ΝΟΜΟΣ ΥΠ.ΑΡΙΘ. 3296/2004 (ΦΕΚ 253 Α'14.12.2004) Αυτοέλεγχος υποβαλλόμενων Φορολογικών Δηλώσεων. (έως ν.3842/2010)

Άρθρο 13 Αντικεί­μενο, έννοια και προϋποθέσεις αυτοελέγχου.

  

Δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α. επι­χειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών, κατά τα ορι­ζόμενα στο επόμενο άρθρο, δεν ελέγχονται ως προς τα δηλούμενα εισοδήματα και ποσά Φ.Π.Α. από την άσκηση της εκμετάλλευσης της επιχείρησης ή του ελευθέριου επαγγέλματος και θεωρούνται περαιωθείσες ως ειλικρι­νείς για τα εισοδήματα και τα ποσά αυτά, επιφυλασσο­μένων των διατάξεων των παραγράφων 1, 7 και 8 του άρθρου 17, εφόσον δηλώνονται ακαθάριστα έσοδα και καθαρά κέρδη, καθώς και τυχόν διαφορές εκροών στο Φ.Π.Α. κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 15.

Άρθρο 14 Υπαγόμενες και εξαιρούμενες δηλώσεις

  

1. Στις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου υπάγονται:

α. Δηλώσεις επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελμα­τιών, ανεξαρτήτως νομικής μορφής, με τηρηθέντα βιβλία της κατά περίπτωση προσήκουσας κατηγορίας του Κ.Β.Σ., που αφορούν διαχειριστικές περιόδους με ύψος ακαθάριστων εσόδων βάσει βιβλίων και στοιχείων κατά τις ακόλουθες διακρίσεις:

αα. Επί επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή παραγωγής προϊόντων, μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ.
ββ. Επί επιχειρήσεων αμιγώς παροχής υπηρεσιών, μέχρι εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ.
γγ. Επί μικτών επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή παραγωγής προϊόντων και παροχής υπηρεσιών, μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ για το σύνολο των δραστηριοτήτων και με την προϋπόθεση ότι τα ακαθάριστα έσοδα από τη δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών είναι κατώτερα ή ίσα των εκατόν πενήντα χιλιάδες(150.000) ευρώ.
δδ. Επί αμιγώς ελευθέρων επαγγελματιών, μέχρι εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ.
εε. Επί ελευθέρων επαγγελματιών με παράλληλη άσκηση εμπορικής δραστηριότητας πώλησης εμπορευμάτων ή παραγωγής προϊόντων ή και παροχής υπηρεσιών, μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ για το σύνολο των δραστηριοτήτων και με την προϋπόθεση ότι τα ακαθάριστα έσοδα-αμοιβές από την άσκηση του ελευθέριου επαγγέλματος πλέον των ακαθάριστων εσόδων από την τυχόν άσκηση εμπορικής δραστηριότητας παροχής υπηρεσιών είναι κατώτερα ή ίσα των εκατόν πενήντα χιλιάδες(150.000) ευρώ. Το ίδιο όριο των εκατόν πενήντα χιλιάδων(150.000) ευρώ αθροιστικά για το ελευθέριο επάγγελμα και την εμπορική δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών, ισχύει και σε περίπτωση παράλληλης άσκησης μόνο των δύο αυτών δραστηριοτήτων.

β. Δηλώσεις επιχειρήσεων που άσκησαν δραστηριότητες των υποπεριπτώσεων αα', ββ' και γγ' της προηγούμενης περίπτωσης α' και δεν τήρησαν βιβλία, επειδή δεν είχαν σχετική υποχρέωση.

2. Ως ακαθάριστα έσοδα για την εφαρμογή των οριζόμενων στην προηγούμενη παράγραφο 1.α' λαμβάνονται αυτά που αναφέρονται στα άρθρα 30 και 49 του Ν.2238/1994, καθώς και στο άρθρο 105 του ίδιου νόμου, εξαιρουμένων των εισοδημάτων από ακίνητα, κινητές αξίες και συμμετοχές σε άλλες επιχειρήσεις και περιλαμβάνονται στην ομάδα επτά (7) του Ελληνικού Γενικού Λογιστικού Σχεδίου (Ε.Γ.Λ.Σ.). Επί περιπτώσεων τήρησης βιβλίων Α κατηγορίας του Κ.Β.Σ., για τον προσδιορισμό των ακαθάριστων εσόδων και την εφαρμογή των οριζόμενων στην προηγούμενη παράγραφο 1.α' ανάγονται σε πωλήσεις οι πραγματοποιηθείσες στην οικεία διαχειριστική περίοδο αγορές, όπως αυτές προκύπτουν από τα τηρηθέντα βιβλία και στοιχεία.
3. Από τις δηλώσεις της παραγράφου 1 εξαιρούνται:

α. Δηλώσεις που αφορούν διαχειριστικές περιόδους που βαρύνονται με οποιαδήποτε παράβαση από αυτές που αναφέρονται στις διατάξεις των παραγράφων 3, 4 ή 6 του άρθρου 30 του Κ.Β.Σ., ανεξαρτήτως του μεγέθους και της επίπτωσής της επί του κύρους των βιβλίων και στοιχείων, ή με παράβαση μη επίδειξης βιβλίων ή στοι­χείων αυτού του Κώδικα.
β. Δηλώσεις που δεν υποβάλλονται εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών ή υποβάλλονται ανακριβώς εντός των προθεσμιών αυτών, για τα βάσει των τη ρηθέντων βιβλίων και στοιχείων δεδομένα, καθώς και δηλώσεις που αφορούν διαχειριστικές περιόδους για τις οποίες δεν υποβάλλονται εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών ή υποβάλλονται ανακριβώς εντός των προθεσμιών αυτών, οι δηλώσεις των λοιπών εν γένει φορολογιών, με βάση τα τηρηθέντα βιβλία και στοιχεία.
γ. Δηλώσεις που υποβάλλονται με επιφύλαξη.
δ. Δηλώσεις που αφορούν διαχειριστικές περιόδους για τις οποίες υπάρχουν κατασχεθέντα ανεπίσημα βιβλία και στοιχεία που δεν έχουν ελεγχθεί.
ε. Δηλώσεις που αφορούν διαχειριστικές περιόδους στις οποίες υφίσταται ανέγερση ή απόκτηση κτιριακών εγκαταστάσεων της επιχείρησης ή του ελεύθερου επαγ­γελματία και δεν υφίστανται ακαθάριστα έσοδα.»
στ. Δηλώσεις που αφορούν διαχειριστικές περιό­δους, κατά τις οποίες οι απαλλασσόμενες πράξεις με δι­καίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών Φ.Π.Α. ανέρχονται τουλάχιστον στο εξήντα τοις εκατό (60%) των συνολι­κών ακαθάριστων εσόδων.

4. Εξαιρούνται γενικώς της διαδικασίας αυτοελέγχου κατά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου οι δηλώσεις των επιχειρήσεων που ασχολούνται με την εργοληπτική κατασκευή δημόσιων ή ιδιωτικών τεχνικών έργων ή την εκτέλεση μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, των γεωργικών επιχειρήσεων και των επιχειρήσεων των παραγράφων 5, 6, 7 και 8 του άρθρου 33 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Ν. 2238/1994, ΦΕΚ 151 Α΄), εφόσον οι ως άνω επιχειρήσεις δεν προσδιορίζουν τα καθαρά τους κέρδη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 αυτού του Κώδικα, καθώς και των επιχειρήσεων που ασχολούνται με την ανέγερση και πώληση οικοδομών, των επιχειρήσεων που υπάγονται στο ειδικό καθεστώς φορολογίας πλοίων για τη δραστηριότητα της εκμετάλλευσης του πλοίου και των επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών που δεν τήρησαν βιβλία, αν και είχαν σχετική υποχρέωση.

Άρθρο 15 Δηλούμενα ακαθάριστα έσοδα και καθαρά κέρδη Δηλούμενες διαφορές εκροών στο Φ.Π.Α.

  

1. Οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α, που υπάγονται στη διαδικασία αυτοελέγχου κατά το άρθρο 13 σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, δεν ελέγχονται και θεωρούνται περαιωθείσες ως ειλικρινείς, εφόσον με αυτές δηλώνονται ακαθάριστα έσοδα και καθαρά κέρδη, προκειμένου για τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, καθώς και εκροές, προκειμένου για τις δηλώσεις Φ.Π.Α, από την άσκηση της εκμετάλλευσης της επιχείρησης ή του ελευθέριου επαγγέλματος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους, ανεξαρτήτως αυτών που προκύπτουν βάσει των τηρηθέντων βιβλίων και στοιχείων ή εκ της εφαρμογής των γενικών φορολογικών διατάξεων.
2. Τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο έ­χουν εφαρμογή, εφόσον με τις υποβαλλόμενες δηλώ­σεις φορολογίας εισοδήματος δηλώνονται τα ακόλουθα ποσά ακαθάριστων εσόδων και καθαρών κερδών:
α. Ακαθάριστα έσοδα:
αα. Επί επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή και παραγωγής προϊόντων, ποσό τουλάχιστον ίσο ή μεγαλύ­τερο αυτού που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του αθροίσματος του κόστους πωληθέντων (εμπορευμάτων ή προϊόντων) και των εξόδων και δαπανών, συμπεριλαμ­βανομένων σε κάθε περίπτωση και των αποσβέσεων που αναλογούν, με το συντελεστή αναγωγής αυτού σε ακα­θάριστα έσοδα. Ως συντελεστής αναγωγής λαμβάνεται ο συντελεστής που προκύπτει από τη σχέση του κλά­σματος που αριθμητή έχει τον αριθμό εκατό (100) και πα­ρονομαστή τον αριθμό εκατό (100) μείον τον προβλεπό­μενο μοναδικό συντελεστή καθαρού κέρδους (Μ.Σ.Κ.Κ.). Σε περίπτωση που δεν προβλέπεται για την επιχείρηση Μ.Σ.Κ.Κ., εφαρμόζεται ο μέσος όρος των Μ.Σ.Κ.Κ. του οικείου πίνακα στον οποίο αυτή εντάσσεται. Προκειμέ­νου για επιχειρήσεις με περισσότερους του ενός Μ.Σ.Κ.Κ., εφαρμόζεται ο μέσος σταθμικός συντελεστής που προκύπτει από τη διαίρεση των συνολικών καθαρών κερδών που προκύπτουν με την εφαρμογή των Μ.Σ.Κ.Κ. κατά κατηγορία ακαθάριστων εσόδων δια των συνολι­κών ακαθάριστων εσόδων της διαχειριστικής περιόδου.
ββ. Επί επιχειρήσεων αμιγώς παροχής υπηρεσιών, πο­σό τουλάχιστον ίσο ή μεγαλύτερο αυτού που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του αθροίσματος των εξόδων και δαπανών, συμπεριλαμβανομένων σε κάθε περίπτωση και των αποσβέσεων που αναλογούν, με το συντελεστή αναγωγής αυτού σε ακαθάριστα έσοδα. Οι διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της προηγούμε­νης υποπερίπτωσης αα' εφαρμόζονται ανάλογα και εν προκειμένω.
γγ. Επί μικτών επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή και παραγωγής προϊόντων και παροχής υπηρεσιών, το ποσό που προκύπτει από το άθροισμα των ακαθάριστων εσόδων που προσδιορίζονται κατά κατηγορία δραστη­ριότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προηγούμενες υποπεριπτώσεις αα' και ββ', με επιμερισμό των κοινών δαπανών στις επί μέρους δραστηριότητες ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής των ακαθάριστων εσόδων κάθε δραστηριότητας στο σύνολο των ακαθάριστων εσόδων της διαχειριστικής περιόδου από όλες τις δραστηριότη­τες.
δδ. Επί αμιγώς ελεύθερων επαγγελματιών, ποσό του­λάχιστον ίσο ή μεγαλύτερο αυτού που προκύπτει με α­νάλογη εφαρμογή όσων ορίζονται στην πιο πάνω υποπε­ρίπτωση ββ'.
εε. Επί ελεύθερων επαγγελματιών με παράλληλη ά­σκηση εμπορικής δραστηριότητας πώλησης εμπορευμά­των ή και παραγωγής προϊόντων ή και παροχής υπηρε­σιών, το ποσό που προκύπτει από το άθροισμα των ακα­θάριστων εσόδων που προσδιορίζονται κατά κατηγορία δραστηριότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προη­γούμενες υποπεριπτώσεις δδ', αα' και ββ', κατά περί­πτωση, και με ανάλογη εφαρμογή των οριζομένων στην υποπερίπτωση γγ' σχετικά με τον επιμερισμό των κοι­νών δαπανών.
