τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης λαμβάνεται υπόψη μία φορά.

Ειδικά, όσον αφορά τη μέτρηση των στοιχείων προσδιορισμού των επί μέρους δαπανών της παραγράφου 2, για την εφαρμογή της υπόψη παραγράφου (3) αυτού, του άρθρου, σας παρέχουμε τις πιο κάτω οδηγίες:

1. Τεκμαρτό ή καταβαλλόμενο μίσθωμα για δευτερεύουσα κατοικία πάνω από 150 τετρ. μέτρα.

Λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός των ιδιοκατοικουμένων (από τον ίδιο ή από τα μέλη της οικογενείας του) συγχρόνως ή μισθουμένων συγχρόνως ή ιδιοκατοικουμένων και μισθωμένων συγχρόνως, για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα του έτους, δευτερευουσών κατοικιών.

Π.χ. Αν ο φορολογούμενος είχε ενοικιάσει ολόκληρο το έτος μια δευτερεύουσα κατοικία πάνω από 150 τετρ. μέτρα και ένα μήνα του έτους ο φορολογούμενος διέμεινε σε άλλη (ιδιόκτητη) δευτερεύουσα κατοικία του εμβαδού πάνω από 150 τετρ. μέτρα , θα μετρηθούν 2 στοιχεία δαπάνης με βάση το πραγματικό και τεκμαρτό, κατά περίπτωση, μίσθωμα των δευτερευουσών κατοικιών. Αντίθετα, στην περίπτωση που το; Χρονικό διάστημα ενοικίασης ή Ιδιοκατοίκησης ή ενοικίασης και ιδιοκατοίκησης ήταν διαφορετικό (τον ένα μήνα διέμεινε στην ιδιόκτητη δευτερεύουσα κατοικία του, τον δεύτερο μήνα είχε νοικιάσει μια δευτερεύουσα κατοικία και τον τρίτο μήνα είχε νοικιάσει μια άλλη δευτερεύουσα κατοικία) λαμβάνεται υπόψη, για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, ένα (1) στοιχείο

2. Τεκμαρτή δαπάνη με βάση τους φορολογήσιμους ίππους επιβατικού ή μικτής χρήσης αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης.

α) Αυτοκίνητα που ανήκουν προσωπικά στο φορολογούμενο, τη σύζυγο του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν.

Λαμβάνεται υπόψη ο συνολικός αριθμός των αυτοκινήτων του φορολογουμένου, της συζύγου του και των προσώπων που τους βαρύνουν, που. κυκλοφορούσαν ταυτόχρονα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 15 ημερών. Αν π.χ. μέχρι τις 4 Μαρτίου ο φορολογούμενος κυκλοφορούσε δύο αυτοκίνητα και στις 5 Μαρτίου αγόρασε τη σύζυγος του τρίτο αυτοκίνητο και στο τέλος Μαρτίου, ο φορολογούμενος πώλησε το ένα αυτοκίνητο, ενώ το άλλο το έθεσε για όλο το υπόλοιπο διάστημα, μέχρι το τέλος του έτους, σε ακινησία, θα υπολογισθούν τρία (3) στοιχεία, γιατί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 15 ημερών η οικογένεια είχε στη διάθεση της τρία (3) αυτοκίνητα. Αντίθετα, αν μέσα στο έτος η οικογένεια του φορολογούμενου είχε στη διάθεση της περισσότερα αυτοκίνητα, όχι όμως ταυτόχρονα (π.χ. κατά το χρόνο ακινησίας του ενός αυτοκινήτου ο φορολογούμενος του αγόρασε και κυκλοφόρησε άλλο αυτοκίνητο, ή είχε η σύζυγος το πρώτο εξάμηνο ένα αυτοκίνητο το οποίο πούλησε στο τέλος του πρώτου εξαμήνου και στην αρχή του δεύτερου εξαμήνου αγόρασε και κυκλοφόρησε άλλο αυτοκίνητο ο σύζυγος) λαμβάνεται υπόψη ένα (1) στοιχείο.

β) Επιβατικά ή μικτής χρήσης αυτοκίνητα που ανήκουν σε επιχειρήσεις

αα) Τα επιβατικά ή μικτής χρήσης αυτοκίνητα εταιρείας με βάση τα οποία υπολογίζεται τεκμαρτή δαπάνη στο φορολογούμενο (π.χ. ομόρρυθμο εταίρο ΟΕ ή ΕΕ ή πρόεδρο ΑΕ κτλ.), για την εφαρμογή αυτής της διά­ταξης, λαμβάνονται υπόψη ως ένα (1) στοιχείο.

ββ) Σε περίπτωση που στο φορολογούμενο, υπολογίζεται τεκμαρτή δαπάνη με βάση τα αυτοκίνητα περισσοτέρων από μιας εταιρειών (π.χ. ο φορολογούμενος είναι ομόρρυθμος εταίρος σε μια εταιρεία και συγχρόνως είναι πρόεδρος μιας Α.Ε.), για την εφαρμογή αυτής της παραγράφου, για κάθε εταιρεία που έχει ένα ή .περισσότερα αυτοκίνητα θα., ληφθεί υπόψη, ένα αυτοκίνητο, Δηλαδή στο παράδειγμα μας θα ληφθούν υπόψη δύο (2)στοιχεία.

γγ) Τα επιβατικά αυτοκίνητα, ανεξάρτητα με τον αριθμό τους, που χρησιμοποιούνται από εκπαιδευτή οδηγών αυτοκινήτων για την επιχείρηση του, για την εφαρμογή αυτής της παραγράφου λαμβάνονται υπόψη ως ένα (1) στοιχείο»

δδ) Σχετικά με τον αριθμό των επιβατικών αυτοκινήτων που χρησιμο­ποιούνται για την ατομική επιχείρηση του φορολογουμένου, για την εφαρμογή αυτής της παραγράφου} λαμβάνονται υπόψη όλα τα αυτοκίνητα της ατομικής επιχείρησης, ως προσωπικά αυτοκίνητα του φορολογουμένου.

Έτσι, σύμφωνα με τα παραπάνω, αν ένας φορολογούμενος είχε ο ίδιος δύο Ε.Ι,Χ. .αυτοκίνητα, ένα αυτοκίνητο είχε η σύζυγος του, και ο φορολογούμενος αυτός συμμετείχε σε μία ομόρρυθμη εταιρεία που είχε τρία αυτοκίνητα, αν στην 1 Δεκεμβρίου του κρίσιμου έτους ανέλαβε πρόεδρος μιας Α.Ε. που είχε 4 αυτοκίνητα και στις 20 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους έγινε ομόρρυθμος εταίρος σε κάποια ετερόρρυθμη εταίρε ία που είχε τρία αυτοκίνητα, θα υπολογισθούν πέντε (5) στοιχεία.

3. Τεκμαρτή δαπάνη με βάση τον κυβισμό δίτροχου ιδιωτικής, χρήσης αυτοκινούμενου οχήματος.

Ισχύουν ανάλογα όσα αναφέραμε στην προηγούμενη περίπτωση 2.

4. Ετήσια δαπάνη που καταβάλλεται για οικιακούς βοηθούς οδηγούς αυτοκινήτων, δασκάλους και για το λοιπό προσωπικό

Όταν λόγω αλλαγής οικιακών βοηθών κ.τ.λ, καταβλήθηκαν αμοιβές μέσα στο έτος σε περισσότερους οικιακούς βοηθούς, οδηγούς αυτοκινήτων κ.τ.λ., λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός των οικιακών βοηθών κ.τ.λ. που παρείχαν συγχρόνως τις υπηρεσίες τους.

Πιο κάτω σας παραθέτουμε παραδείγματα, σχετικά με τον αριθμό των αριθμό στοιχείων αυτής της δαπάνης πού θα συνυπολογισθεί με τον αριθμό των στοιχείων των λοιπών δαπανών για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου: α) Αν ο ένας σύζυγος είναι πάνω από 65 ετών και κατέβαλαν αμοιβές σε ένα οικιακό βοηθό, δεν θα υπολογισθεί στοιχείο.

β) Αν και οι δύο σύζυγοι είναι πάνω από 65 ετών και κατέβαλαν αμοιβές σε δύο οικιακούς βοηθούς, θα υπολογισθούν δύο (2) στοιχεία γ) Αν και οι δύο σύζυγοι είναι πάνω από 65 ετών και κατέβαλαν αμοιβές σε ένα οδηγό και ένα οικιακό βοηθό, θα υπολογισθούν δύο (2) στοιχεία δ) Αν το πρώτο εξάμηνο υπήρχε ένας οικιακός βοηθός και το δεύτερο εξάμηνο τον απέλυσαν και προσέλαβαν άλλο, θα υπολογισθεί ένα (1) στοιχείο

ε) Αν στο πρώτο εξάμηνο ένας φορολογούμενος είχε ένα οδηγό και το δεύτερο εξάμηνο τον απέλυσε και προσέλαβε ένα οικιακό βοηθό, και τον Οκτώβριο προσέλαβε και ένα δάσκαλο, θα υπολογισθούν δύο (2) στοιχεία.

5. Τεκμαρτή δαπάνη, με βάση σκάφη αναψυχής, αεροσκάφη, ελικόπτερα, ανεμόπτερα

Ισχύουν ανάλογα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω στην περίπτωση 2 (τεκμαρτή δαπάνη με βάση τους φορολογήσιμους ίππους Ε.Ι.Χ. αυτοκινήτου).

6. Ετήσια δαπάνη με βάση τις δωρεές χρηματικών ποσών.

Οι δωρεές, γενικώς, υπολογίζονται ως ένα: στοίχε ίο, ανεξάρτητα από το συνολικό αριθμό των δωρεών χρηματικών ποσών που έχουν γίνει σε οικογενειακή βάση. Αυτό, επειδή η υπόψη δαπάνη, είναι πραγματική και η καταβολή χρηματικών ποσών για τις δωρεές δε συνεπάγεται άλλες επιβαρύνσεις, όπως π.χ. στην περίπτωση οικιακών βοηθών,

IV. Παράγραφος 4.
Αμφισβήτηση ποσού τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 5 ορίζεται ότι, αν συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις, το ετήσιο συνολικό ποσό τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης του φορολογουμένου, που προσδιορίζεται σύμφωνα με τις δύο προηγούμενες παραγράφους αυτού του άρθρου,, μπορεί να αμφισβητηθεί από το φορολογούμενο.

Έτσι, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της παραγράφου»το ετήσιο συνολικό ποσό τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης που προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων 2 και 3, μπορεί να αμφισβητηθεί από το φορολογούμενο:

α) Όταν έγινε λανθασμένος υπολογισμός της τεκμαρτής δαπάνης,

β) Όταν η πραγματική δαπάνη του φορολογουμένου και των μελών που τον βαρύνουν είναι μικρότερη από την τεκμαρτή δαπάνη, όπως αποδεικνύεται από τον υπόχρεο με βάση πραγματικά περιστατικά.

Η επίκληση των περιστατικών αυτών μπορεί να γίνει μόνο από τους υπόχρεους, οι οποίοι:

αα. Υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία: στις ένοπλες δυνάμεις,

ββ. Είναι φυλακισμένοι

γγ. Νοσηλεύονται σε νοσοκομείο ή κλινική,

δδ. Ήταν μετανάστες ή πολιτικοί πρόσφυγες στο εξωτερικό και μετοικούν μόνιμα στην Ελλάδα και μετέφεραν, επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης για το οποίο κατέβαλαν κατά την εισαγωγή του μειωμένους δασμούς. Οι υπόχρεοι αυτοί μπορούν να επικαλούνται το περιστατικό αυτό για 3 (τρία) έτη από το τέλος του έτους του εκτελωνισμού του αυτοκινήτου.

εε. Είναι άνεργοι. Αυτό μπορούν να το επικαλεσθούν μόνο για το χρο­νικό διάστημα που. δικαιούνται βοήθημα ανεργίας.

στστ. Συγκατοικούν με συγγενείς πρώτου βαθμού και έχουν με μειωμένες δαπάνες διαβίωσης, γιατί αποδεικνύεται ότι στις δαπάνες συμβάλλουν οι συγγενείς αυτοί οι οποίοι πραγματοποιούν, εισόδημα από εμφανείς πηγές.

ζζ. Είναι ορφανοί ανήλικοι οι οποίοι έχουν στην κυριότητα τους επιβατικό αυτοκίνητο, χρήσης από κληρονομιά του πατέρα ή της μητέρας τους

ηη. Όσοι προσκομίζουν στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται ότι, από γεγονότα που οφείλονται σε λόγγους ανώτερης βίας, πραγματοποίησαν δαπάνη" μικρότερη από την τεκμαρτή.

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα πιο πάνω, η υπόψη δαπάνη μπορεί να αμφι­σβητηθεί μόνο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο και μόνο για τις ειδικά αναφερόμενες δαπάνες

Έτσι, την περίπτωση α΄ (λανθασμένος υπολογισμός τεκμαρτής δαπάνης) και την υποπερίπτωση ηη΄ της περίπτωσης β΄ αυτής της παραγράφου (πραγματοποίηση δαπάνης μικρότερης από την τεκμαρτή δαπάνη, εξαιτίας γεγονότων ανώτερης βίας), μπορεί να επικαλεσθεί οποιοσδήποτε φορολογού­μενος και για οποιαδήποτε τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης.

Αντίθετα τις υποπεριπτώσεις αα έως και ζζ΄ της περίπτωσης β΄ μπορούν να επικαλεσθούν μόνο τα πρόσωπα που ρητά αναφέρονται σε αυτή, και για μεν τις υποπεριπτώσεις αα΄, ββ΄, γγ΄, εε΄ και στστ΄ για όλες τις δαπά­νες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 αυτού του άρθρου, ενώ για τις υποπεριπτώσεις δδ΄ και ζζ, μόνο για την τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης που προκύπτει με βάση τους φορολογήσιμους ίππους επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χοή ση ς., Συνεπώς, ο φορολογούμενος δεν μπορεί να αμφισβητήσει την τεκμαρτή δαπάνη που προκύπτει με βάση δευτερεύουσα κα­τοικία εμβαδού πάνω από 10 τετραγωνικά μέτρα ή με βάση σκάφος ανα­ψυχής κ.τ.λ. επικαλούμενος ότι τα στοιχεία αυτά τα κληρονόμησε ορφα­νός ανήλικος από τον πατέρα ή την μητέρα του.

Στην περίπτωση λανθασμένου υπολογισμού της τεκμαρτής δαπάνης ο προϊστάμενός της Δ.Ο.Υ. προβαίνει στη διόρθωση του λάθους. Όταν συντρέχει, μια. ή περισσότερες από τις υποπεριπτώσεις αυτής της παραγράφου, ο φορολογούμενος υποχρεούται να υποβάλει μαζί με τη δή­λωση του και τα αναγκαία δικαιολογητικά για την απόδειξη, των ισχυρισμών του ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ., ελέγχει την ακρίβεια των ισχυρι­σμών και τα .αποδεικτικά στοιχεία του φορολογουμένου και μειώνει ανά­λογα την ετήσια τεκμαρτή δαπάνη στην οποία αναφέρονται οι ισχυρισμοί και τα αποδεικτικά στοιχεία..

Επισημαίνεται ότι δεν αρκεί να συντρέχει μία από τις πιο πάνω υποπερι­πτώσεις για να μην υπολογισθεί δαπάνη, αλλά πρέπει και ο φορολογούμε­νος, να αποδείξει ότι για το λόγο αυτό δεν πραγματοποίησε την υπόψη δαπάνη ή πραγματοποίησε μειωμένη δαπάνη.

Έτσι, για παράδειγμα δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι, επειδή ήταν φυλα­κισμένος ή επειδή ήταν άνεργος, πραγματοποίησε μικρότερο ποσό δαπάνης από το ποσό της δωρεάς του σε κάπρι ο σύλλογο κ.τ.λ.

Μπορεί όμως να ισχυρισθεί για παράδειγμα ότι δεν πραγματοποίησε τεκμαρτή δαπάνη με βάση το ΕΙΧ αυτοκίνητό του το χρονικό διάστημα που νοσηλευόταν η βρισκόταν στη φυλακή.

Πάντως σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το ζήτημα είναι πραγματικό και ανάγεται στην εξελεγκτική εξουσία του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ., ή, σε περίπτωση αμφισβήτησης, στην κρίση των διοικητικών δικαστηρίων.

V. Παράγραφος 5
Δαπάνες από την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι τα χρηματικά ποσά που πραγματικά καταβάλλονται για ορισμένους λόγους (αγορά ορισμένων περιουσιακών στοιχείων κ.τ.λ.) από το φορολογούμενο, τη σύζυγό του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του εισοδήματος του φορολογουμένου, με βάση τις διατάξεις αυτού του άρθρου.

Σημειώνεται ότι οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται μόνο όταν τις οικείες δαπάνες πραγματοποιούν φυσικά πρόσωπα (κατά συνέπεια δεν έχουν, εφαρμογή στα μέλη εταιρείας που αγόρασε π.χ. αυτοκίνητο). Εξυπακούεται ότι στην περίπτωση καταβολής του τιμήματος αγοράς των στοιχείων των πιο κάτω περιπτώσεων α΄, β΄, γ΄ με δόσεις, λαμβάνονται υπόψη τα ποσά που καταβάλλονται στο οικείο έτος (ποσό δόσης, προκαταβολής κ.τ.λ.).

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της παραγράφου, ως ετήσια τεκμαρτή δαπάνη του φορολογουμένου της συζύγου του και των προσώπων που τους βαρύνουν λογίζονται και τα χρηματικά ποσά που πραγματικά καταβάλλονταν, για τις πιο κάτω αιτίες:

α) Αγορά αυτοκινήτων, πλοίων αναψυχής και λοιπών σκαφών αναψυχής, αεροσκαφών και κινητών πραγμάτων μεγάλης αξίας.

Τα ποσά που δαπανώνται για αγορά αυτοκινήτων, πλοίων αναψυχής και λοιπών σκαφών αναψυχής, αεροσκαφών (στην έννοια των οποίων υπάγονται και τα ελικόπτερα και τα ανεμόπτερα), καθώς και για κινητά πράγματα μεγάλης αξίας (π.χ. πίνακες ζωγραφικής μεγάλης αξίας, πολύτιμοι λίθοι, κοσμήματα κ.τ.λ.).

Από το τεκμήριο αυτό, εξαιρείται η δαπάνη που καταβάλλεται για αγορά στοιχείων που αποτελούν το αντικείμενο της εμπορικής δραστηριότητας, μηχανημάτων και αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης.

Κατά συνεπεία εξαιρείται, η δαπάνη που καταβάλλεται για αγορά αυτοκι­νήτων που αγοράζονται από μια επιχείρηση πώλησης αυτοκινήτων για να μεταπωληθούν, ενώ. αντίθετα, δεν εξαιρείται η δαπάνη που καταβάλλεται για την αγορά αυτοκινήτου που θα χρησιμοποιηθεί σε ατομική επιχείρηση που δεν έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την πώληση αυτοκινήτων.

β) Αγορά επιχειρήσεων εταιρικών μεριδίων, χρεωγράφων.

Τα ποσά που δαπανώνται από 1 Ιανουαρίου 1993 και μετά (όπως προκύπτει από τις διατάξεις της περίπτωσης β του άρθρου 44 του Ν. 1828/1989) για αγορά επιχειρήσεων, εταιρικών μεριδίων και χρεωγράφων γενικά.

Εξαιρείται η αγορά ομολόγων του δημοσίου και μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο,

γ) Αγορά ακινήτων, ανέγερση οικοδομών.

Τα ποσά που δαπανώνται από 1 Ιανουαρίου 1993 και μετά για αγορά ακινήτων ή ανέγερση οικοδομών. Εξαιρείται· η δαπάνη για αγορά ή ανέγερση πρώτης κατοικίας, εφόσον το εμβαδόν της δεν υπερβαίνει τα 120 τετραγωνικά μέτρα.

Κατά συνέπεια, στην περίπτωση που το εμβαδόν της πρώτης κατοικίας υπερβαίνει τα 120 τετραγωνικά μέτρα λαμβάνεται υπόψη ολόκληρο το ποσό που δαπανήθηκε για την κατοικία και όχι μόνο το ποσό που ανα­λογεί στα επιπλέον των 120 τετραγωνικών μέτρων.

δ) Δάνεια επιχειρηματιών προς τις ατομικές τους επιχειρήσεις ή εταίρων προς τις εταιρείες που συμμετέχουν.

Τα ποσά των δανείων που χορηγούνται από 1 Ιανουαρίου 1993 στις εταιρείες από τα πρόσωπα που μετέχουν σ΄ αυτές ως εταίροι ή από τους επιχειρηματίες προς τις ατομικές τους επιχειρήσεις με τη μορφή προσωρινών καταθέσεων.

2. Σύμφωνα με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 5΄ του υπόψη άρθρου, όσοι δεν αναγράφουν στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος τους που αφορά τη χρήση 1993 και επόμενες την αγορά ή ανέγερση ακινήτων (δηλαδή τη δαπάνη που καταβάλλουν από 1.1.1993 και μετά για αγορά ή ανέγερση ακινήτων) υπόκεινται στις κυρώσεις που προβλέπονται από την παράγραφο 1 του άρθρου 73α του ν.δ. 3323/1955 που προστέθηκε 24 με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 18 του Ν. 1828/1989

VI. Παράγραφος 6.
Εξαίρεση από την εφαρμογή του τεκμηρίου

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 6 αυτού του άρθρου το τεκμήριο προσδιορισμού της ετήσιας δαπάνης δεν εφαρμόζεται:

α) Στην περίπτωση που το άθροισμα της συνολικής ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης (παραγράφου 2, 3, 4, 5 και 6) του φορολογουμένου, της συζύγου του και των προσώπων που τους βαρύνουν δεν υπερβαίνει το ποσό του 1.200.000 δρχ.

β) Προκειμένου για τεκμαρτή δαπάνη η οποία προκύπτει βάσει επιβατι­κών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης αναπήρου, το οποίο απαλλάσσεται από τα τέλη κυκλοφορίας.

γ) Για το ποσό της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης, η οποία προκύπτει βάσει του επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης (για ένα μόνο επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης) ή του ενοικίου δευτερεύουσας κατοικίας προκειμένου για αλλοδαπό προσωπικό που δε διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα ή ημεδαπό προσωπικό, που διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό και απασχολείται αποκλειστικά σε επιχειρήσεις που υπάγονται στις διατάξεις του Α.Ν. 89/1967 (ΦΕΚ Α΄ 132), του Α.Ν. 378/1968 (ΦΕΚ Α΄ 82) και του άρθρου 25 του Ν. 27/1975 (ΦΕΚ Α΄ 77)

δ) Για το ποσό της τεκμαρτής δαπάνης η οποία προκύπτει από επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης δημόσιων, δημοτικών και κοινοτικών επιχει­ρήσεων, ή επιχειρήσεων στις οποίες συμμετέχουν κατά ποσοστό πάνω από το 50% το δημόσιο και νομικά πρόσωπα, δημοσίου δικαίου. Διευκρινίζεται ότι η διάταξη αυτή ισχύει τόσο όταν στην επιχείρηση συμμετέχει το Δημόσιο με ποσοστό πάνω από 50% (χωρίς να απαιτείται και η συμμετοχή Ν.Π.Δ.Δ.), όσο και όταν στην επιχείρηση συμμετέχει νομικό πρόσωπο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με συνολικό ποσοστό συμμετοχής των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου πάνω από 50% (χωρίς να απαιτείται, στην περίπτωση αυτή να συμμετέχει και το δημόσιο), όσο τέλος και στην περίπτωση που συμμετέχουν και το Δημόσιο και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με συνολικό ποσοστό συμμετοχής (αθροιστικά δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ.) πάνω από 50%.

ε) Όταν η διαφορά μεταξύ του εισοδήματος που δηλώθηκε (από το φορο­λογούμενο, τη σύζυγο του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν) ή προσδιορίστηκε από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. και της συνολικής ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης αυτών, όπως η διαφορά αυτή διαμορφώθηκε από την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 2 έως 5 και των περιπτώσεων α΄ έως δ΄ της παραγράφου 6, είναι μικρότερη από το ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό 20% του δηλωθέντος ή προσδιορισθέντος εισοδήματος αυτών των προσώπων.

Αν ύστερα από το φορολογικό έλεγχο διαπιστωθεί ανακρίβεια ως προς τα πραγματικά εισοδήματα που είχαν δηλωθεί από τον φορολογούμενο και αυτά οριστικοποιηθούν (με διοικητική επίλυση της διαφοράς ή με δικαστική απόφαση) σε ποσό που περιορίζει την πιο πάνω διαφορά σε ποσοστό μικρότερο από 20% του προσδιορισθέντος οριστικά εισοδήματος, τότε πρέπει να γίνει νέα εκκαθάριση, με βάση το πραγματικό εισόδημα και να επιστραφεί, η διαφορά του επιπλέον φόρου που έχει βεβαιωθεί.

VII. Παράγραφος 7.
Προσαύξηση εισοδήματος με τη διαφορά της δαπάνης

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 5 η διαφορά μεταξύ του εισοδήματος που δηλώθηκε από το φορολογούμενο, τη σύζυγο του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν ή προσδιορίστηκε από τον προϊ­στάμενο, της Δ.Ο.Υ., και. της συνολικής ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης τους των παραγράφων 2 έως 5, όπως η διαφορά αυτή αναμορφώνεται ύστερα από την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 8 αυτού του άρθρου, προσαυ­ξάνει τα εισοδήματα που δηλώνονται ή προσδιορίζονται από τον προϊστά­μενο της Δ.Ο.Υ. για το ίδιο οικονομικό έτος, του φορολογουμένου ή. της συζύγου του, κατά περίπτωση, από εμπορικές επιχειρήσεις ή από την άσκηση ελευθέριων επαγγελμάτων και αν δε δηλώνεται εισόδημα από τις κατηγορίες αυτές, η διαφορά αυτή λογίζεται εισόδημα της παραγράφου 3 του άρθρου 45.

Είναι αυτονόητο ότι οι διατάξεις αυτής της παραγράφου δεν εφαρμόζονται όταν συντρέχει η περίπτωση ε΄ της προηγούμενης παραγράφου.

VIII. Παράγραφος 3.
Μειώσεις της διαφοράς της δαπάνης

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 5, ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. κατά τον προσδιορισμό της διαφοράς, που προκύπτει με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 7 του ίδιου άρθρου, υποχρεούται να λάβει υπόψη του τα αναγραφόμενα στη δήλωση χρηματικά ποσά που εισπράχθηκαν και τα οποία αποδεικνύονται με νόμιμα παραστατικά στοιχεία με τα οποία καλύπτεται η περιορίζεται η διαφορά αυτή.

Στο νόμο αναφέρονται ενδεικτικά ορισμένες κατηγορίες εισοδημάτων ή εσόδων που περιορίζουν την πιο πάνω διαφορά. Τονίζεται ότι και οποιοδήποτε άλλο έσοδο που δεν αναφέρεται ρητά στο νόμο (π.χ. κέρδη από λαχεία, γονικές παροχές κ.τ.λ.) λαμβάνεται υπόψη, εφόσον αποδει­κνύεται η είσπραξη του, η φορολόγηση του ή η απαλλαγή του από τη φορολογία.

Τα ποσά που ιδίως λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη ή τον περιορισμό της υπόψη διαφοράς είναι τα εξής:

α) Πραγματικά απαλλασσόμενα ή φορολογούμενα με ειδικό τρόπο εισοδήματα ιδίου έτους.

Πραγματικά εισοδήματα τα οποία αποκτήθηκαν από τον ίδιο το φορολογούμενο, τη σύζυγο του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν και τα οποία απαλλάσσονται από το φόρο ή φορολογούνται με ειδικό τρόπο, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

Συνεπώς δε λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή αυτής της παραγράφου απαλλασσόμενα τεκμαρτά εισοδήματα όπως π.χ. το απαλλασσόμενο τεκμαρτό μίσθωμα από ιδιοκατοίκηση.

β) Χρηματικά ποσά που δε θεωρούνται εισόδημα.

Χρηματικά ποσά που δε θεωρούνται εισόδημα κατά τις ισχύουσες διατάξεις που αποκτήθηκαν από το φορολογούμενο (π.χ. εφάπαξ ασφαλιστικών ταμείων, τμήμα αποζημίωσης του Ν. 2112/1920).

γ) Χρηματικά ποσά που προέρχονται από τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων.

Χρηματικά ποσά που προέρχονται από την πώληση ή την εκχώρηση περιουσιακών στοιχείων εφόσον αποδεικνύεται σε ποιο πρόσωπο ανήκαν αυτά. Τα περιουσιακά αυτά στοιχεία μπορεί να είναι και άυλα (φήμη, πελατεία κ.τ.λ.). Επίσης λαμβάνεται υπόψη το τίμημα που εισπράττεται από την πώληση του δικαιώματος της επικαρπίας ή της ψιλής κυριότητας.

δ) Εισαγωγή ελεύθερου συναλλάγματος

Εισαγωγή συναλλάγματος που δεν εκχωρείται υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος. Στην περίπτωση αυτή υποχρεωτικά πρέπει να υποβάλλονται, στην Δ.Ο.Υ. τα πρωτότυπα των μοναδικών βεβαιώσεων εισαγωγής συναλλάγματος της Τράπεζας ή των ΕΛ.ΤΑ. Όταν φορολογούμενος θέλει να καλύψει τεκμήριο που προέκυψε με βάση τη δαπάνη αγοράς συγκεκριμένου επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρή­σης, για το οποίο απαλλάχθηκε από την καταβολή των δασμών με την υποβολή μοναδικών βεβαιώσεων εισαγωγής συναλλάγματος, μπορεί να υπο­βάλει σχετικό πιστοποιητικό του Τελωνείου από το οποίο θα προκύπτει η αξία των μοναδικών βεβαιώσεων εισαγωγής συναλλάγματος που έχουν υποβληθεί σε αυτό και τα στοίχε ία του συγκεκριμένου αυτοκινήτου.

Επίσης, όταν ο φορολογούμενος θέλει, από το 1993 και μετά, να καλύψει διαφορά δαπάνης που προέκυψε με βάση την αγορά ακινήτου, για το οποίο συγκεκριμένο ακίνητο απαλλάχθηκε από την καταβολή φόρου μεταβί­βασης επειδή είχε καταθέσει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. τις μοναδικές βεβαιώ­σεις εισαγωγής συναλλάγματος, μπορεί να λάβει σχετικό πιστοποιητικό της οικείας Δ.Ο.Υ. και να το υποβάλει στην Δ.Ο.Υ. που είναι αρμόδια για τον έλεγχο της φορολογίας του εισοδήματος του.

Τονίζεται ότι, μόνο στις πιο πάνω περιπτώσεις μπορεί ο φορολογούμενος αντί για τις μοναδικές βεβαιώσεις να υποβάλει τα οικεία πιστοποιητικά των Υπηρεσιών που προαναφέραμε και μπορεί να καλύπτει μόνο τη δαπάνη αγοράς των συγκεκριμένων στοιχείων που αναφέραμε.

Σημειώνεται ότι πρέπει να εξακριβώνεται ότι ο φορολογούμενος είναι ο δικαιούχος του συναλλάγματος που εισάγεται και όχι πρόσωπο που λαμ­βάνει επιταγή κ.τ.λ. στο όνομα του για να μεσολαβήσει απλώς για την κατάθεση του προϊόντος του εμβάσματος στο όνομα τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό αυτού και του τρίτου.

ε) Δάνεια.

Δάνεια τα οποία έχουν ληφθεί· και αποδεικνύονται με έγγραφα στοιχεία που φέρουν βέβαιη χρονολογία. Εξυπακούεται ότι αυτά τα δάνεια δεν πρέπει να είχαν ληφθεί για άλλο σκοπό π.χ. βιοτεχνικά δάνεια ή δάνειο για αγορά περιουσιακού στοιχείου που η αντίστοιχη δαπάνη του δεν απο­τελεί τεκμήριο που θέλει, να καλύψει ο φορολογούμενος.

στ) Δωρεές

Δωρεά χρηματικών ποσών για την οποία έχει υποβληθεί δήλωση φόρου δωρεάς μέχρι τη λήξη της προθεσμία για .την επίδοση της οικείας δή­λωσης φορολογίας εισοδήματος.

ζ) Ανάλωση Κεφαλαίου.

Ανάλωση κεφαλαίου δηλαδή πραγματική κατανάλωση χρημάτων, τα οποία απο­δεδειγμένα είχαν φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα έτη ή νόμιμα είχαν απαλλαγεί από το φόρο.

Μείωση των ποσών κεφαλαίου με δαπάνες απόκτησής τους.

Κάθε δαπάνη για την απόκτηση όλων των ποσών που προαναφέρθηκαν τα μειώνει, προκειμένου αυτά να ληφθούν υπόψη για την κάλυψη ή για τον περιορισμό της διαφοράς μεταξύ της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης και του συνολικού εισοδήματος. Έτσι για παράδειγμα ο φόρος δωρεάς μειώνει την αξία της δωρεάς που λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη της υπόψη διαφοράς.