β. Καθαρά κέρδη:
αα. Επί επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή και παραγωγής προϊόντων, με βιβλία Β' ή Γ' κατηγορίας του Κ.Β.Σ., το ποσό που προκύπτει εξωλογιστικώς με πολλαπλασιασμό των ακαθάριστων εσόδων της επιχεί­ρησης, όπως αυτά προσδιορίζονται κατά τα οριζόμενα στην υποπερίπτωση αα' της περίπτωσης α' της παρού­σας παραγράφου, με τον προβλεπόμενο Μ.Σ.Κ.Κ. ή το μέσο όρο των Μ.Σ.Κ.Κ. του πίνακα στον οποίο εντάσσε­ται η επιχείρηση, εφόσον δεν προβλέπεται γι' αυτή Μ.Σ.Κ.Κ. ή το μέσο σταθμικό συντελεστή, εφόσον προβλέπονται γι' αυτή περισσότεροι του ενός Μ.Σ.Κ.Κ., κατά περίπτωση. Ομοίως, επί επιχειρήσεων με βιβλία Α' κατη­γορίας του Κ.Β.Σ. ή επί επιχειρήσεων που δεν τήρησαν βιβλία επειδή δεν είχαν σχετική υποχρέωση, το ποσό που προκύπτει εξωλογιστικώς με πολλαπλασιασμό των κατά τα ανωτέρω ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης με τον προβλεπόμενο Μ.Σ.Κ.Κ. ή το μέσο όρο των συντελεστών του οικείου πίνακα ή το μέσο σταθμικό συ­ντελεστή, κατά περίπτωση, επί εσόδων.
ββ. Επί επιχειρήσεων αμιγώς παροχής υπηρεσιών, το ποσό που προκύπτει εξωλογιστικώς με πολλαπλασιασμό των ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης, όπως αυτά προσδιορίζονται κατά τα οριζόμενα στην υποπερίπτωση ββ' της περίπτωσης α' της παρούσας παραγράφου, με τον προβλεπόμενο Μ.Σ.Κ.Κ. ή το μέσο όρο των Μ.Σ.Κ.Κ. του πίνακα στον οποίο εντάσσεται η επιχείρηση ή το μέ­σο σταθμικό συντελεστή, κατά περίπτωση, όπως αναλό­γως ορίζεται στην προηγούμενη υποπερίπτωση αα'.
γγ. Επί μικτών επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή και παραγωγής προϊόντων και παροχής υπηρεσιών, το ποσό που προκύπτει από το άθροισμα των ποσών καθα­ρών κερδών που προσδιορίζονται κατά κατηγορία δρα­στηριότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προηγούμε­νες υποπεριπτώσεις αα' και ββ'.
δδ. Επί αμιγώς ελεύθερων επαγγελματιών, το ποσό που προκύπτει εξωλογιστικώς με ανάλογη εφαρμογή ό­σων ορίζονται στην πιο πάνω υποπερίπτωση ββ', με βά­ση τα ακαθάριστα έσοδα του ελεύθερου επαγγελματία, όπως αυτά προσδιορίζονται κατά τα οριζόμενα στην υποπερίπτωση δδ' της περίπτωσης α' της παρούσας πα­ραγράφου.
εε. Επί ελεύθερων επαγγελματιών με παράλληλη ά­σκηση εμπορικής δραστηριότητας πώλησης εμπορευμά­των ή και παραγωγής προϊόντων ή και παροχής υπηρε­σιών, το ποσό που προκύπτει από το άθροισμα των πο­σών των καθαρών κερδών που προσδιορίζονται κατά κα­τηγορία δραστηριότητας σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προηγούμενες υποπεριπτώσεις δδ', αα' και ββ', κατά περίπτωση.
3. Τα προσδιοριζόμενα ποσά ακαθάριστων εσόδων κα­τά τα οριζόμενα στην περίπτωση α' της προηγούμενης παραγράφου, επί βιβλίων Β' ή Γ' κατηγορίας του Κ.Β.Σ., δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να είναι μικρότερα αυ­τών που προκύπτουν από τα τηρηθέντα βιβλία και στοιχεία.
Επίσης, τα προσδιοριζόμενα ποσά ακαθάριστων εσό­δων κατά τα οριζόμενα στην ίδια πιο πάνω περίπτωση α' της προηγούμενης παραγράφου, επί βιβλίων Α' κατηγο­ρίας του Κ.Β.Σ. ή επί μη τήρησης βιβλίων λόγω μη ύπαρ­ξης σχετικής υποχρέωσης, δεν μπορεί σε καμιά περίπτω­ση να είναι μικρότερα από τις βάσει βιβλίων και στοιχεί­ων εκροές στη φορολογία Φ.Π.Α. ή από το σύνολο των τυχόν χονδρικών πωλήσεων της οικείας διαχειριστικής περιόδου που προκύπτουν από τα οικεία φορολογικά στοιχεία εσόδων.
4. Τα προσδιοριζόμενα ποσά καθαρών κερδών κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση β' της παραγράφου 2, επί βι­βλίων Β' ή Γ' κατηγορίας του Κ.Β.Σ., δεν μπορεί σε κα­μιά περίπτωση να είναι μικρότερα αυτών που προκύ­πτουν λογιστικώς με την αφαίρεση των εκπιπτόμενων κατά τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισο­δήματος εξόδων από τα ακαθάριστα έσοδα, όπως αυτά προκύπτουν από τα τηρηθέντα βιβλία και στοιχεία.