Προσδιορισμός των κεφαλαίων.

Για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου κάθε έτους από τα εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί ή νόμιμα απαλλαγεί από το φόρο, τα οποία προκύ­πτουν από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών, από τα χρηματικά ποσά που ορίζονται στις παραπάνω περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄, ε΄ και στ΄ αυτής της παραγράφου (δηλαδή της παραγράφου 8 του κοινοποιούμενου άρθρου) και από οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχει εισπραχθεί, εκπίπτουν οι δαπάνες που ο προσδιορισμός τους ορί­ζεται από τις παραγράφους 2 έως 5 αυτού του άρθρου.

Αν το σύνολο των αφορολόγητων ποσών χωρίς δικαιολογητικά των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955, των δαπανών με δικαιολο­γητικά των παραγράφων 6, 7 και 11 του ίδιου άρθρου και του ποσού του αναλογούντος φόρου είναι ανώτερο από τη συνολική ετήσια τεκμαρτή δα­πάνη διαβίωση ς των παραγράφων 2 έως 4 του κοινοποιούμενου άρθρου, για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου λαμβάνονται υπόψη το σύνολο των ποσών αυτών (δηλαδή το άθροισμα των σχετικών αφορολόγητων ποσών και του αναλογούντος φόρου), αντί για τη. συνολική ετήσια τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης που προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφου 2 έως 4 του κοινοποιούμενου άρθρου.

Ειδικά, για την κάλυψη ή περιορισμό της διαφοράς η οποία προέρχεται από την τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης των παραγράφων 2 έως 4, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη κεφάλαιο που σχηματίστηκε πριν από την προη­γούμενη πενταετία.

Δηλαδή, όσον αφορά την κάλυψη της διαφοράς μεταξύ του εισοδήματος που δηλώθηκε και της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης με ανάλωση (στην κρίσιμη χρήση) κεφαλαίου που αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγού­μενα έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο, για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου, το οπαίο αναλώθηκε μέσα στην κρίσιμη χρήση, λαμβάνον­ται υπόψη:

Ι. ΠΡΟΣΘΕΤΙΚΑ

Έσοδα που εισπράχθηκαν αποδεδειγμένα κατά τα προηγούμενα έτη και έχουν, φορολογηθεί ή νόμιμα έχουν απαλλαγεί από το φόρο. Εξυπακούεται ότι, αν τα ποσά αυτά είχαν απλώς πιστωθεί, χωρίς να έχουν εισπραχθεί μέχρι και την κρίσιμη χρήση δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά την εφαρμογή, αυτής της περίπτωσης, καθόσον δεν είναι δυνατόν, να αναλωθούν εφόσον δεν εισπράχθηκαν.

Τα έσοδα τα οποία λαμβάνονται υπόψη .προσθετικά για τον υπολογισμό της ανάλωσης κεφαλαίου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, είναι τα εξής:

αα) Εισοδήματα που είχαν φορολογηθεί ή είχαν νόμιμα απαλλαγεί.

Εισοδήματα που είχαν φορολογηθεί ή είχαν νόμιμα απαλλαγεί από το φόρο τα οποία προκύπτουν από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων του ιδίου έτους. Εάν κάποιο έτος προκύψει αρνητικό υπόλοιπο τούτο επηρεάζει αρνητικά τα θετικά στοιχεία των προηγούμενων ή επό­μενων ετών.

Αν μετά την υποβολή της οικείας δήλωσης (από την οποία προκύπτει, διαφορά δαπάνης του άρθρου αυτού που θέλουμε να καλύψουμε με κεφάλαιο προηγούμενων ετών) ελεγχθούν προηγούμενα έτη και διαπιστωθούν διαφορές εισοδήματος και επιβληθεί ο οικείος φόρος στα εισοδήματα αυτά, δεδομένου ότι οι διαφορές αυτές δεν είχαν φορολογηθεί κατά: τα προηγούμενα έτη, αλλά φορολογήθηκαν κατά ή μετά το έτος που υποβάλλεται η οικεία δήλωση, δε λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της ανάλωσης κεφαλαίου προηγούμενων ετών.

Επίσης δεδομένου ότι δεν είναι δυνατή η ανάλωση μη πραγματικών εισο­δημάτων, τα τεκμαρτά εισοδήματα που απαλλάσσονται από το φόρο δε λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της ανάλωσης κεφαλαίου προηγού­μενων ετών,

ββ) Χρηματικά ποσά που δε θεωρούνται εισόδημα, εισπραχθέντα τα προηγούμενα έτη.

Χρηματικά ποσά που είχαν εισπραχθεί τα οποία δε θεωρούνται εισοδήματα κατά τις ισχύουσες διατάξεις.

γγ) Χρηματικά ποσά που εισπράχθηκαν λόγω διάθεσης περιουσιακών στοιχείων.

Χρηματικά ποσά που εισπράχθηκαν και τα οποία προέρχονται από την πώ­ληση ή την εκχώρηση περιουσιακών στοιχείων.

Τα ποσά αυτοί λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό του κεφαλαίου του έτους κατά το οποίο εισπράχθηκε το ποσό, ανεξάρτητα από το χρόνο που έγινε η διάθεση των περιουσιακών στοιχείων, π.χ. ή προκαταβολή που εισπράχθηκε στη χρήση 1983 για πώληση που γίνεται το 1989, (ως προς την κάλυψη τεκμηρίων οικον. έτους π.χ. 1991) θα ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του κεφαλαίου της χρήσης 1988. Επίσης αν είχε πωληθεί κατά τη χρήση 1987 ένα περιουσιακό στοιχείο, του οποίου το τίμημα θα καταβαλλόταν σε δόσεις, η δόση που εισπράχθηκε από τον πωλητή κατά ή χρήση 1988, (ως προς την κάλυψη του τεκμηρίου οικονομικού έτους π.χ. 1991) θα ληφθεί υπόψη για το σχηματισμό του κεφαλαίου της χρήσης 1988.

δδ) Εισαχθέν ελεύθερο συνάλλαγμα.

Εισαγωγή ελεύθερου συναλλάγματος, δηλαδή συναλλάγματος που δεν εκχω­ρείται υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος. Για να ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό κεφαλαίου προηγούμενου έτους αυτή η εισαγωγή συναλλάγματος πρέπει να προσκομισθούν σε πρωτότυπα οι μοναδικές βεβαιώσεις εισαγωγής συναλλάγματος της Τράπεζας ή των ΕΛ.ΤΑ. Μόνο εάν πρόκειται να μειωθεί ή να καλυφθεί η διαφορά τεκμαρτής δαπάνης που προέρχεται από αγορά αυτοκινήτου ή ακίνητου, έχουν ανάλογη εφαρμογή όσα προαναφέραμε στην περίπτωση δ΄ της παρούσας παραγράφου.

εε) Ποσά δανείων που εισπράχθηκαν.

Δάνεια τα οποία έχουν ληφθεί και αποδεικνύονται με έγγραφα στοιχεία που φέρουν βέβαιη χρονολογία.

Όσα προαναφέραμε στην περίπτωση ε΄ της παρούσας παραγράφου, έχουν ανάλογη εφαρμογή.

στστ) Δωρεές χρηματικών ποσών,

Δωρεά χρηματικών ποσών για την οποία έχει υποβληθεί δήλωση φόρου δω­ρεάς μέχρι τη λήξη της προθεσμίας για την επίδοση της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.

Δηλαδή, προκειμένου μισθωτός να καλύψει τεκμήριο οικονομικού έτους 1991 με δωρεά που έγινε σε αυτόν τη χρήση 1988, πρέπει για τη δωρεά αυτή να έχει υποβληθεί δήλωση φόρου δωρεάς μέχρι και τις 10 Μαρτίου 1989 (λήξη προθεσμίας για υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 1988 του μισθωτού).

ζζ) Οποιοδήποτε άλλο ποσό που αποδεδειγμένα εισπράχθηκε (π.χ. κέρδος από λαχείο, από γονική παροχή, κ.τ.λ.).

ΙΙ. ΑΦΑΙΡΕΤΙΚΑ

Για να κριθεί ποιο συνολικό ποσό θα αφαιρεθεί τελικά από το άθροισμα των ποσών που αναφέρθηκαν πιο πάνω (υπό την ένδειξη Ι, ΠΡΟΣΘΕΤΙΚΑ), θα συγκριθεί το άθροισμα των αφορολόγητων ποσών χωρίς δικαιολογητικά των παραγράφων 3, και 4 του άρθρου 8 και των δαπανών με δικαιολογητικά των παραγράφων 6, 7 και 11 του ίδιου άρθρου και του ποσού του αναλογούντος φόρου, προς τη συνολική ετήσια τεκμαρτή δαπάνη δια­βίωσης των παραγράφων 2 έως 4 του άρθρου 5.

Η παραπάνω σύγκριση θα γίνει σε οικογενειακό επίπεδο, και θα ληφθεί υπόψη το μεγαλύτερο ποσό που θα προκύψει. Στο μεγαλύτερο αυτό ποσό, κατά το μέρος που αφορά τον κάθε σύζυγο και τα πρόσωπα που τον βα­ρύνουν θα προστεθούν οι δαπάνες (του συζύγου αυτού και των προσώπων που τον βαρύνουν) που ορίζονται στην παράγραφο 5 αυτού του άρθρου (νέο άρθρο 5 Ν.Δ. 3323/1355) και το νέο αυτό άθροισμα θα είναι το ποσό που τελικά θα αφαιρεθεί.

Για τον υπολογισμό του κάθε ποσού που μπορεί να ληφθεί υπόψη αφαιρετικά για τον προσδιορισμό κεφαλαίου προηγούμενων ετών, σας παρέ­χουμε τις πιο κάτω οδηγίες:

α) οι δαπάνες της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 είναι οι εξής:

αα) Η τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης με βάση το ετήσιο τεκμαρτό ή καταβαλλόμενο μίσθωμα για δευτερεύουσα κατοικία πολλαπλασιαζόμενο με συντελεστή 2, όπως η δαπάνη αυτή ορίζεται! στην περίπτωση α΄ της πα­ραγράφου αυτής,

ββ) Η ετήσια τεκμαρτή δαπάνη που υπολογίζεται με βάση το ύψος των ετήσιων εξόδων συντήρησης και κυκλοφορίας επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης, με βάση τις διατάξεις της περίπτωσης β΄ της παρα­γράφου αυτής.

γγ) Η ετήσια τεκμαρτή δαπάνη με βάση τον κυβισμό δίτροχου ιδιωτικής χρήσης αυτοκινούμενου οχήματος, όπως η δαπάνη αυτή ειδικότερα καθορίζεται από τις διατάξεις της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου αυτής,

δδ) Η ετήσια δαπάνη που καταβάλλεται για οικιακούς βοηθούς, οδηγούς αυτοκινήτων, δασκάλους και λοιπό προσωπικό πολλαπλασιαζόμενη με συντελεστή 2, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην περίπτωση δ΄ της πα­ραγράφου αυτής,

εε) Η ετήσια τεκμαρτή δαπάνη σκαφών αναψυχής ιδιωτικής χρήσης κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην περίπτωση ε΄ της παραγράφου αυτής.

στστ) Η ετήσια δαπάνη για αεροσκάφη, ελικόπτερα και ανεμόπτερα φορολογουμένου και των προσώπων που τον βαρύνουν, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην περίπτωση στ΄ της παραγράφου αυτής.

ζζ) Η ετήσια δαπάνη του φορολογουμένου και των προσώπων που τον βαρύνουν για δωρεές χρηματικών ή όσων κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην περίπτωση΄ ζ΄ της παραγράφου αυτής.

Το συνολικό ποσό της ετήσιας, τεκμαρτής δαπάνης, με βάση τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν παραπάνω, προσαυξάνεται κατά τα ειδικότερα οριζό­μενα στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού, και αναμορφώνεται κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 (μαχητό της τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης), αλλά δεν επηρεάζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 6 αυτού του άρθρου (όπως αναφέρουμε και παρακάτω), ούτε από τις εξαιρέσεις των δαπανών που αναφέρονται στις κατ΄ ιδίαν περιπτώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 5 (π.χ. δαπάνη φορολογουμένου 66 ετών για μία οικιακή βοηθό).

β) Οι δαπάνες της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του ν.δ. 3323/1955 είναι η ετήσια δαπάνη, του φορολογουμένου για τα χρηματικά ποσά που πραγμα­τικά καταβάλλονται για τις αιτίες που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή και ειδικότερα τα χρηματικά, ποσά που καταβάλλονται για αγορά αυτοκι­νήτων, πλοίων αναψυχής και λοιπών σκαφών αναψυχής ,αεροσκαφών και κινητών πραγμάτων μεγάλης αξίας, με εξαίρεση όσα αποτελούν το αντικείμενο της εμπορικής δραστηριότητας, τα μηχανήματα και τα΄ αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης, και από 1.1.1993 και μετά τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται για τις αιτίες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της ίδιας παραγράφου.

γ) Τα αφορολόγητα ποσά χωρίς δικαιολογητικά των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955, όπως είναι γνωστό είναι:

αα) Τα προσωπικά αφορολόγητα ποσά της παραγράφου 3 του άρθρου 8 με βάση την οικογενειακή κατάσταση του φορολογουμένου ή της φορολογού­μενης, δηλαδή το προσωπικό αφορολόγητο ποσό του φορολογουμένου ή της φορολογούμενης, το αφορολόγητο ποσό για το σύζυγο ή, τη σύζυγο που δεν έχει φορολογούμενο εισόδημα, το αφορολόγητο ποσό για τα λοιπά πρόσωπα που βαρύνουν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955 το φορολογούμενο ή τη φορολογούμενη δηλαδή, τα τέκνα και καθένα από τα λοιπά πρόσωπα. Τα αφορολόγητα ποσά που αφορούν, τα κοινά τέκνα των συζύγων προστίθενται στο αφορολόγητο ποσό του πατέρα (βλ. σχετικές διατάξεις άρθρου 8 ν.δ. 3323/1955 όπως αντικαθίστανται με τις διατάξεις του άρθρου 2 του κοινοποιούμενου νόμου).

ββ) Τα προσωπικά αφορολόγητα ποσά της παραγράφου 4 του άρθρου 8, δηλαδή τα πρόσθετα αφορολόγητα ποσά λόγω αναπηρίας 67% και πάνω του φορολογουμένου ή της φορολογούμενης ή των προσώπων που τους βαρύνουν.

δ) Οι δαπάνες με δικαιολογητικά των παραγράφων 6, 7 και 11 του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955, όπως είναι γνωστό, είναι οι εξής:

αα) Οι δαπάνες της παραγράφου 6.

Δαπάνες για επισκευή και συντήρηση της κύριας και δευτερεύουσας, κατοικίας, για αγορά επίπλων, ορισμένων συσκευών και ειδών, και για επισκευή επίσης ορισμένων συσκευών και ειδών, που αναλυτικά ορίζονται στις περιπτώσεις α΄- ε΄ της παραγράφου αυτής, καθώς και τα ποσά της δαπάνης του ενοικίου που καταβάλλεται για την κύρια ή τη θερινή κατοικία ή διαμονή ή για την κατοικία που μισθώνουν για τα τέκνα τους που σπουδάζουν και τέλος τα ποσά της δαπάνης, που καταβάλλονται για ασφάλιστρα ζωής ή θανάτου, καθώς και τα ποσά που καταβάλλονται σε νηπιαγωγεία ή παιδικούς ή βρεφονηπιακούς σταθμούς κ.τ.λ., δηλαδή τα ποσά που καταβάλλονται για τις αιτίες που αναφέρονται στις περι­πτώσεις στ΄, θ΄ τη ζ παραγράφου 6, χωρίς βέβαια να περιορίζονται στα ποσοστά που αναφέρονται στις πιο πάνω περιπτώσεις. Το συνολικό ποσό όλων των παραπάνω δαπανών, χωρίς τον περιορισμό του στις 200.000 ή 300.000 δρχ. κ.τ.λ. που προβλέπεται από το προτελευταίο εδάφιο της παραγράφου 6, μερίζεται μεταξύ των συζύγων ανάλογα με το ύψος του φορολογούμενου εισοδήματος του καθενός, όπως το εισόδημα τους αυτό δηλώθηκε με την αρχική κοινή δήλωση του, προκειμένου να γίνουν οι σχετικοί υπολογισμοί για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου του κάθε συζύγου.

ββ) Οι δαπάνες της παραγράφου 7.

Οι δαπάνες της παραγράφου αυτής περιλαμβάνουν:

- Το συνολικό ποσό των εξόδων ιατρικής περίθαλψης που καταβάλλει ο φορολογούμενος για τον εαυτό του και τα πρόσωπα που τον βαρύνουν.

- Το συνολικό ετήσιο ποσό που λόγω διατροφής επιδικάζεται ή συμφω­νείται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καταβάλλεται στο σύζυγο ή στη σύζυγο ή τα ανήλικα τέκνα και το ποσό που επιδικάζεται και καταβάλλεται λόγω διατροφής στα ενήλικα τέκνα.

- Το συνολικό ποσό εισφορών που καταβάλλεται από το φορολογούμενο σε ταμεία ασφάλισης του.

- Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από το φορολογούμενο λόγω δωρεάς στα πρόσωπα που ορίζονται στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου αυτής (παραγράφου 7 άρθρου 8 ν.δ. 3323/1955). Εξυπακούεται ότι η αξία των ακινήτων που μεταβιβάζονται λόγω δωρεάς δε λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή της παρούσας, καθόσον τέτοια δωρεά δεν μειώνει την ταμειακή δυνατότητα του φορολογουμένου για σχηματισμό κεφαλαίου.

- Το ποσό των δεδουλευμένων τόκων που αναφέρονται στην περίπτωση ε ΄ και καταβάλλονται από το φορολογούμενο εφόσον τα σχετικά δάνεια ή χρέη ή προκαταβολές έχουν συναφθεί, χορηγηθεί ή δημιουργηθεί από τις 2 Ιανουαρίου 1989 και μετά.

Επίσης λαμβάνονται υπόψη οι δαπάνες για τους τόκους, που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 29 του κοινοποιούμενου νόμου.

- Τα έξοδα κηδείας του συζύγου ή της συζύγου και των προσώπων που συνοικούν με το φορολογούμενο και τον βαρύνουν.

Το ποσό της δαπάνης που καταβάλλεται από μισθωτό ή συνταξιούχο ως ετήσια συνδρομή ή ως δικαίωμα εγγραφής σε επαγγελματικούς συλλό­γους και επιμελητήρια, ανεξάρτητα από το εάν δικαιούται επίδομα βι­βλιοθήκης. Φυσικά εάν λαμβάνουν τέτοιο επίδομα, το επίδομα αυτό θα ληφθεί υπόψη και προσθετικά ως ποσό που αποδεδειγμένα εισπράχθηκε (βλέπετε υποπερίπτωση ζζ΄ προηγούμενης ένδειξης Ι. ΠΡΟΣΘΕΤΙΚΑ).

- Το ποσό της κράτησης που βαρύνει το μισθό ή τη σύνταξη των φορολογουμένων, καθώς και τα ποσά που καταθέτονται σε λογαριασμούς που έχουν ανοιχθεί σε τράπεζες κ.τ.λ. που διαθέτονται για την αρωγή πλημμυρο­παθών ή σεισμοπαθών, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην περίπτωση η της παραγράφου 7 του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955.

Διευκρινίζεται ότι για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου προηγουμένων ετών, το ποσό των δαπανών της παραγράφου 7 του άρθρου 8 λαμβάνεται πριν από τον περιορισμό που ορίζεται στις κατ΄ ιδίαν περιπτώσεις της παραγράφου αυτής για τον σχηματισμό των αφορολόγητων ποσών. Τούτο καθόσον ο νόμος στην παρούσα διάταξη αναφέρεται σε ποσά δαπανών και όχι σε αφορολόγητα ποσά, έτσι π.χ. εάν για έξοδα κηδείας του συζύγου καταβλήθηκαν 200.000 δρχ., θα ληφθεί υπόψη ολόκληρο το ποσό των 200.000 δρχ. και όχι μόνο 100.000 δρχ.

γγ) Οι δαπάνες της παραγράφου 11.

Οι δαπάνες της παραγράφου 11 του άρθρου 8 του ν.δ. 3323/1955 περιλαμ­βάνουν τα έξοδα ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης των προσώπων που βαρύνουν τον φορολογούμενο κατά το μέρος αυτών που δεν καλύπτεται από το εισόδημα τους.

ε) Το ποσό του αναλογούντος φόρου

Αναλογών φόρος είναι το ποσό που. προκύπτει με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 9 του ίδιου νομοθετήματος, δηλαδή του κύριου και συμπληρωματικού φόρου.

Στην περίπτωση μισθωτών, που το ποσό που παρακρατείται είναι μικρό­τερο κατά 10% του ποσού που αναλογεί, το ποσό που, τελικά, από την εκκαθάριση της ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, προκύπτει ότι ωφελείται ο φορολογούμενος λόγω της παρακράτησης του φόρου, μειώνει το πιο πάνω ποσό φόρου.

Επίσης, το ποσό της προκαταβολής του φόρου για το επόμενο έτος ή το ποσό που προκαταβλήθηκε το προηγούμενο οικονομικό έτος έναντι του φόρου που αναλογούσε κατά το τρέχον οικονομικό έτος, δεν επηρεάζουν (θετικά ή αρνητικά) το ποσό του αναλογούντος φόρου για την εφαρμογή της υπόψη διάταξης.

Τονίζεται ότι, όπως προκύπτει από τη σχετική διάταξη του νόμου, για τον προσδιορισμό των κεφαλαίων των προηγούμενων ετών, λαμβάνονται υπόψη αποκλειστικά και μόνο τα στοιχεία που ρητά αναφέρονται στα τρία τελευταία εδάφια της παραγράφου 8 αυτού του άρθρου.

Ο προσδιορισμός των κεφαλαίων των οικονομικών ετών 1988, και προηγουμένων, που δεν είναι δυνατόν να γίνει με τις παρούσες διατάξεις, θα γίνεται με βάση τις διατάξεις που προΐσχυσαν, δηλαδή με βάση τις διατάξεις του Ν. 820/1978.

Κάλυψη της τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης δεν μπορεί να γίνει με κεφάλαια που σχηματίσθηκαν πριν την προηγούμενη πενταετία

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 5, για την κά­λυψη ή περιορισμό της διαφοράς που προέρχεται από την τεκμαρτή δαπάνη των παραγράφων 2 έώς 4, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη κεφάλαιο που σχηματίστηκε πριν από την προηγούμενη πενταετία. Η διάταξη, αυτή ισχύει για την κάλυψη της υπόψη διαφοράς οικονομικού έτους 1989 και επομένων. Κατά συνέπεια, για την κάλυψη της υπόψη διαφοράς οικονομι­κού έτους 1989, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη κεφάλαια που σχηματί­σθηκαν στη χρήση 1982 και προηγούμενα.

Για την κάλυψη της διαφοράς της παραγράφου 7 αυτού του άρθρου με ανάλωση κεφαλαίου που αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα χρόνια, θα γίνουν οι εξής υπολογισμοί:

α) Εάν ο φορολογούμενος 6εν έχει πραγματοποιήσει κάποια δαπάνη της παραγράφου 5 αυτού του άρθρου, θα ληφθεί υπόψη μόνο η ανάλωση του κεφαλαίου των αμέσως πέντε προηγούμενων χρόνων.

β) Εάν ο φορολογούμενος έχει πραγματοποιήσει, μόνο δαπάνη της παρα­γράφου 5 αυτού του άρθρου, θα ληφθεί υπόψη και η ανάλωση του κεφαλαίου που σχηματίσθηκε και πριν την πενταετία.

γ) Εάν ο φορολογούμενος έχει, πραγματοποιήσει δαπάνη και της παρα­γράφου 2 και της παραγράφου 5 αυτού του άρθρου και η διαφορά της παραγράφου 7, όπως αυτή διαμορφώνεται ύστερα από την εφαρμογή των παραγράφων 3, 4, 6 και των περιπτώσεων α΄ έως και στ΄ της παραγράφου 8,·δεν καλύπτεται από την ανάλωση κεφαλαίου των πέντε αμέσως προη­γούμενων ετών, θα γίνουν οι εξής υπολογισμοί:

Θα εξετασθεί, σε οικογενειακό επίπεδο, εάν η τεκμαρτή δαπάνη της παραγράφου 2 αυτού του άρθρου, όπως η δαπάνη αυτή διαμορφώνεται ύστερα από την εφαρμογή των παραγράφων 3, 4 και των περιπτώσεων β΄ έως και δ΄ της παραγράφου 6 αυτού του άρθρου, είναι μικρότερη ή μεγαλύτερη του εισοδήματος που δηλώθηκε.

αα) Εάν είναι μικρότερη, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της παραγράφου θα ληφθεί υπόψη και η ανάλωση κεφαλαίων που σχηματίσθη­καν και πριν την πενταετία.

ββ) Εάν είναι μεγαλύτερη, τότε στην περίπτωση που το ποσό κατά το οποίο υπερβαίνει το υπόψη εισόδημα καλύπτεται από το άθροισμα των ποσών των περιπτώσεων α΄ έως και στ΄ της παραγράφου 8 αυτού του άρ­θρου και από την ανάλωση κεφαλαίου των πέντε αμέσως προηγούμενων ετών, θα ληφθεί υπόψη και η ανάλωση κεφαλαίων που σχηματίσθηκαν, και πριν την αμέσως προηγούμενη πενταετία.

Στην αντίθετη περίπτωση από το ποσό της διαφοράς μεταξύ της συνολι­κής τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης της παραγράφου.2 του άρθρου αυτού (όπως αυτή η δαπάνη διαμορφώνεται ύστερα από την εφαρμογή των παρα­γράφων 3, 4 και των περιπτώσεων β΄ έως και δ΄ της παραγράφου 6 αυτού του άρθρου) και του εισοδήματος που δηλώθηκε, αφαιρείται το άθροισμα των ποσών των περιπτώσεων α΄ έως και στ΄ της παραγράφου 8 αυτού του· άρθρου και του ποσού της ανάλωσης κεφαλαίου των αμέσως πέντε προη­γούμενων ετών.

Το ποσό που προκύπτει από την πιο πάνω αφαίρεση προστίθεται στο ποσό της θετικής διαφοράς που τυχόν προκύπτει μεταξύ της συνολικής δαπάνης της παραγράφου 5 και της ανάλωσης των κεφαλαίων που σχηματίσθη­καν πριν από την αμέσως προηγούμενη πενταετία και το άθροισμα θα προσαυξήσει, τα εισοδήματα που δηλώνονται από το φορολογούμενο ή προσδιορίζονται από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. κατά τις διατάξεις της παραγράφου 7.

Έτσι, για παράδειγμα, αν κατά το οικονομικό έτος 1998 κάποιος φορο­λογούμενος δηλώσει:

α) Εισόδημα

 

2.000.000 δρχ.

β) Τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης παραγράφου 2%

 

 

  αα) ενός σκάφους 8 μέτρων

500.000 δρχ.

 

  ββ) ενός ΕΪΧ αυτ/του 16 ίππων

2.000.000 δρχ.

 

  γγ) ενός ΕΙΧ αυτ/του 13 ίππων που έχει αγορασθεί την 1-7-1997

550.000 δρχ.

3.050.000 δρχ.

γ) Δαπάνη παραγράφου 5

 

 

  - Δαπάνη αγοράς αυτοκινήτου

 

1.500.000 δρχ.

δ) Ποσά των περιπτώσεων α΄- στ΄ παραγράφου 8

 

 

  - Χρηματικό ποσό που απέκτησε από την διάθεση περιουσιακού του στοιχείου (περιπτ. γ΄ παρ, 8)

 

355.000 δρχ.

ε) Ανάλωση κεφαλαίου που δημιουργήθηκε:

 

 

  αα) κατά τις χρήσεις 1992-1996 (οικ. έτη 1993-1997)

 

300.000 δρχ.

  ββ) κατά τις χρήσεις 1989-1991 (οικ. έτη 1990-1992)   400.000 δρχ.

Με βάση τα δεδομένα του υπόψη παραδείγματος προκύπτει ότι το εισόδημα που δήλωσε ο φορολογούμενος αυτός θα προσαυξηθεί κατά το ποσό των 1.800.000 δρχ.

Αυτό για τους εξής λόγους:

α) Ο φορολογούμενος, έχει πραγματοποιήσει δαπάνες των παραγράφου 2 και 5 του άρθρου 5.

β) Το ποσό της τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης ύστερα από την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 2, 3, 4 και των περιπτώσεων β΄ - δ΄ της παραγράφου 6 είναι 3.355.000 δρχ.

Τούτο καθόσον:

Σύνολο ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης (παραγράφου 2)

305.000 δρχ.

Προσαυξημένη κατά 10%. (παραγράφου 3)

3.050.000 δρχ.

Σύνολο

3.355.000 δρχ.

(Στο υπόψη παράδειγμα δεν υπάρχει περίπτωση της παραγράφου 4 και των περιπτώσεων β΄- δ΄ της παραγράφου 6).

γ) Συνολική δαπάνη άρθρου 5 (παρ. 2, 3, 4, 5 και περιπτ. β΄ έως και δ΄ παρ. 6).

Σύνολο ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης

3.355.000 δρχ.

 

Σύνολο δαπάνης παραγράφου 5

1.500.000 δρχ.

4.855.000 δρχ.

δ) Το ποσό της διαφοράς της παραγράφου 7 αυτού του άρθρου, όπως το ποσό της διαφοράς αυτής διαμορφώνεται ύστερα από την εφαρμογή των παραγράφων 3, 4 και των περιπτ. β΄ έως και δ΄ της παρ. 6 καθώς και των περιπτώσεων α΄ έως στ΄ της παραγράφου 8 αυτού του άρθρου δεν καλύπτεται (είναι μικρότερο,) από το ποσό της ανάλωσης κεφαλαίων που σχη­ματίσθηκαν κατά την αμέσως προηγούμενη πενταετία δηλαδή:

αα) Διαμόρφωση διαφοράς παραγράφου 7 σύμφωνα με τα παραπάνω στο ποσό των

2.500.000 δρχ

καθόσον:

 

Συνολική δαπάνη άρθρου 5 (παρ. 2, 3, 4, 5 και περ. β΄ έως και δ΄ παρ, 6)

4.855.000 δρχ

Μείον: εισόδημα που δηλώθηκε

- 2.000.000 δρχ

Αρχική διαφορά παραγράφου 7

2.855.000 δρχ

Μείον χρηματικό ποσό που αποκτήθηκε από διάθεση περιουσιακού στοιχείου (περίπτ. γ΄ παράγρ. 8)

-355.000 δρχ

Τελική διαφορά παραγράφου 7

2.500.000 δρχ

ββ) Ανάλωση κεφαλαίων που δημιουργήθηκαν κατά την αμέσως προηγούμενη πενταετία

300. 000 δρχ.

ε) Η συνολική τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης της παραγράφου 2, όπως αυτή διαμορφώθηκε, δηλαδή το ποσό των 3.355.000 δρχ., είναι μεγαλύτερη του εισοδήματος 2.000.000 δρχ. που δηλώθηκε.

στ) Το ποσό 1.355.000 δρχ. (κατά το οποίο η πιο πάνω συνολική τεκ­μαρτή δαπάνη διαβίωσης 3.355.000 δρχ., υπερβαίνει το εισόδημα 2.000.000 δρχ. που δηλώθηκε) είναι μεγαλύτερο από το ποσό των 655.000 δρχ. που είναι το άθροισμα των ποσών των περιπτώσεων α΄ έως και στ΄ της παραγράφου 8 (355.000 δρχ. ποσό χρημάτων που αποκτήθηκε από διά­θεση περιουσιακών στοιχείων) και του ποσού της ανάλωσης κεφαλαίων που δημιουργήθηκαν κατά την αμέσως προηγούμενη πενταετία (300.000 δρχ. ζ) Η διαφορά μεταξύ των πιο πάνω ποσών 1.355.000 - 655,000 δρχ. = 700.000 δρχ, προστίθεται στο ποσό του 1.100.000 δρχ., που είναι η θετική διαφορά μεταξύ της συνολικής δαπάνης της παραγράφου 5 και της ανάλωσης κεφαλαίων που σχηματίσθηκαν πριν από την αμέσως προηγούμενη πενταετία (1.500.000 - 400.000 = 1.100.000 δρχ.) και το άθροισμα τους 1.800.000 δρχ. (700.000 + 1.100.000) θα προσαυξήσει τα εισοδήματα (2.000.000 δρχ.) που δηλώνονται.