Επίσης, τα προσδιοριζόμενα ποσά καθαρών κερδών κατά τα οριζόμενα στην ίδια πιο πάνω περίπτωση β' της παραγράφου 2, επί βιβλίων Α' κατηγορίας του Κ.Β.Σ. ή επί μη τήρησης βιβλίων λόγω μη ύπαρξης σχετικής υπο­χρέωσης, δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να είναι μικρότερα αυτών που προκύπτουν σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 ή της παραγράφου 4 του άρθρου 32 του Κώδικα Φορολο­γίας Εισοδήματος, κατά περίπτωση.
5. Τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 έχουν εφαρμογή, εφόσον υποβάλλεται «ειδικό σημείωμα αυτοελέγχου Φ.Π.Α.», στο οποίο περιλαμβάνονται:
α. Οι τυχόν διαφορές εκροών στο Φ.Π.Α. που προκύ­πτουν με βάση τα ακαθάριστα έσοδα που προσδιορίζο­νται κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση α' της παραγρά­φου 2. Προκειμένου να υπολογισθεί ο οφειλόμενος Φ.Π.Α. επί των εν λόγω διαφορών, οι διαφορές αυτές κατανέμονται σε εκροές φορολογητέες κατά συντελεστή Φ.Π.Α. και σε εκροές απαλλασσόμενες χωρίς δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών, κατ' αναλογία των βάσει βιβλίων και στοιχείων εκροών.
β. Επί επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή και πα­ραγωγής προϊόντων με εκροές που υπάγονται σε περισ­σότερους από έναν συντελεστές Φ.Π.Α., δηλώνονται και οι τυχόν προκύπτουσες διαφορές εκροών που αναλο­γούν στον υψηλότερο συντελεστή και οφείλονται στη μετακύλισή τους στο χαμηλότερο συντελεστή.
Θεωρείται ότι υφίσταται τέτοια μετακύλιση, όταν το ποσοστό συμμετοχής των εκροών από πωλήσεις εμπο­ρεύσιμων αγαθών με τον υψηλότερο συντελεστή επί των συνολικών πωλήσεων εμπορεύσιμων αγαθών της οι­κείας χρήσης είναι μικρότερο από το ποσοστό συμμετοχής του κόστους των πωληθέντων εμπορεύσιμων αγα­θών με τον υψηλότερο συντελεστή επί του συνολικού κόστους των πωληθέντων εμπορεύσιμων αγαθών στην ί­δια χρήση.
Στην περίπτωση αυτή, η κατανομή των εκροών κατά συντελεστή Φ.Π.Α. γίνεται με βάση την κατανομή του κόστους των πωληθέντων αγαθών. Το ποσό της διαφο­ράς φόρου που προκύπτει από την αναπροσαρμογή της κατανομής αυτής μεταξύ συντελεστών προσαυξάνεται κατά σαράντα τοις εκατό (40%) και προστίθεται στο ο­φειλόμενο ποσό Φ.Π.Α. που προκύπτει από τις τυχόν διαφορές εκροών της προηγούμενης περίπτωσης α'.
Για την εξεύρεση των οικείων ποσών κόστους πωληθέ­ντων έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κώδικα Φορολο­γίας Εισοδήματος.
γ. Στην περίπτωση που η διαδικασία αυτοελέγχου του παρόντος ακολουθείται για χρήση στην οποία μεταφέρε­ται πιστωτικό υπόλοιπο από προηγούμενη ανέλεγκτη χρήση, το μεταφερόμενο πιστωτικό υπόλοιπο δεν υπο­λογίζεται κατά την εκκαθάριση του οφειλόμενου φόρου. Το πιστωτικό αυτό υπόλοιπο θα διακανονιστεί κατά την περαίωση της εν λόγω χρήσης.
δ. Στην περίπτωση που με το «ειδικό σημείωμα αυτοε­λέγχου Φ.Π.Α.» προκύπτει μείωση πιστωτικού υπολοί­που που έχει ήδη μεταφερθεί σε επόμενη χρήση, η δια­φορά αυτή μειώνει το φόρο εισροών της φορολογικής περιόδου κατά την οποία υποβάλλεται το ειδικό αυτό σημείωμα.
ε. Στην περίπτωση που υπάρχει δικαίωμα επιστροφής φόρου, σύμφωνα με την παράγραφο 1β' του άρθρου 34 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000), η υποβολή του «ειδι­κού σημειώματος αυτοελέγχου Φ.Π.Α.» δεν συνεπάγε­ται την κρίση ως ειλικρινών των δηλώσεων που έχουν υ­ποβληθεί πριν τη διενέργεια προσωρινού ελέγχου για την έγκριση ή μη του δικαιώματος αυτού.»
6. Σε κάθε περίπτωση, προϋπόθεση για την εφαρμογή των οριζόμενων στο άρθρο 13 είναι η δήλωση, για την ίδια διαχειριστική περίοδο, τόσο στη φορολογία εισοδήματος, όσο και στη φορολογία Φ.Π.Α., των ακαθάριστων εσόδων και καθαρών κερδών, καθώς και των τυχόν διαφορών εκροών, αντίστοιχα, που ορίζονται από τις προηγούμενες παραγράφους.