IX. Παράγραφος 9
Η ζημία του ίδιου οικονομικού έτους ή και των προηγουμένων δεν εκπίπτει ούτε μεταφέρεται

Με τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 5 ορίζεται ότι, στην περίπτωση προσδιορισμού του εισοδήματος με βάση την ετήσια δαπάνη αυτού, του άρθρου, η ζημιά του ίδιου οικονομικού έτους (εάν δηλαδή το συνολικό καθαρό εισόδημα του ίδιου έτους του φορολογουμένου, που προκύπτει από την εφαρμογή των δύο πρώτων εδαφίων της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν.δ. 3323/1955, είναι αρνητικό), καθώς και η ζημιά των προηγούμενων ετών, δεν εκπίπτει και ούτε μεταφέρεται για συμψη­φισμό στα επόμενα οικονομικά έτη.

Εάν κατά το κρίσιμο οικονομικό έτος, για ένα φορολογούμενο προέκυψε αρνητικό συνολικό καθαρό εισόδημα του έτους αυτού (π.χ..600.000 δρχ. ζημία για το σύζυγο που προέρχεται από ατομική επιχείρηση που τηρεί βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κ.Φ,,Σ. και750.000 δρχ. καθαρό εισόδημα για τη σύζυγο) και η συνολική ετήσια δαπάνη του άρθρου αυτού του φο­ρολογουμένου, της συζύγου του και των προσώπων που τους βαρύνουν, υπερβαίνει το 1.200.000 δρχ. (π.χ. 700.000 δρχ. δαπάνη του συζύγου και 750.000 δρχ. δαπάνη της συζύγου) τότε η ζημιά του συζύγου για τον οποίο υπολογίζεται δαπάνη του άρθρου αυτού, μηδενίζεται και ο ίδιος φορολογείται με βάση την συνολική του δαπάνη του άρθρου αυτού (δηλ. με τις 700.000 δρχ. στο υπόψη παράδειγμα).

Αντίθετα, αν η δαπάνη της συζύγου στο υπόψη παράδειγμα ήταν 450.000 δρχ. δηλαδή η συνολική οικογενειακή δαπάνη ήταν μικρότερη του 1.200.000 δρχ., η σύζυγος θα φορολογηθεί με βάση το πραγματικό της εισόδημα 750.000 δρχ. και ο σύζυγος θα μεταφέρει τη ζημία των 600.000 δρχ. στο επόμενο έτος.

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΣΥΖΥΓΩΝ

ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΩΝ παραγράφου 1 έως 9 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 5.

Αν και οι δύο σύζυγοι έχουν φορολογούμενο εισόδημα και τεκμαρτή δα­πάνη, η οποία συνολικά και για τους δύο συζύγους υπερβαίνει το ποσό του 1.200.000 δρχ. , στην περίπτωση που η συνολική δαπάνη του ενός συζύγου είναι μεγαλύτερη απ6 το εισόδημα που δηλώθηκε από· αυτόν και τα πρόσωπα που τον βαρύνουν, και η διαφορά που προκύπτει δεν καλύ­πτεται με τα ποσά της παραγράφου 8 του άρθρου 5 που δηλώνονται από τον ίδιο σύζυγο, τότε η διαφορά αυτή ή το υπόλοιπο αυτής μπορεί να καλυφθεί με τα ποσά της ίδιας παραγράφου 8 του άλλου συζύγου.

Όταν και στους δύο συζύγους απομένει ακάλυπτο ποσό, τότε για τον καθένα σύζυγο λαμβάνεται υπόψη η διαφορά που προκύπτει από τα τεκμήριά του.

Για καλύτερη κατανόηση σας παραθέτουμε τα πιο κάτω παραδείγματα:

Παράδειγμα 1ο

Ο σύζυγος και η σύζυγος του πραγματοποίησαν αντίστοιχα:

 

Ο σύζυγος

Η σύζυγος

Συνολικό Καθαρό εισόδημα ίδιου έτους

1.000.000

1.500.000

Δαπάνη άρθρου 5

1.400.000

2.000.000

Ποσά παραγράφου 8 άρθρου 5

920.000

 

Οι δύο σύζυγοι θα φορολογηθούν με βάση τα πραγματικά τους εισοδήματα, καθόσον αθροιστικά και για τους δύο συζύγους μαζί δεν προκύπτει διαφορά της παραγράφου 7 που να μην καλύπτεται από ποσά της παραγράφου 8.

Δηλαδή:

Συνολικό καθαρό εισόδημα και των δύο συζύγων 1.000.000 + 1.500.000 = = 2.500.000

Συνολική δαπάνη αρθρ. 5 και των δύο συζύγων μαζί 1.400.000 +2.000.000 = 3.400.000

Διαφορά παραγράφου 7 3.400.000 - 2.500.000 = 900.000.

Η διαφορά αυτή καλύπτεται από τα ποσά της παραγράφου 8 (920.000 δρχ. του συζύγου).

Παράδειγμα 2ο

Ο σύζυγος και η σύζυγος του πραγματοποίησαν αντίστοιχα:

 

Ο σύζυγος

Η σύζυγος

Συνολικό Καθαρό εισόδημα ίδιου έτους (ζημιά)

-1.000.000

1.800.000

Δαπάνη άρθρου 5

-

2.500.000

Ποσά παραγράφου 8 άρθρου 5

1.500.000

 

Ο σύζυγος θα μεταφέρει τη ζημιά (αν είναι ζημιά που κατά το άρθρο 4 του ν.δ. 3323/1955 μπορεί να μεταφερθεί) στο επόμενο οικονομικό έτος και η σύζυγος θα φορολογηθεί για εισόδημα 2.000.000 δρχ., καθόσον η διαφορά μεταξύ της δαπάνης της του άρθρου 5 και του συνολικού της καθαρού εισοδήματος (2.500.000 - 1.800.000) = 700.000 δρχ. θα μειωθεί κατά το ποσό που το άθροισμα των ποσών της παραγράφου 8 του συζύγου της υπερβαίνει το ποσό της ζημιάς του (1.500.000 - 1.000.000 =500.000). Δηλαδή 700.000 - 500.000 = 200.000 θετική διαφορά προστιθέμενης τεκ­μαρτής δαπάνης και κατά συνέπεια η σύζυγος θα φορολογηθεί για ποσό 1.800.000 (πραγματικό συνολικό καθαρό εισόδημα) + 200.000 (προστι­θέμενη διαφορά τεκμαρτής δαπάνης). = 2.000.000 δρχ.

Παράδειγμα 3ο

Ο σύζυγος και η σύζυγος του πραγματοποίησαν αντίστοιχα:

 

Ο σύζυγος

Η σύζυγος

Συνολικό Καθαρό εισόδημα ίδιου έτους

1.000.000

1.000.000

Μεταφερόμενη ζημιά προηγούμενου έτους

400.000

-

Δαπάνη άρθρου 5

900.000

1.900.000

Ποσά παραγράφου 8 άρθρου 5

800.000

-

Ο σύζυγος θα φορολογηθεί για πραγματικό συνολικό καθαρό εισόδημα 600.000 δρχ., καθόσον το ποσό της παραγράφου 8 (800.000 δρχ.) υπερκαλύπτει τη διαφορά των 300.000 δρχ. μεταξύ της συνολικής του δαπάνης του άρθρου 5 (900.000 δρχ.) και του συνολικού του καθαρού εισοδήματος 600.000 δρχ. (όπως αυτό διαμορφώνεται ύστερα από το συμψηφισμό της μεταφερόμενης ζημίας 1.000.000 - 400.000).

Η σύζυγος θα φορολογηθεί για 1.400.000 δρχ., καθόσον το ποσό της διαφοράς μεταξύ της συνολικής της δαπάνης του άρθρου 5 και του συνολικού της καθαρού εισοδήματος (1.900.000 - 1.000.000 = 900.000) μειώνεται κατά το ποσό των 500.000 δρχ. κατά το οποίο οι 800.000 δρχ. (ποσό παραγράφου 8) του συζύγου υπερβαίνουν την διαφορά των 300.000 δρχ. [900.000 - (1.000.000 - 400.000)] που προαναφέραμε στο προηγού­μενο εδάφιο, δηλ. 800.000 - 300.000 = 500.000 και κατά συνέπεια συνολικό καθαρό εισόδημα της συζύγου 1.000.000 συν προστιθέμενη διαφορά δαπάνης (900.000 - 500.000) = 1.400.000.

Χ. Παράγραφος 10.
Κυρώσεις για την ανακριβή αναγραφή στοιχείων σχετικά με τον με τον προσδιορισμό, περιορισμό, ή κάλυψη δαπάνης

Με τις διατάξεις της παραγράφου 10 ορίζεται όχι σε περίπτωση ανακριβούς αναγραφής των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της τεκμαρτής δαπάνης, ή για τον περιορισμό ή την κάλυψη αυτής, το ποσό της τεκμαρτής δαπάνης ή αυτό που αναφέρεται στον περιορισμό αυτής και αφορά το ανακριβές στοιχείο, προσαυξάνεται ή μειώνεται, κατά περίπτωση, κατά ποσοστό 50%,

Έτσι, αν για παράδειγμα ο φορολογούμενος δήλωσε ως δαπάνη για αγορά αυτοκινήτου 1.000.000 δρχ., ενώ το πραγματικό ποσό που δαπάνησε για αυτήν την αγορά είναι 1.800.000 δρχ., τότε ως ποσό δαπάνης αγοράς για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου θα ληφθεί υπόψη 2.700.000 δρχ. δηλαδή 1.800.000 + 1.800.000/2 = 1.800.000 + 900.000

Επίσης, αν ο φορολογούμενος δήλωσε, για να καλύψει τη διαφορά από τεκμαρτή δαπάνη του ότι εισέπραξε από την πώληση του αυτοκινήτου του δραχμές 1.400.000 ενώ στην πραγματικότητα είχε εισπράξει δραχμές 1.000.000, τότε για την εφαρμογή της παραγράφου 8 θα ληφθεί υπόψη ως τίμημα από την πώληση αυτού, του αυτοκινήτου ποσό δραχμών 500.000 δηλαδή το 50% της αξίας που πράγματι εισέπραξε.

XI. Παράγραφος 11
Επιβολή προστίμου άρθρου 73 στην περίπτωση μη αναγραφής ή ανακριβούς αναγραφής στοιχείων σχετικών με τις δαπάνες του παρόντος άρθρου ή με τον περιορισμό ή την κάλυψή τους.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 11 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι οι υπόχρεοι, που δεν αναγράφουν ή ανακριβώς αναφέρουν στη δήλωση τα στοιχεία τα σχετικά με τις δαπάνες απόκτησης περιουσιακών, στοιχείων και τον προσδιορισμό της ετήσιας συνολικής δαπάνης διαβίωσης, υπόκεινται σε πρόστιμο που ορίζεται στο άρθρο 73.

Το πρόστιμο αυτό επιβάλλεται ανεξάρτητα από τις κυρώσεις που προβλέπονται από την προηγούμενη παράγραφο.

ΧΙΙ. Παράγραφος 12
Εξουσιοδοτική διάταξη για έκδοση υπουργικής απόφασης σχετικά με τον καθορισμό των δικαιολογητικών, που απαιτούνται για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Τέλος, με τις διατάξεις της παραγράφου 12 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθορίζονται τα δικαιολογητικά που υποβάλ­λονται με τη δήλωση φόρου εισοδήματος και κάθε άλλη σχετική λεπτο­μέρεια, για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

Σε εφαρμογή αυτής της διάταξης εκδόθηκε η 1005428/26/0012 ΠΟΛ.1020/16.1.1989 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία καθορίσθηκαν τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την εφαρμογή της παραγράφου 8 αυτού του άρθρου.

787-788 Ανάλωση κεφαλαίου που ήδη φορολογήθηκε ή απαλλασσόταν από το φόρο έως το έτος 2013

787-788 Ανάλωση κεφαλαίου που ήδη φορολογήθηκε ή απαλλασσόταν από το φόρο
Γράφετε το ποσό εκείνο του κεφαλαίου που αποδεδειγμένα δηλώθηκε σε προηγούμενα έτη (συνεχόμενα), είχε φορολογηθεί ή νόμιμα είχε απαλλαγή από το φόρο και το οποίο ως περίσσευμα (αποταμιεύματα) αναλώθηκε,δηλαδή δαπανήθηκε στο έτος 2010.
Ο τρόπος σχηματισμού των κεφαλαίων προηγούμενων ετών προσδιορίζεται αναλυτικά από τις διατάξει της περίπτωσης ζ' της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Ν.2238/1994, όπως ίσχυαν κατά τα οικεία έτη. Για τα εισοδήματα ή ποσά που ήδη φορολογήθηκαν ή απαλλάχτηκαν από το φόρο νόμιμα, απαιτούνται βεβαιώσεις των επιχειρήσεων γενικά ή των αρμόδιων Υπηρεσιών από τις οποίες να προκύπτουν τα ποσά αυτά.
α) Προσδιορισμός ανάλωσης κεφαλαίου
Για τον υπολογισμό της ανάλωσης κεφαλαίου μπορεί να ληφθεί υπόψη κεφάλαιο που σχηματίσθηκε τα προηγούμενα έτη σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις που ίσχυαν σε κάθε περίπτωση.
Ο φορολογούμενος μπορεί να επικαλεσθεί κεφάλαιο προηγούμενων ετών χωίς περιορισμό, δηλαδή και πριν από δέκα και δεκαπέντε χρόνια, με τις εξής δύο προϋποθέσεις:
αα) Να έχει στοιχεία από τα οποία να προκύπτει το κεφάλαιο που επικαλείται για ανάλωση
ββ) Τα έτη να είναι συνεχόμενα, π.χ. ανάλωση κεφαλαίων από το οικονομικό έτος 2004 έως το 2010, και όχι επιλεκτικά, (π.χ. ανάλωση κεφαλαίου έτους 2005 και έτους 2008).
β) Προσδιορισμός ανάλωσης κεφαλαίου, από 1-1-2010, που αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγή από το φόρο.
Η περ. ζ' της παρ. 2 του άρθρου 19 του Κ.Φ.Ε. (που αναφέρεται στην ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών) αντικαταστάθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 3 του Ν.3842/2010 και ισχύει για εισοδήματα και δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1.1.2010 και μετά.
Ειδικότερα, για τον προσδιορισμό κάθε χρόνο, του κεφαλαίου που μπορεί να επικαλεστεί ο φορολογούμενος λαμβάνονται υπόψη:
Τα πραγματικά εισοδήματα που:
αα. έχουν υπαχθεί σε φορολογία με τις γενικές διατάξεις ή
ββ. σε αυτοτελή φορολογία με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης (π.χ. τόκοι καταθέσεων ή ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου) ή
γγ. νόμιμα έχουν απαλλαγεί της φορολογίας (π.χ. υπεραξία από την εξαγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων), καθώς και από τα
δδ. τα χρηματικά ποσά που δεν θεωρούνται εισόδημα:
• χρηματικά ποσά που προέρχονται από την διάθεση περιουσιακών στοιχείων,
• εισαγωγή συναλλάγματος μη υποχρεωτικά εκχωρητέου στην Τράπεζα ms Ελλάδος,
• δάνεια, δωρεά ή γονική παροχή χρηματικών ποσών για τα οποία η οικεία φορολογική δήλωση έχει
υποβληθεί μέχρι τη λήξη του έτους στο οποίο πραγματοποιήθηκε η σχετική δαπάνη
εε. οποιαδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχει εισπραχθεί π.χ. αποζημίωση αγροτικών ζημιών λόγω καταστροφής της καλλιέργειας (δεν υπάγονται οι επιχορηγήσεις που λαμβάνει ο φορολογούμενος λόγω υπαγωγής σε αναπτυξιακό νόμο για πραγματοποίηση επενδύσεων).
Από τα παραπάνω εισοδήματα εκπίπτουν οι δαπάνες που ο προσδιορισμός τους ορίζεται από τα άρθρα 16 (αντικειμενικές δαπάνες) και 17 (δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων), ανεξάρτητα από το αν απαλλάσσονται της εφαρμογής του τεκμηρίου.
Αρνητικά εισοδήματα (ζημία). Κατά ρητή διατύπωση του νόμου, τα αρνητικά εισοδήματα (ζημίες) πρέπει να συμψηφίζονται με τα θετικά και η αφαίρεση των δαπανών που προσδιορίζονται στα άρθρα 16 και 17 του ΚΦΕ θα γίνεται έστω και αν ο φορολογούμενος εξαιρείται από αυτά (π.χ. ανάπηρος για τη δαπάνη επιβατικού αυτοκινήτου, που απαλλάσσεται από τα τέλη κυκλοφορία, αγορά επιβατικού αυτοκινήτου Ι.Χ., ειδικά διασκευασμένου από πρόσωπο με κινητική αναπηρία άνω του 67%).
Όταν δεν υπάρχουν αντικειμενικές δαπάνες ή αυτές  είναι μικρότερες των 3.000 ευρώ ή των 5.000 ευρώ. Στην περίπτωση που δεν υπάρχουν δαπάνες του άρθρου 16 του ΚΦΕ ή αυτές που υπάρχουν είναι μικρότερες των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000), προκειμένου για άγαμο, διαζευγμένο ή χήρο και των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000), προκειμένου για συζύγους, κατά τον προσδιορισμό κεφαλαίου προηγούμενων ετών θα αφαιρούνται ποσά που θα προσδιορίζονται με βάση την κοινωνική, οικονομική και οικογενειακή κατάσταση των φορολογουμένων και τις αποδεδειγμένες δαπάνες διαβίωσης. Τα ποσά αυτά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερα των τριών χιλιάδων (3.000) και πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000) αντίστοιχα.
Κάθε ποσό που καταβλήθηκε για την απόκτηση των εσόδων τα μειώνει και το υπόλοιπο που προκύπτει είναι αυτό που περιορίζει ή καλύπτει τη συνολική ετήσια δαπάνη (π.χ. τα έσοδα από την πώληση μετοχών ή ακινήτων πρέπει να είναι μειωμένα με το κόστος αγοράς τους αν είχαν αγοραστεί, ή με το φόρο δωρεάς αν είχαν αποκτηθεί από δωρεά κ.ο.κ.). Εξαιρούνται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες το κόστος απόκτησης των εσόδων αυτών είχε ληφθεί υπόψη ως τεκμήριο κατά τον προσδιορισμό του εισοδήματος του έτους που καταβλήθηκε και ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου του έτους αυτού.
Παράδειγμα: αν ένας φορολογούμενος πουλάει τη χρήση 2010 ένα ακίνητο το οποίο είχε αγοράσει τη χρήση 2005 και επικαλείται το έσοδο από την πώληση του ακινήτου για την κάλυψη ή τον περιορισμό της συνολικής ετήσιας δαπάνης, θα πρέπει από το έσοδο τns πώλησης να αφαιρέσει το κόστος αγοράς  του ακινήτου, εκτός αν η αγορά του ακινήτου αποτέλεσε την χρήση 2005 που αγοράστηκε τεκμήριο και ο φορολογούμενος επικαλείται εκτός από το έσοδο της πώλησης και ανάλωση κεφαλαίου προηγουμένων ετών στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το έτος 2005.
γ)Προσδιορισμός ανάλωσης  κεφαλαίου για χρήσεις 2008 και 2009
Για τα οικονομικά έτη 2009,2010(χρήσεις 2008 και 2009), σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.4 του άρθρου 3 του Ν.3763/2009, οι δαπάνες των άρθρων 16(αντικειμενικές δαπάνες)κα 17(δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων)του Κ.Φ.Ε. που πραγματοποιούνται, θα αφαιρούνται κατά τον προσδιορισμό του κεφαλαίου κάθε έτους, μόνο εφόσον εμπίπτουν στις διατάξεις περί εφαρμογής τεκμηρίου και δεν απαλλάσσονται.
Παράδειγμα: Αν κατά τη χρήση 2008 και 2009 φυσικό πρόσωπο ήταν κύριος αυτοκινήτου που
απαλλάσσονταν του τεκμηρίου (π.χ. εργοστασιακή αξία μικρότερη των 50.000 ευρώ)
και κατά τη χρήση 2010 επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου των δύο προηγουμένων ετών, η τεκμαρτή δαπάνη του εν λόγω αυτοκινήτου δεν θα αφαιρεθεί, δεδομένου ότι απαλλάσσεται του τεκμηρίου.
Αν δεν υπάρχουν δαπάνες διαβίωσης του άρθρου 16 του Κ.Φ.Ε. ή αυτές είναι μικρότερες από 2.900 ευρώ, αφαιρείται ποσό τουλάχιστον 2.900 ευρώ.
Κάθε ποσό που καταβλήθηκε για την απόκτηση αυτών των εσόδων τα μειώνει, προκειμένου αυτά να ληφθούν υπόψη για την κάλυψη ή τον περιορισμό τns συνολικής ετήσιας δαπάνης, εκτός αν τα ποσά αυτά έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του εισοδήματος του έτους που καταβλήθηκαν και ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση Κεφαλαίου του έτους αυτού.
ί) Προσδιορισμός ανάλωσης κεφαλαίου για χρήσεις από 1-1-2005 έως και 31-12-2007
Για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου κάθε έτους, λαμβάνονται υπόψη:
α) τα πραγματικά εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί ή νόμιμα απαλλαγεί από το φόρο, τα οποία προκύπτουν από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών,
β) τα χρηματικά ποσά που δεν θεωρούνται εισόδημα:
-χρηματικά ποσά που προέρχονται από την διάθεση περιουσιακών στοιχείων,
-εισαγωγή συναλλάγματος μη υποχρεωτικά εκχωρητέου στην Τράπεζα της Ελλάδος,
-δάνεια, δωρεά ή γονική παροχή χρηματικών ποσών για τα οποία η οικεία φορολογική δήλωση έχει υποβληθεί μέχρι τη λήξη του έτους στο οποίο πραγματοποιήθηκε η σχετική δαπάνη και οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχει εισπραχθεί,
Από τα παραπάνω εισοδήματα εκπίπτουν οι δαπάνες που ο προσδιορισμός τους ορίζεται από τα άρθρα 16(αντικειμενικές δαπάνες) και 17 (δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων), ανεξάρτητα από το αν απαλλάσσονται της εφαρμογής του τεκμηρίου.
Παράδειγμα: Αν κατά τις χρήσεις 2005, 2006, 2007, 2008 και 2009 φυσικό πρόσωπο ήταν κύριος αυτοκινήτου που απαλλάσσονταν του τεκμηρίου (π.χ. εργοστασιακή αξία μικρότερη των 50,000 ευρώ) και κατά τη χρήση 2010 επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου των πέντε προηγουμένων ετών, για μεν τα οικονομικά έτη 2006, 2007, 2008 (χρήσεις 2005, 2006, 2007) η τεκμαρτή δαπάνη του εν λόγω αυτοκινήτου θα αφαιρεθεί, ανεξάρτητα από το ότι κατά τις χρήσεις αυτές δεν είχε εφαρμογή το τεκμήριο, για δε τα οικονομικά έτη 2009 και 2010 (χρήσεις 2008, 2009) δε θα αφαιρεθεί δεδομένου ότι απαλλάσσεται του τεκμηρίου.
Προσοχή
Από 1/1/2005 και μέχρι 31-12-2007 κατά τον προσδιορισμό του κεφαλαίου κάθε έτους και πιο συγκεκριμένα κατά την αφαίρεση των τεκμαρτών δαπανών διαβίωσης και απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, θα αφαιρούνται οι δαπάνες αυτές ανεξάρτητα από το αν απαλλάσσονται της εφαρμογής του τεκμηρίου.
ε) Προσδιορισμός ανάλωσης κεφαλαίου για χρήσεις  από 1-1-1992 έως και 31-12-2004
Για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου κάθε έτους, λαμβάνονται υπόψη:
αα) τα πραγματικά εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί ή νόμιμα απαλλαγεί από το φόρο, τα οποία προκύπτουν από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών,
ββ) τα χρηματικά ποσά που δεν θεωρούνται εισόδημα:
• χρηματικά ποσά που προέρχονται από την διάθεση περιουσιακών στοιχείων,
• εισαγωγή συναλλάγματος μη υποχρεωτικά εκχωρητέου στην Τράπεζα τns Ελλάδος,
• δάνεια, δωρεά ή γονική παροχή χρηματικών ποσών για τα οποία η οικεία φορολογική δήλωση έχει
υποβληθεί μέχρι τη λήξη του έτους στο οποίο πραγματοποιήθηκε η σχετική δαπάνη και
• οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχει εισπραχθεί,
Από τα παραπάνω εισοδήματα εκπίπτουν οι δαπάνες που ο προσδιορισμός τους ορίζεται από τα άρθρα 16(αντικειμενικές δαπάνες) και 17 (δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων), όπως ίσχυαν, ανεξάρτητα από το αν απαλλάσσονται της εφαρμογής του τεκμηρίου.
Στην περίπτωση που δεν υπάρχουν δαπάνες με βάση το άρθρο 16 ή αν το ποσό τους είναι μικρότερο από τις δύο χιλιάδες εννιακόσια (2.900) ευρώ, το ποσό που πρέπει να εκπεσθεί αντί αυτών προσδιορίζεται με βάση την κοινωνική, οικονομική και οικογενειακή κατάσταση των φορολογουμένων και των αποδειγμένων δαπανών διαβίωσης τους και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερο των δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) ευρώ.
Κάθε ποσό που καταβλήθηκε για την απόκτηση αυτών των εσόδων τα μειώνει, προκειμένου αυτά να ληφθούν υπόψη για την κάλυψη ή τον περιορισμό τns συνολικής ετήσιας δαπάνης, εκτός αν τα ποσά αυτά έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του εισοδήματος του έτους που καταβλήθηκαν και ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου του έτους αυτού.
στ) Προσδιορισμός Ανάλωσης Κεφαλαίου οικ. ετών 1992 και προηγουμένων
Για τον προσδιορισμό των κεφαλαίων των οικ. ετών 1992 και προηγούμενων, εφαρμόζονται οι διατάξει που ίσχυαν κατά τα οικεία οικ. έτη (ΠΟΛ. 1042/92).
Συνοπτικά:
αα. Προσδιορισμός κεφαλαίων μέχρι το οικ. έτος 1978
• Εισοδήματα που λαμβάνονται υπόψη
Λαμβάνονται υπόψη τα φορολογηθέντα και αφορολόγητα εισοδήματα, τα χρηματικά ποσά από διάθεση περιουσιακών στοιχείων κτλ.
β Αφαιρούνται
Οι δαπάνες διαβίωσης και τα ποσά που διέθεσε για αγορά περιουσιακών στοιχείων, για ασφάλιστρα ζωής, για πληρωμή φόρων κτλ. (εγκ. 7/22-1-1979)
• Υπόλοιπο
Το υπόλοιπο που απομένει αποτελεί το κεφάλαιο για ανάλωση,
ββ Προσδιορισμός κεφαλαίων από το οικ. έτος 1979 έως το οικ. έτος 1988
• Προσδιορίζεται αρχικά το δηλωθέν συνολικό καθαρό εισόδημα που προκύπτει από το συμψηφισμό θετικών και αρνητικών στοιχείων που υπόκεινται σε φορολογία ή απαλλάσσονται.
• Το κεφάλαιο προς  ανάλωση προκύπτει με την αφαίρεση των δαπανών που αναφέρονται στα άρθρα 11 και 12 του Ν 820/78 από το δηλωθέν συνολικό καθαρό εισόδημα.
γγ. Προσδιορισμός κεφαλαίων από το οικ. έτος 1989 έως και το οικ. έτος 1992.
Από τα δηλωθέντα εισοδήματα αφαιρούμε το αφορολόγητο της παρ 3, 4 του αρθ. 8 του Ν. 3323/55, τις δαπάνες τns παρ 6, 7, 11 και τον αναλογούντα φόρο ή το σύνολο των τεκμαρτών δαπανών των παρ. 2-4 του αρθ. 5 του Ν. 3323 όπως τροποποιήθηκε με το αρθ. 5 του Ν. 1828/89, αναλόγως ποιο είναι μεγαλύτερο (αν τo σύνολο των τεκμαρτών δαπανών είναι μεγαλύτερο τότε αφαιρούμε αυτό).
ζ) Κατάργηση αποταμιευμάτων που σχηματίσθηκαν με τη δήλωση (έντυπο Ε6 του οικ. έτος  1992)
Επισημαίνεται επίσης, ότι οι διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.2019/1992 με τις οποίες είχε θεσπισθεί η υποχρέωση υποβολής του εντύπου Ε6 (δήλωση κινητών περιουσιακών στοιχείων που είχατε στην κατοχή σας την 1.1.1991) το οποίο είχατε επισυνάψει στη δήλωση οικον. έτους 1992, δεν έχουν εφαρμογή για τα ποσά των πραγματικών και τεκμαρτών δαπανών που πραγματοποιείτε από 1.1.1994 και μετά.
Τα χρηματικά ποσά όμως που είχατε επικαλεσθεί από την ανάλωση ή πώληση των στοιχείων αυτών, κατά τα ποσά που λήφθηκαν υπόψη για μείωση τns προστιθέμενης διαφοράς τεκμηρίου οικον. ετών 1992 μέχρι και 1994, μειώνουν τα ποσά των κεφαλαίων των αντίστοιχων ετών, που μπορείτε να επικαλεσθείτε για τη μείωση του τεκμηρίου σας.
Προσοχή
Τα χρηματικά ποσά που γράφτηκαν σους κωδικούς 781-782 και 787-788, εφόσον προέρχονται από περιουσιακά στοιχεία που είχαν αποκτηθεί μετά την 1.1.1988 πρέπει να είναι μειωμένα με κάθε ποσό που είχε καταβληθεί για την απόκτηση τους εκτός εάν πρόκειται για ποσά που έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του κεφαλαίου του έτους που καταβλήθηκαν, την ανάλωση του οποίου ο φορολογούμενος επικαλείται με τη δήλωση του οικον. έτους 2010.
η) Κεφάλαιο προηγούμενων ετών από εισόδημα ανηλίκου που είχε φορολογηθεί στο όνομα του πατέρα
 Ο φορολογούμενος μπορεί να επικαλεσθεί ανάλωση του εισοδήματός του που απόκτησε όταν ήταν ανήλικος και φορολογήθηκε στο όνομα του γονέα του, για κάλυψη δαπάνης που έγινε μετά την ενηλικίωσή του, εκτός αν είχε γίνει επίκληση αυτού του εισοδήματος από το γονέα κατά το παρελθόν προς κάλυψη από αυτόν τεκμηρίου (ΠΟΛ. 1259/2-11-2000).
θ) Κάλυψη τεκμηρίου αγοράς, συζύγων με κεφάλαια προηγούμενων ετών, πριν την έναρξη τns έγγαμης συμβίωσής τους.
Κατά τα έτη στα οποία δεν είχε αρχίσει η έγγαμη συμβίωση και κάθε σύζυγος υπέβαλλε χωριστή δήλωση για τα δικά του εισοδήματα, τα εισοδήματα κάθε συζύγου μπορούν να καλύψουν ή να μειώσουν μόνο τη δική του ή τη δική τns, κατά περίπτωση προστιθέμενη διαφορά τεκμηρίων (ΠΟΛ. 1094/23-3-89).
ι) Κάλυψη προστιθέμενης διαφοράς τεκμηρίων με ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών μεταξύ συζύγων που είναι σε διάσταση.
Οι σύζυγοι που υποβάλλουν χωριστά δήλωση φόρου εισοδήματος λόγω διάστασης μπορούν σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κ.Φ.Ε. να επικαλεσθούν κεφάλαια προηγουμένων ετών για κάλυψη τεκμηρίου τους το οποίο θα προέρχεται μόνο από τα δικά τους εισοδήματα και όχι από το οικογενειακό εισόδημα που προέκυπτε κατά τη διάρκεια τns έγγαμης συμβίωσης (Σχετ. έγγραφο 1020051/389/Α0012/12-3-2002 και 1048601/935/Α0012/8-6-2005).
ια) Κάλυψη τεκμηρίου της εν ζωή συζύγου από εισοδήματα που δηλώθηκαν με κοινές φορολογικά δηλώσεις
Σε περίπτωση που η σύζυγος που υποβάλλει ξεχωριστή φορολογική δήλωση για τα δικά της εισοδήματα λόγω θανάτου του συζύγου της, επιθυμεί,να καλύψει στο μέλλον τεκμήριο αγοράς ακινήτου με ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών, μπορεί να επικαλεσθεί τα δικά της εισοδήματα και από τα εισοδήματα του συζύγου της μόνο αυτά που συμπεριλαμβάνονται στις κοινές τους δηλώσεις (Σχετ. εγγ.100180711/8-1-2003).
ιβ) Κάλυψη τεκμηρίου με ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών. Μη αναγνώριση ζημίας σε περίπτωση προσδιορισμού του εισοδήματος με βάση την ετήσια δαπάνη
Όταν ο προσδιορισμός του εισοδήματος  γίνεται με βάση την ετήσια δαπάνη του άρθρου 19 του Κ.Φ.Ε., η ζημία του ίδιου οικονομικού έτους ή και των προηγούμενων δεν εκπίπτει και ούτε μεταφέρεται για συμψηφισμό στα επόμενα οικονομικά έτη.
Σε περίπτωση που σε κάποια χρήση ο προσδιορισμός του εισοδήματος πραγματοποιηθεί με βάση τα τεκμήρια, η τυχόν προκύπτουσα ζημία στη χρήση αυτή δεν συμψηφίζεται με τα υπόλοιπα εισοδήματα ούτε μεταφέρετε σε επόμενες χρήσεις. Επομένως κατά την ανάλωση κεφαλαίου προηγουμένων ετών, η ζημία της χρήσης αυτής δε θα ληφθεί υπόψη. ,
Αν σε κάποιο από τα παρελθόντα έτη τα οποία ο φορολογούμενος επικαλείται προς ανάλωση κεφαλαίου υπάρχει ζημία από εμπορική επιχείρηση, η ζημία αυτή καταρχήν συμψηφίζεται με τα υπόλοιπα εισοδήματα του φορολογουμένου. Σε περίπτωση που το τελικό αποτέλεσμα μετά το συμψηφισμό παραμένει αρνητικό, κατά τον προσδιορισμό κεφαλαίου προηγούμενων ετών η τελική ζημία της χρήσης αυτής δε λαμβάνεται υπόψη αφαιρετικά αλλά για τη χρήση αυτή θεωρείται ότι δεν απομένει κεφάλαιο για ανάλωση (Σχετ. έγγραφο 1045929/856/Α0012/19-5-2005.
ιγ) Διαφορά φορολογικού ελέγχου
Σε περίπτωση φορολογικού ελέγχου προηγούμενων οικονομικών ετών, για τα οποία ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου, λαμβάνονται υπόψη τα οριστικά εισοδήματα του συμβιβασμού.
ιδ) Χωpis πρόστιμο η υποβολή συμπληρωματικής δήλωσης για εισοδήματα που απαλλάσσονται της φορολογίας ή φορολογούνται με ειδικό τρόπο ή δεν θεωρούνται εισόδημα.
Όταν ο φορολογούμενος υποβάλλει συμπληρωματική δήλωση και δηλώνει εισόδημα που φορολογείται με ειδικό τρόπο, ή απαλλάσσεται του φόρου, ή χρηματικά ποσά που δεν θεωρούνται εισόδημα, δεν επιβάλλεται σε βάρος του κανένα πρόστιμο (ΠΟΛ. 1317/2-12-1997).
ιε) Δικαιολογητικά για την ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών
Για την κάλυψη της  τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης και απόκτησης περιουσιακών στοιχείων με ανάλωση κεφαλαίου προηγουμένων ετών συνυποβάλλεται αναλυτά πίνακαςs με τα στοιχεία των εσόδων (εισοδήματα,δ ωρεές, κτλ.) και των ετήσιων δαπανών τεκμηρίων ή ποσού 2.900 ευρώ, ή 3.000 ευρώ ή 5.000 ευρώ, ως ελάχιστο ποσό δαπανών διαβίωσης αν δεν υπάρχουν δαπάνες (τεκμήρια ) διαβίωσης, του άρθρου 16 ανάλογα με το έτος που επικαλείται δηλωθέντα εισοδήματα προς ανάλωση με το ποσό του σχηματισθέντος κατ έτος κεφαλαίου που προορίζεται για κάλυψη τεκμηρίων.
ιστ) Προσθήκη της διαφοράς μεταξύ συνολικής ειήσιας δαπάνης και συνολικού δηλωθέντος εισοδήματος, στο συνολικό δηλωθέν εισόδημα.
Στην περίπτωση που τα πραγματικά, εισοδήματα που δηλώνονται από το σύζυγο, τη σύζυγο και τα μέλη της οικογενείας του που συνοικούν και τον βαρύνουν είναι μικρότερα από τα τεκμαρτά εισοδήματα, τότε η διαφορά προσαυξάνει τα εισοδήματα που δηλώνονται από τον φορολογούμενο ή τη σύζυγο του κατά περίπτωση, από εμπορικές επιχειρήσεις (εισόδημα Δ' πηγής) ή ελευθέρια επαγγέλματα (εισόδημα Ζ' πηγής). Αν δεν δηλώνονται εισοδήματα από τις πηγές αυτές, τότε ολόκληρη η διαφορά θεωρείται ως εισόδημα της παραγράφου 3 του άρθρου 48 του Ν. 2238/94 (εισοδήματα που δεν μπορούν να υπαχθούν σε άλλη πηγή), το οποίο φορολογείται
στο όνομα του φορολογουμένου ή της συζύγου του, ανάλογα σε βάρος ποιου προκύπτει η διαφορά.
ιζ) Βήματα που ακολουθούμε για τον υπολογισμό της διαφοράς μεταξύ πραγματικών εισοδημάτων και τεκμηρίων.
αα. Βρίσκουμε το συνολικό καθαρό οικογενειακό εισόδημα
Αθροίζουμε τα επιμέρους καθαρά εισοδήματα, όπως δηλώθηκαν στον πίνακα 4, τα οποία φορολογούνται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις περί φορολογίας εισοδήματος με συμψηφισμό θετικών και αρνητικών στοιχείων. Κατά την άθροιση αυτή δεν λαμβάνονται υπόψη εισοδήματα που δηλώθηκαν στον πίνακα 6, τα οποία απαλλάσσονται από το φόρο ή φορολογούνται αυτοτελώς με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης.
ββ. Βρίσκουμε το συνολικό οικογενειακό τεκμαρτό εισόδημα
Αθροίζουμε τα επιμέρους τεκμήρια διαβίωσης και απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, όπως δηλώθηκαν στον πίνακα 5.
γγ. Βρίσκουμε τη διαφορά μεταξύ πραγματικού και τεκμαρτού εισοδήματος
δδ. Βρίσκουμε τα εισοδήματα που καλύπτουν ή περιορίζουν τη διαφορά
Αθροίζουμε τα εισοδήματα που δηλώθηκαν στον πίνακα 6 της δήλωσης όπως απαλλασσόμενα, φορολογούμενα με ειδικό τρόπο κ.λ.π., καθαρά ποσά που προέρχονται από πώληση περιουσιακών στοιχείων, δάνεια, δωρεές, γονικές παροχές συνάλλαγμα κ.λπ., ανάλωση κεφαλαίου. Αν τα εισοδήματα αυτά είναι μεγαλύτερα από τη διαφορά του τεκμηρίου, τότε καλύπτουν τη διαφορά και συνεπώς δεν προστίθεται στο πραγματικό εισόδημα κανένα ποσό.
Αν όμως είναι μικρότερα από τη διαφορά του τεκμηρίου, τότε η τελική διαφορά που απέμεινε ακάλυπτη προστίθεται στο φορολογητέο εισόδημα.
Παράδειγμα: Φορολογούμενος που ασκεί ατομική εμπορική επιχείρηση στη χρήση 2010 δηλώνει καθαρά κέρδη 40.000 ευρώ, καθαρό εισόδημα από την εκμίσθωση ακινήτου 10.000 ευρώ (μετά τις αποσβέσεις και εκπτώσεις δαπανών), ήτοι συνολικό καθαρό εισόδημα 50.000 ευρώ (40.000 +10.000). Επίσης, στην ίδια χρήση έχει αντικειμενική δαπάνη από Ε.Ι.Χ. 20.000 και από αγορά καταστήματος 100.000, ήτοι συνολική δαπάνη 120.000 ευρώ (20.000 + 100.000).
Σύγκριση μεταξύ πραγματικών εισοδημάτων και αντικειμενικών δαπανών
Συνολικά δηλωθέντα πραγματικά εισοδήματα = 50.000
Σύνολο αντικειμενικής δαπάνης = 120.000
Διαφορά 70.000
Αν ο φορολογούμενος δεν μπορεί να δικαιολογήσει τα χρηματικά ποσά για τη συνολική αντικειμενική δαπάνη(διαβίωσης και απόκτησης περιουσιακών στοιχείων), τότε η διαφορά των 70.000 ευρώ θα προστεθεί στο εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις και ο φορολογούμενος θα φορολογηθεί για εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις 110.000 ευρώ (40.000 + 70.000) πλέον το εισόδημα από ακίνητα 10.000 ευρώ, ήτοι συνολικό φορολογητέο εισόδημα 120.000 ευρώ (110.000+10.000).
ιη) Η διαφορά που προκύπτει μεταξύ της συνολικής ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης και του συνολικού εισοδήματος που δηλώθηκε του ενός συζύγου μπορεί να καλυφθεί από το εισόδημα του άλλου συζύγου
Στην περίπτωση που η αντικειμενική δαπάνη που δηλώθηκε από τον ένα σύζυγο είναι μεγαλύτερη από το εισόδημα που δηλώθηκε από τον ίδιο και τα πρόσωπα που τον βαρύνουν και η διαφορά που προκύπτει δεν καλύπτεται από λοιπά εισοδήματα που δηλώθηκαν από τον ίδιο στον πίνακα 6 της δήλωσης, τότε η διαφορά μπορεί να καλυφθεί με εισοδήματα του άλλου συζύγου

Συχνές Ερωτήσεις - Απαντήσεις

Πως μπορεί να καλυφθούν τα τεκμήρια διαβίωσης;

Ισχύουν οι άτυπες δωρεές για τη κάλυψη τεκμηρίων;

Προκειμένου να καλύψει κάποιος το τεκμήριο με ανάλωση κεφαλαίου προηγουμένων ετών, πόσες δηλώσεις μπορεί να επικαλεστεί.

Ποιά αξία λαμβάνεται υπόψη ως αξία πώλησης ακινήτου για τη κάλυψη της διαφοράς τεκμηρίου.

Στη περίπτωση που οι σύζυγοι ευρίσκονται σε διάσταση ή έχουν διαζύγιο για τη κάλυψη του τεκμηρίου τους με ανάλωση κεφαλαίου προηγουμένων ετών μπορούν να ανατρέξουν και στα έτη της έγγαμης συμβίωσης;

Πως μπορεί να καλυφθούν τα τεκμήρια διαβίωσης;

    Το τεκμήριο δηλαδή η διαφορά μεταξύ του πραγματικού εισοδήματος και της τεκμαρτής δαπάνης μηδενίζεται ή περιορίζεται με:

α) Πραγματικά εισοδήματα του ιδίου του φορολογουμένου της συζύγου του ή των προσώπων που συνοικούν και τον βαρύνουν τα οποία απαλλάσσονται από τον φόρο ή φορολογούνται κατά ειδικό τρόπο ή δεν θεωρούνται εισόδημα.

β) χρηματικά ποσά που προέρχονται από εκποίηση περιουσιακών στοιχείων.

γ) εισαγωγή συναλλάγματος που δεν εκχωρείται υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος με την επιφύλαξη των ειδικότερων προϋποθέσεων που ορίζει ο νόμος για τη αναγνώριση του.

δ) Δάνεια τα  οποία έχουν ληφθεί και αποδεικνύονται με έγγραφα στοιχεία που φέρουν βέβαιη ημερομηνία.

Ειδικά τα δάνεια που επικαλείται ο φορολογούμενος προκειμένου να καλύψει δαπάνη για απόκτηση περιουσιακού στοιχείου πρέπει να έχουν ληφθεί πριν τη πραγματοποίηση της σχετικής δαπάνης.

ε) Δωρεές ή γονικές παροχές εφόσον η σχετική δήλωση για αυτές έχει υποβληθεί μέχρι τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκε η δαπάνη.

στ) Ανάλωση κεφαλαίου που αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμενα έτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο.

Απαραίτητη προϋπόθεση  για την αναγνώριση των ποσών αυτών είναι να αναγράφονται στις δηλώσεις και να αποδεικνύονται από νόμιμα έγραφα.

Ισχύουν οι άτυπες δωρεές για τη κάλυψη τεκμηρίων;

     Οι  πραγματικές δωρεές και γονικές παροχές καλύπτουν τη διαφορά πραγματικού εισοδήματος και τεκμαρτής δαπάνης, εφόσον η σχετική δήλωση δωρεάς ή γονικής παροχής, υποβληθεί μέχρι τέλους του έτους που έγινε η δαπάνη. Αυτονόητο είναι, ότι ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ.  εξετάζει εάν η δωρεά είναι πραγματική. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η δωρεά είναι εικονική δεν λαμβάνεται υπόψη.

Προκειμένου να καλύψει κάποιος το τεκμήριο με ανάλωση κεφαλαίου προηγουμένων ετών, πόσες δηλώσεις μπορεί να επικαλεστεί.

    Ο φορολογούμενος έχει το δικαίωμα να ανατρέξει σε όσα έτη επιθυμεί και να επικαλεστεί εισοδήματα που φορολογήθηκαν ή απαλλάσσονται του φόρου. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να προκύπτουν από το εκκαθαριστικό σημείωμα τα στοιχεία αυτά και η δυνατότητα διασταύρωσής τους με τα στοιχεία που τηρούνται στη Δ.Ο.Υ..

Ποιά αξία λαμβάνεται υπόψη ως αξία πώλησης ακινήτου για τη κάλυψη της διαφοράς τεκμηρίου.

    Ως τίμημα πώλησης λαμβάνεται εκείνη που αναγράφεται στο συμβόλαιο πώλησης ανεξάρτητα αν η αξία είναι μεγαλύτερη της αντικειμενικής.

Στη περίπτωση που οι σύζυγοι ευρίσκονται σε διάσταση ή έχουν διαζύγιο για τη κάλυψη του τεκμηρίου τους με ανάλωση κεφαλαίου προηγουμένων ετών μπορούν να ανατρέξουν και στα έτη της έγγαμης συμβίωσης;

    Κατά τη διάρκεια του γάμου για τη κάλυψη των τεκμηρίων λαμβάνεται υπόψη το συνολικό οικογενειακό  εισόδημα. Μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης καθένας από τους συζύγους έχει το δικαίωμα να επικαλεστεί από τις κοινές δηλώσεις που είχαν υποβληθεί κατά το διάστημα αυτό μόνο τα δικά του εισοδήματα.

Υπολογισμός Ετήσιας Αντικειμενικής Δαπάνης Διαβίωσης (Τεκμήρια)

Υπολογισμός Ετήσιας Αντικειμενικής Δαπάνης Διαβίωσης Τεκμήρια έτους 2013 (οικ.έτος 2014) Πατήστε εδώ...

 

Υπολογισμός Ετήσιας Αντικειμενικής Δαπάνης Διαβίωσης Τεκμήρια έτους 2012 (οικ.έτος 2013) Πατήστε εδώ...

 

Υπολογισμός Ετήσιας Αντικειμενικής Δαπάνης Διαβίωσης Τεκμήρια έτους 2011 (οικ.έτος 2012) Πατήστε εδώ...

ΠΙΝΑΚΕΣ ΕΤΗΣΙΑΣ ΤΕΚΜΑΡΤΗΣ ΔΑΠΑΝΗΣ OIKON. ΕΤΟΥΣ 2005 ΕΩΣ 2010

ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΤΗΣΙΑΣ ΤΕΚΜΑΡΤΗΣ ΔΑΠΑΝΗΣ OIKONΟΜΙΚΟΥ ΕΤΟΥΣ 2010

 

ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΥΣ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΙΜΟΥΣ ΙΠΠΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΤΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ Ε.Ι.Χ. ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΚΤΛ.

Φορ/μοι ίπποι

Μέχρι και 5 έτη
(2005-2009)

Πάνω από 5 έτη μέχρι και 10 έτη
Μείωση 15%
(2000-2004)

Πάνω από 10 μέχρι και 15 έτη
Μείωση 25%
(1995-1999)

Πάνω από 15 έτη (πριν από το 1995) β) Προέλευση από Ο.Δ.Δ.Υ. γ) για Ε.Ι.Χ. αυτ/το ειδικά διασκευασμένο για τη χρησιμοποίηση (οδήγησή) του ή για τη μεταφορά με αυτό αναπήρων με αναπηρία 67% και πάνω
Μείωση 40%

Σε περίπτωση κυριότητας ΕΙΧ αυτ/του πάνω από 10 έτη από συνταξιούχο ηλικίας πάνω από 60 ετών που αποκτά εισοδήματα αποκλειστικά από συντάξεις ή και από ιδιοκατοίκηση κύριας και δευτερεύουσας κατοικίας β) Η δαπάνη με βάση το επιβατικό αυτοκίνητο ΙΧ που έχει εκτελωνιστεί τα έτη 2005 ή 2006 με μειωμένους δασμούς λόγω μετοικεσίας του Ιδιοκτήτη
Μείωση 50%

Ε.Ι.Χ. Αντίκες εφόσον έχουν παρέλθει πάνω από 30 έτη (πριν από το 1979) από το έτος κατασκευής τους και διαθέτουν πιστοποιητικό αυθεντικότητας
Μείωση 60%

Μέχρι 7

4.800

4.080

3.600

2.880

2.400

1.920

8

6.100

5.185

4.575

3.660

3.050

2.440

9

8.000

6.800

6.000

4.800

4.000

3.200

10

9.900

8.415

7.425

5.940

4.950

3.960

11

11.800

10.030

8.850

7.080

5.900

4.720

12

14.200

12.070

10.650

8.520

7.100

5.680

13

16.700

14.195

12.525

10.020

8.350

6.680

14

20.500

17.425

15.375

12.300

10.250

8.200

15

26.500

22.525

19.875

15.900

13.250

10.600

16

33.600

28.560

25.200

20.160

16.800

13.440

17

41.300

35.105

30.975

24.780

20.650

16.520

18

49.500

42.075

37.125

29.700

24.750

19.800

19

57.800

49.130

43.350

34.680

28.900

23.120

20

66.600

56.610

49.950

39.960

33.300

26.640

21

75.700

64.345

56.775

45.420

37.850

30.280

22-23

85.300

72.505

63.975

51.180

42.650

34.120

24-25

95.900

81.515

71.925

57.540

47.950

38.360

26-27

107.900

91.715

80.925

64.740

53.950

43.160

28 και πάνω

112.900

95.965

84.675

67.740

56.450

45.160

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΤΗΣΙΑΣ ΤΕΚΜΑΡΤΗΣ ΔΑΠΑΝΗΣ OIKONΟΜΙΚΟΥ ΕΤΟΥΣ 2009

 

ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΥΣ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΙΜΟΥΣ ΙΠΠΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΤΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ Ε.Ι.Χ. ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΚΤΛ.

Φορ/μοι ίπποι

Μέχρι και 5 έτη
(2004-2008)

Πάνω από 5 έτη μέχρι και 10 έτη
Μείωση 15%
(1999-2003)

Πάνω από 10 μέχρι και 15 έτη
Μείωση 25%
(1994-1998)

Πάνω από 15 έτη (πριν από το 1994) β) Προέλευση από Ο.Δ.Δ.Υ. γ) για Ε.Ι.Χ. αυτ/το ειδικά διασκευασμένο για τη χρησιμοποίηση (οδήγησή) του ή για τη μεταφορά με αυτό αναπήρων με αναπηρία 67% και πάνω
Μείωση 40%

Σε περίπτωση κυριότητας ΕΙΧ αυτ/του πάνω από 10 έτη από συνταξιούχο ηλικίας πάνω από 60 ετών που αποκτά εισοδήματα αποκλειστικά από συντάξεις ή και από ιδιοκατοίκηση κύριας και δευτερεύουσας κατοικίας β) Η δαπάνη με βάση το επιβατικό αυτοκίνητο ΙΧ που έχει εκτελωνιστεί τα έτη 2004 ή 2005 με μειωμένους δασμούς λόγω μετοικεσίας του Ιδιοκτήτη
Μείωση 50%

Ε.Ι.Χ. Αντίκες εφόσον έχουν παρέλθει πάνω από 30 έτη (πριν από το 1978) από το έτος κατασκευής τους και διαθέτουν πιστοποιητικό αυθεντικότητας
Μείωση 60%

Μέχρι 7

4.800

4.080

3.600

2.880

2.400

1.920

8

6.100

5.185

4.575

3.660

3.050

2.440

9

8.000

6.800

6.000

4.800

4.000

3.200

10

9.900

8.415

7.425

5.940

4.950

3.960

11

11.800

10.030

8.850

7.080

5.900

4.720

12

14.200

12.070

10.650

8.520

7.100

5.680

13

16.700

14.195

12.525

10.020

8.350

6.680

14

20.500

17.425

15.375

12.300

10.250

8.200

15

26.500

22.525

19.875

15.900

13.250

10.600

16

33.600

28.560

25.200

20.160

16.800

13.440

17

41.300

35.105

30.975

24.780

20.650

16.520

18

49.500

42.075

37.125

29.700

24.750

19.800

19

57.800

49.130

43.350

34.680

28.900

23.120

20

66.600

56.610

49.950

39.960

33.300

26.640

21

75.700

64.345

56.775

45.420

37.850

30.280

22-23

85.300

72.505

63.975

51.180

42.650

34.120

24-25

95.900

81.515

71.925

57.540

47.950

38.360

26-27

107.900

91.715

80.925

64.740

53.950

43.160

28 και πάνω

112.900

95.965

84.675

67.740

56.450

45.160

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΤΗΣΙΑΣ ΤΕΚΜΑΡΤΗΣ ΔΑΠΑΝΗΣ OIKONΟΜΙΚΟΥ ΕΤΟΥΣ 2008

 

ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΥΣ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΙΜΟΥΣ ΙΠΠΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΤΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ Ε.Ι.Χ. ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΚΤΛ.

Φορ/μοι ίπποι

Μέχρι και 5 έτη
(2003-2007)

Πάνω από 5 έτη μέχρι και 10 έτη
Μείωση 15%
(1998-2002)

Πάνω από 10 μέχρι και 15 έτη
Μείωση 25%
(1993-1997)

Πάνω από 15 έτη (πριν από το 1993) β) Προέλευση από Ο.Δ.Δ.Υ. γ) για Ε.Ι.Χ. αυτ/το ειδικά διασκευασμένο για τη χρησιμοποίηση (οδήγησή) του ή για τη μεταφορά με αυτό αναπήρων με αναπηρία 67% και πάνω
Μείωση 40%

Σε περίπτωση κυριότητας ΕΙΧ αυτ/του πάνω από 10 έτη από συνταξιούχο ηλικίας πάνω από 60 ετών που αποκτά εισοδήματα αποκλειστικά από συντάξεις ή και από ιδιοκατοίκηση κύριας και δευτερεύουσας κατοικίας β) Η δαπάνη με βάση το επιβατικό αυτοκίνητο ΙΧ που έχει εκτελωνιστεί τα έτη 2003 ή 2004 με μειωμένους δασμούς λόγω μετοικεσίας του Ιδιοκτήτη
Μείωση 50%

Ε.Ι.Χ. Αντίκες εφόσον έχουν παρέλθει πάνω από 30 έτη (πριν από το 1977) από το έτος κατασκευής τους και διαθέτουν πιστοποιητικό αυθεντικότητας
Μείωση 60%

Μέχρι 7

4.800

4.080

3.600

2.880

2.400

1.920

8

6.100

5.185

4.575

3.660

3.050

2.440

9

8.000

6.800

6.000

4.800

4.000

3.200

10

9.900

8.415

7.425

5.940

4.950

3.960

11

11.800

10.030

8.850

7.080

5.900

4.720

12

14.200

12.070

10.650

8.520

7.100

5.680

13

16.700

14.195

12.525

10.020

8.350

6.680

14

20.500

17.425

15.375

12.300

10.250

8.200

15

26.500

22.525

19.875

15.900

13.250

10.600

16

33.600

28.560

25.200

20.160

16.800

13.440

17

41.300

35.105

30.975

24.780

20.650

16.520

18

49.500

42.075

37.125

29.700

24.750

19.800

19

57.800

49.130

43.350

34.680

28.900

23.120

20

66.600

56.610

49.950

39.960

33.300

26.640

21

75.700

64.345

56.775

45.420

37.850

30.280

22-23

85.300

72.505

63.975

51.180

42.650

34.120

24-25

95.900

81.515

71.925

57.540

47.950

38.360

26-27

107.900

91.715

80.925

64.740

53.950

43.160

28 και πάνω

112.900

95.965

84.675

67.740

56.450

45.160

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΤΗΣΙΑΣ ΤΕΚΜΑΡΤΗΣ ΔΑΠΑΝΗΣ OIKONΟΜΙΚΟΥ ΕΤΟΥΣ 2007

 

ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΥΣ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΙΜΟΥΣ ΙΠΠΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΤΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ Ε.Ι.Χ. ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΚΤΛ.

Φορ/μοι ίπποι

Μέχρι και 5 έτη
(2002-2006)

Πάνω από 5 έτη μέχρι και 10 έτη
Μείωση 15%
(1997-2001)

Πάνω από 10 μέχρι και 15 έτη
Μείωση 25%
(1992-1996)

Πάνω από 15 έτη (πριν από το 1992) β) Προέλευση από Ο.Δ.Δ.Υ. γ) για Ε.Ι.Χ. αυτ/το ειδικά διασκευασμένο για τη χρησιμοποίηση (οδήγησή) του ή για τη μεταφορά με αυτό αναπήρων με αναπηρία 67% και πάνω
Μείωση 40%

Σε περίπτωση κυριότητας ΕΙΧ αυτ/του πάνω από 10 έτη από συνταξιούχο ηλικίας πάνω από 60 ετών που αποκτά εισοδήματα αποκλειστικά από συντάξεις ή και από ιδιοκατοίκηση κύριας και δευτερεύουσας κατοικίας β) Η δαπάνη με βάση το επιβατικό αυτοκίνητο ΙΧ που έχει εκτελωνιστεί τα έτη 2002 ή 2003με μειωμένους δασμούς λόγω μετοικεσίας του Ιδιοκτήτη
Μείωση 50%

Ε.Ι.Χ. Αντίκες εφόσον έχουν παρέλθει πάνω από 30 έτη (πριν από το 1976) από το έτος κατασκευής τους και διαθέτουν πιστοποιητικό αυθεντικότητας
Μείωση 60%

Μέχρι 7

4.800

4.080

3.600

2.880

2.400

1.920

8

6.100

5.185

4.575

3.660

3.050

2.440

9

8.000

6.800

6.000

4.800

4.000

3.200

10

9.900

8.415

7.425

5.940

4.950

3.960

11

11.800

10.030

8.850

7.080

5.900

4.720

12

14.200

12.070

10.650

8.520

7.100

5.680

13

16.700

14.195

12.525

10.020

8.350

6.680

14

20.500

17.425

15.375

12.300

10.250

8.200

15

26.500

22.525

19.875

15.900

13.250

10.600

16

33.600

28.560

25.200

20.160

16.800

13.440

17

41.300

35.105

30.975

24.780

20.650

16.520

18

49.500

42.075

37.125

29.700

24.750

19.800

19

57.800

49.130

43.350

34.680

28.900

23.120

20

66.600

56.610

49.950

39.960

33.300

26.640

21

75.700

64.345

56.775

45.420

37.850

30.280

22-23

85.300

72.505

63.975

51.180

42.650

34.120

24-25

95.900

81.515

71.925

57.540

47.950

38.360

26-27

107.900

91.715

80.925

64.740

53.950

43.160

28 και πάνω

112.900

95.965

84.675

67.740

56.450

45.160

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΤΗΣΙΑΣ ΤΕΚΜΑΡΤΗΣ ΔΑΠΑΝΗΣ OIKONΟΜΙΚΟΥ ΕΤΟΥΣ 2006

 

ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΥΣ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΙΜΟΥΣ ΙΠΠΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΤΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ Ε.Ι.Χ. ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΚΤΛ.

Φορ/μοι ίπποι

Μέχρι και 5 έτη
(2001-2005)

Πάνω από 5 έτη μέχρι και 10 έτη
Μείωση 15%
(1996-2000)

Πάνω από 10 μέχρι και 15 έτη
Μείωση 25%
(1991-1995)

Πάνω από 15 έτη (πριν από το 1991) β) Προέλευση από Ο.Δ.Δ.Υ. γ) για Ε.Ι.Χ. αυτ/το ειδικά διασκευασμένο για τη χρησιμοποίηση (οδήγησή) του ή για τη μεταφορά με αυτό αναπήρων με αναπηρία 67% και πάνω
Μείωση 40%

Σε περίπτωση κυριότητας ΕΙΧ αυτ/του πάνω από 10 έτη από συνταξιούχο ηλικίας πάνω από 60 ετών που αποκτά εισοδήματα αποκλειστικά από συντάξεις ή και από ιδιοκατοίκηση κύριας και δευτερεύουσας κατοικίας β) Η δαπάνη με βάση το επιβατικό αυτοκίνητο ΙΧ που έχει εκτελωνιστεί τα έτη 2001 ή 2002 με μειωμένους δασμούς λόγω μετοικεσίας του Ιδιοκτήτη
Μείωση 50%

Ε.Ι.Χ. Αντίκες εφόσον έχουν παρέλθει πάνω από 30 έτη (πριν από το 1975) από το έτος κατασκευής τους και διαθέτουν πιστοποιητικό αυθεντικότητας
Μείωση 60%

Μέχρι 7

4.800

4.080

3.600

2.880

2.400

1.920

8

6.100

5.185

4.575

3.660

3.050

2.440

9

8.000

6.800

6.000

4.800

4.000

3.200

10

9.900

8.415

7.425

5.940

4.950

3.960

11

11.800

10.030

8.850

7.080

5.900

4.720

12

14.200

12.070

10.650

8.520

7.100

5.680

13

16.700

14.195

12.525

10.020

8.350

6.680

14

20.500

17.425

15.375

12.300

10.250

8.200

15

26.500

22.525

19.875

15.900

13.250

10.600

16

33.600

28.560

25.200

20.160

16.800

13.440

17

41.300

35.105

30.975

24.780

20.650

16.520

18

49.500

42.075

37.125

29.700

24.750

19.800

19

57.800

49.130

43.350

34.680

28.900

23.120

20

66.600

56.610

49.950

39.960

33.300

26.640

21

75.700

64.345

56.775

45.420

37.850

30.280

22-23

85.300

72.505

63.975

51.180

42.650

34.120

24-25

95.900

81.515

71.925

57.540

47.950

38.360

26-27

107.900

91.715

80.925

64.740

53.950

43.160

28 και πάνω

112.900

95.965

84.675

67.740

56.450

45.160

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΤΗΣΙΑΣ ΤΕΚΜΑΡΤΗΣ ΔΑΠΑΝΗΣ OIKONΟΜΙΚΟΥ ΕΤΟΥΣ 2005

 

ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΥΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΙΠΠΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΤΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ Ε.Ι.Χ. ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΚΤΛ.

Φορ/μοι ίπποι

Μέχρι και 5 έτη

(2000-2004)

Πάνω από 5 έτη μέχρι και 10 έτη Μείωση 15%

(1995-1999)

Πάνω από 10 μέχρι και 15 έτη Μείωση 25%

(1990-1994)

α) Πάνω από 15 έτη (πριν από το 1990) β) Προέλευση από Ο.Δ.Δ.Υ. γ) για Ε.Ι.Χ. αυτ/το ειδικά διασκευασμένο για τη χρησιμοποίηση (οδήγησή) του ή για τη μεταφορά με αυτό αναπήρων με αναπηρία 67% και πάνω Μείωση 40%

Σε περίπτωση κυριότητας ΕΙΧ αυτ/του πάνω από 10 έτη από συνταξιούχο ηλικίας πάνω από 60 ετών που αποκτά εισοδήματα αποκλειστικά από συντάξεις ή και από ιδιοκατοίκηση κύριας και δευτερεύουσας κατοικίας β) Η δαπάνη με βάση το επιβατικό αυτοκίνητο ΙΧ που έχει εκτελωνιστεί τα έτη 2000 ή 2001 με μειωμένους δασμούς λόγω μετοικεσίας του ιδιοκτήτη Μείωση 50%

Ε.Ι.Χ. Αντίκες εφόσον έχουν παρέλθει πάνω από 30 έτη (πριν από το 1974) από το έτος κατασκευής τους και διαθέτουν πιστοποιητικό αυθεντικότητας Μείωση 60%

μέχρι 7

4.800

4.080

3.600

2.880

2.400

1.920

8

6.100

5.185

4.575

3.660

3.050

2.440

9

8.000

6.800

6.000

4.800

4.000

3.200

10

9.900

8.415

7.425

5.940

4.950

3.960

11

11.800

10.030

8.850

7.080

5.900

4.720

12

14.200

12.070

10.650

8.520

7.100

5.680

13

16.700

14.195

12.525

10.020

8.350

6.680

14

20.500

17.425

15.375

12.300

10.250

8.200

15

26.500

22.525

19.875

15.900

13.250

10.600

16

33.600

28.560

25.200

20.160

16.800

13.440

17

41.300

35.105

30.975

24.780

20.650

16.520

18

49.500

42.075

37.125

29.700

24.750

19.800

19

57.800

49.130

43.350

34.680

28.900

23.120

20

66.600

56.610

49.950

39.960

33.300

26.640

21

57.700

64.345

56.775

45.420

37.850

30.280

22-23

85.300

72.505

63.975

51.180

42.650

34.120

24-25

95.900

81.515

71.925

57.540

47.950

38.360

26-27

107.900

91.715

80.925

64.740

53.950

43.160

28 και πάνω

112.900

95.965

84.675

67.740

56.450

45.160