Άρθρο 16 Αυτοέ­λεγχος δηλώσεων λοιπών φορολογιών

  

    Σε περιπτώσεις επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών που οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α. θεωρούνται περαιωθείσες ως ειλικρινείς χωρίς έλεγχο κατ' εφαρμογή των οριζόμενων στα άρθρα 13 έως και 15, εφόσον επί λοιπών φορολογιών, για τις οποίες ως βάση προσδιορισμού του φόρου ή του τέλους ή της εισφοράς λαμβάνονται τα ακαθάριστα έσοδα της φορολογίας εισoδήματoς, δηλώνονται ως ακαθάριστα έσοδα τα οριζόμενα στο άρθρο 15, τότε και οι δηλώσεις των φορολογιών αυτών δεν ελέγχονται και θεωρούνται περαιωθείσες ως ειλικρινείς, κατ' ανάλογη εφαρμογή των οριζόμενων στο άρθρο 13.

Άρθρο 17 Μεταβατικές και άλλες διατάξεις

  

1. Τα ποσά φόρων, τελών ή εισφορών που βεβαιώνο­νται στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 13 έως 16 δεν διαγράφονται ούτε αναζητούνται σε καμιά περίπτωση. Εξαιρετικά, στις τυχόν περιπτώσεις που για οποιονδήποτε λόγο δηλώθηκαν ποσά ακαθάριστων εσό­δων ή καθαρών κερδών ή διαφορών εκροών στο Φ.Π.Α. μεγαλύτερα των προβλεπομένων, με συνέπεια τη βεβαί­ωση ποσών φόρων, τελών ή εισφορών μεγαλύτερων των αναλογούντων, ο φορολογούμενος δύναται, εφόσον ε­πιθυμεί, να υποβάλει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. εντός έτους από της περαίωσης ειδική δήλωση - αίτηση περί υπαγω­γής του σε τακτικό έλεγχο, στο πλαίσιο του οποίου συμψηφίζονται τα εκ της περαίωσης βεβαιωθέντα ποσά, επιστρεφομένης της τυχόν αρνητικής διαφοράς κατά το μέ­ρος που αυτή αφορά τα επιπλέον των αναλογούντων πο­σά που βεβαιώθηκαν στο πλαίσιο του αυτοελέγχου.
2. Οι διατάξεις των παραγράφων 2 του άρθρου 68 του Ν.2238/1994 και 3 του άρθρου 49 του Ν.2859/2000 έχουν εφαρμογή και για τις αυτοελεγχόμενες κατά τα άρθρα 13 έως και 16 δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, Φ.Π.Α. και λοιπών φορολογιών. Τα ανωτέρω ισχύουν ανάλογα και σε περιπτώσεις ύπαρξης ανέλεγκτων δελτίων πληροφοριών ή λοιπών εν γένει επιβαρυντικών στοιχείων κατά το χρόνο υποβολής των πιο πάνω δηλώσεων.
3. Δηλώσεις επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών, που δεν υπάγονται για οποιονδήποτε λόγο στις διατάξεις των άρθρων 13 έως και 16 του νόμου αυτού, υπόκεινται σε έλεγχο κατά τις ισχύουσες διατάξεις.
4. Τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 13 έως και 16 του νόμου αυτού ισχύουν για δηλώσεις που αφορούν διαχειριστικές περιόδους που λήγουν από 31.12.2004 και μετά.
5. Τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 13 έως και 16 του νόμου αυτού ισχύουν ανάλογα και για διαχειριστικές περιόδους που έληξαν ή λήγουν από 1.1.2003 έως και 30.12.2004, με την προϋπόθεση ότι τα τυχόν επιπλέον ποσά ακαθάριστων εσόδων και καθαρών κερδών, καθώς και διαφορών εκροών στο Φ.Π.Α. που προκύπτουν κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 15 και 16 για τις διαχειριστικές αυτές περιόδους δηλώνονται το αργότερο μέχρι 15 Μαΐου 2005.
6. Ειδικά για τις τυχόν συμπληρωματικές δηλώσεις που θα υποβληθούν στο πλαίσιο εφαρμογής των οριζόμενων στην προηγούμενη παράγραφο, σε περιπτώσεις που κατά το χρόνο δημοσίευσης του νόμου αυτού έχει λήξει η προθεσμία υποβολής των οικείων δηλώσεων, δεν επιβάλλονται πρόσθετοι φόροι ή προσαυξήσεις ή πρόστιμα.
7. Επί εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 13 έως 15, αν διαπιστωθεί ότι δεν συντρέχουν οι αναγκαίοι όροι και προϋποθέσεις υπαγωγής κατά το άρθρο 14 ή ότι δεν εφαρμόσθηκαν ορθά όσα προβλέπονται στο άρθρο 15, με αποτέλεσμα να προσδιοριστούν επί μέρους ή τελικά ποσά ακαθάριστων εσόδων ή καθαρών κερδών ή τυχόν διαφορών εκροών στο Φ.Π.Α. μικρότερα αυτών που έ­πρεπε να προσδιορισθούν κατά το άρθρο αυτό, οι οικείες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α. δεν θεω­ρούνται περαιωθείσες κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 13 και παραμένουν εκκρεμείς, υποκείμενες σε έλεγχο κατά τις κείμενες διατάξεις. Στις παραπάνω περιπτώσεις, αν σε οποιαδήποτε από τις αμέσως επόμενες δύο (2) δια­χειριστικές περιόδους εφαρμοσθούν ή έχουν εφαρμο­σθεί οι ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 13 έως 15, οι οικείες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α. και των διαχειριστικών αυτών περιόδων θεωρούνται επί­σης εκκρεμείς και υπόκεινται σε έλεγχο κατά τις κείμε­νες διατάξεις. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της πα­ραγράφου 1 ισχύουν ανάλογα και στις περιπτώσεις της παρούσας παραγράφου.

8. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να καθορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου του νόμου αυ­τού, ο τύπος και το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων δηλώσεων ή εντύπων και ο χρόνος υποβολής αυτών για τον αυτοέλεγχο κατά τις ως άνω διατάξεις, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξε­ων αυτών.
Με απόφαση του ίδιου Υπουργού μπορεί επίσης να κα­θορίζεται ο τρόπος επιλογής προς έλεγχο δείγματος υ­ποθέσεων για τις οποίες υποβάλλονται δηλώσεις στο πλαίσιο εφαρμογής των ίδιων διατάξεων, καθώς και ο τρόπος ελέγχου των υποθέσεων αυτών.
Για τις λοιπές υποθέσεις που δεν περιλαμβάνονται στο πιο πάνω δείγμα, ο προϊστάμενος της αρμόδιας δημό­σιας οικονομικής υπηρεσίας δύναται να ελέγχει τη συν­δρομή ή μη των προβλεπόμενων όρων και προϋποθέσε­ων αυτοελέγχου.

ΝΟΜΟΣ ΥΠ.ΑΡΙΘ. 3842 (ΦΕΚ 58Α 23.04.2010) Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης και αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Άρθρο 79. Αυτοέλεγχος υποβαλλόμενων δηλώσεων

  

Ο τίτλος του Κεφαλαίου Β' του ν. 3296/2004 (ΦΕΚ 253 Α') αντικαθίσταται σε

«ΑΥΤΟΕΛΕΓΧΟΣ ΥΠΟΒΑΛΛΟΜΕ­ΝΩΝ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΔΗΛΩΣΕΩΝ»

και στα άρθρα 13, 14, 15, 16 και 17 του κεφαλαίου αυτού επέρχονται οι α­κόλουθες μεταβολές:


1. Ο τίτλος του άρθρου 13 αντικαθίσταται σε «Αντικεί­μενο, έννοια και προϋποθέσεις αυτοελέγχου» και οι δια­τάξεις αυτού αντικαθίστανται ως εξής:
«Δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α. επι­χειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών, κατά τα ορι­ζόμενα στο επόμενο άρθρο, δεν ελέγχονται ως προς τα δηλούμενα εισοδήματα και ποσά Φ.Π.Α. από την άσκηση της εκμετάλλευσης της επιχείρησης ή του ελευθέριου επαγγέλματος και θεωρούνται περαιωθείσες ως ειλικρι­νείς για τα εισοδήματα και τα ποσά αυτά, επιφυλασσο­μένων των διατάξεων των παραγράφων 1, 7 και 8 του άρθρου 17, εφόσον δηλώνονται ακαθάριστα έσοδα και καθαρά κέρδη, καθώς και τυχόν διαφορές εκροών στο Φ.Π.Α. κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 15.»

2. Στην παράγραφο 4 του άρθρου 14 η λέξη «περαίω­σης» μετά τις λέξεις «Εξαιρούνται γενικώς της διαδικα­σίας» αντικαθίσταται με τη λέξη «αυτοελέγχου» και η πρώτη περίοδος της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 και οι περιπτώσεις α' και ε' της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού αντικαθίστανται και προστίθεται νέα περί­πτωση στ', ως εξής:
«Δηλώσεις επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελμα­τιών, ανεξαρτήτως νομικής μορφής, με τηρηθέντα βιβλία της κατά περίπτωση προσήκουσας κατηγορίας του Κ.Β.Σ., που αφορούν διαχειριστικές περιόδους με ύψος ακαθάριστων εσόδων βάσει βιβλίων και στοιχείων κατά τις ακόλουθες διακρίσεις:».
«α. Δηλώσεις που αφορούν διαχειριστικές περιόδους που βαρύνονται με οποιαδήποτε παράβαση από αυτές που αναφέρονται στις διατάξεις των παραγράφων 3, 4 ή 6 του άρθρου 30 του Κ.Β.Σ., ανεξαρτήτως του μεγέθους και της επίπτωσής της επί του κύρους των βιβλίων και στοιχείων, ή με παράβαση μη επίδειξης βιβλίων ή στοι­χείων αυτού του Κώδικα.»
«ε. Δηλώσεις που αφορούν διαχειριστικές περιόδους στις οποίες υφίσταται ανέγερση ή απόκτηση κτιριακών εγκαταστάσεων της επιχείρησης ή του ελεύθερου επαγ­γελματία και δεν υφίστανται ακαθάριστα έσοδα.»
«στ. Δηλώσεις που αφορούν διαχειριστικές περιό­δους, κατά τις οποίες οι απαλλασσόμενες πράξεις με δι­καίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών Φ.Π.Α. ανέρχονται τουλάχιστον στο εξήντα τοις εκατό (60%) των συνολι­κών ακαθάριστων εσόδων.»

3. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 15 η λέξη «περαίω­σης» μετά τις λέξεις «που υπάγονται στη διαδικασία» α­ντικαθίσταται με τη λέξη «αυτοελέγχου» και οι παρά­γραφοι 2, 3, 4 και 5 του άρθρου αυτού αντικαθίστανται ως εξής:
«2. Τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο έ­χουν εφαρμογή, εφόσον με τις υποβαλλόμενες δηλώ­σεις φορολογίας εισοδήματος δηλώνονται τα ακόλουθα ποσά ακαθάριστων εσόδων και καθαρών κερδών:
α. Ακαθάριστα έσοδα:
αα. Επί επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή και παραγωγής προϊόντων, ποσό τουλάχιστον ίσο ή μεγαλύ­τερο αυτού που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του αθροίσματος του κόστους πωληθέντων (εμπορευμάτων ή προϊόντων) και των εξόδων και δαπανών, συμπεριλαμ­βανομένων σε κάθε περίπτωση και των αποσβέσεων που αναλογούν, με το συντελεστή αναγωγής αυτού σε ακα­θάριστα έσοδα. Ως συντελεστής αναγωγής λαμβάνεται ο συντελεστής που προκύπτει από τη σχέση του κλά­σματος που αριθμητή έχει τον αριθμό εκατό (100) και πα­ρονομαστή τον αριθμό εκατό (100) μείον τον προβλεπό­μενο μοναδικό συντελεστή καθαρού κέρδους (Μ.Σ.Κ.Κ.). Σε περίπτωση που δεν προβλέπεται για την επιχείρηση Μ.Σ.Κ.Κ., εφαρμόζεται ο μέσος όρος των Μ.Σ.Κ.Κ. του οικείου πίνακα στον οποίο αυτή εντάσσεται. Προκειμέ­νου για επιχειρήσεις με περισσότερους του ενός Μ.Σ.Κ.Κ., εφαρμόζεται ο μέσος σταθμικός συντελεστής που προκύπτει από τη διαίρεση των συνολικών καθαρών κερδών που προκύπτουν με την εφαρμογή των Μ.Σ.Κ.Κ. κατά κατηγορία ακαθάριστων εσόδων δια των συνολι­κών ακαθάριστων εσόδων της διαχειριστικής περιόδου.
ββ. Επί επιχειρήσεων αμιγώς παροχής υπηρεσιών, πο­σό τουλάχιστον ίσο ή μεγαλύτερο αυτού που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του αθροίσματος των εξόδων και δαπανών, συμπεριλαμβανομένων σε κάθε περίπτωση και των αποσβέσεων που αναλογούν, με το συντελεστή αναγωγής αυτού σε ακαθάριστα έσοδα. Οι διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της προηγούμε­νης υποπερίπτωσης αα' εφαρμόζονται ανάλογα και εν προκειμένω.
γγ. Επί μικτών επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή και παραγωγής προϊόντων και παροχής υπηρεσιών, το ποσό που προκύπτει από το άθροισμα των ακαθάριστων εσόδων που προσδιορίζονται κατά κατηγορία δραστη­ριότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προηγούμενες υποπεριπτώσεις αα' και ββ', με επιμερισμό των κοινών δαπανών στις επί μέρους δραστηριότητες ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής των ακαθάριστων εσόδων κάθε δραστηριότητας στο σύνολο των ακαθάριστων εσόδων της διαχειριστικής περιόδου από όλες τις δραστηριότη­τες.
δδ. Επί αμιγώς ελεύθερων επαγγελματιών, ποσό του­λάχιστον ίσο ή μεγαλύτερο αυτού που προκύπτει με α­νάλογη εφαρμογή όσων ορίζονται στην πιο πάνω υποπε­ρίπτωση ββ'.
εε. Επί ελεύθερων επαγγελματιών με παράλληλη ά­σκηση εμπορικής δραστηριότητας πώλησης εμπορευμά­των ή και παραγωγής προϊόντων ή και παροχής υπηρε­σιών, το ποσό που προκύπτει από το άθροισμα των ακα­θάριστων εσόδων που προσδιορίζονται κατά κατηγορία δραστηριότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προη­γούμενες υποπεριπτώσεις δδ', αα' και ββ', κατά περί­πτωση, και με ανάλογη εφαρμογή των οριζομένων στην υποπερίπτωση γγ' σχετικά με τον επιμερισμό των κοι­νών δαπανών.
β. Καθαρά κέρδη:
αα. Επί επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή και παραγωγής προϊόντων, με βιβλία Β' ή Γ' κατηγορίας του Κ.Β.Σ., το ποσό που προκύπτει εξωλογιστικώς με πολλαπλασιασμό των ακαθάριστων εσόδων της επιχεί­ρησης, όπως αυτά προσδιορίζονται κατά τα οριζόμενα στην υποπερίπτωση αα' της περίπτωσης α' της παρού­σας παραγράφου, με τον προβλεπόμενο Μ.Σ.Κ.Κ. ή το μέσο όρο των Μ.Σ.Κ.Κ. του πίνακα στον οποίο εντάσσε­ται η επιχείρηση, εφόσον δεν προβλέπεται γι' αυτή Μ.Σ.Κ.Κ. ή το μέσο σταθμικό συντελεστή, εφόσον προβλέπονται γι' αυτή περισσότεροι του ενός Μ.Σ.Κ.Κ., κατά περίπτωση. Ομοίως, επί επιχειρήσεων με βιβλία Α' κατη­γορίας του Κ.Β.Σ. ή επί επιχειρήσεων που δεν τήρησαν βιβλία επειδή δεν είχαν σχετική υποχρέωση, το ποσό που προκύπτει εξωλογιστικώς με πολλαπλασιασμό των κατά τα ανωτέρω ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης με τον προβλεπόμενο Μ.Σ.Κ.Κ. ή το μέσο όρο των συντελεστών του οικείου πίνακα ή το μέσο σταθμικό συ­ντελεστή, κατά περίπτωση, επί εσόδων.
ββ. Επί επιχειρήσεων αμιγώς παροχής υπηρεσιών, το ποσό που προκύπτει εξωλογιστικώς με πολλαπλασιασμό των ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης, όπως αυτά προσδιορίζονται κατά τα οριζόμενα στην υποπερίπτωση ββ' της περίπτωσης α' της παρούσας παραγράφου, με τον προβλεπόμενο Μ.Σ.Κ.Κ. ή το μέσο όρο των Μ.Σ.Κ.Κ. του πίνακα στον οποίο εντάσσεται η επιχείρηση ή το μέ­σο σταθμικό συντελεστή, κατά περίπτωση, όπως αναλό­γως ορίζεται στην προηγούμενη υποπερίπτωση αα'.
γγ. Επί μικτών επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή και παραγωγής προϊόντων και παροχής υπηρεσιών, το ποσό που προκύπτει από το άθροισμα των ποσών καθα­ρών κερδών που προσδιορίζονται κατά κατηγορία δρα­στηριότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προηγούμε­νες υποπεριπτώσεις αα' και ββ'.
δδ. Επί αμιγώς ελεύθερων επαγγελματιών, το ποσό που προκύπτει εξωλογιστικώς με ανάλογη εφαρμογή ό­σων ορίζονται στην πιο πάνω υποπερίπτωση ββ', με βά­ση τα ακαθάριστα έσοδα του ελεύθερου επαγγελματία, όπως αυτά προσδιορίζονται κατά τα οριζόμενα στην υποπερίπτωση δδ' της περίπτωσης α' της παρούσας πα­ραγράφου.
εε. Επί ελεύθερων επαγγελματιών με παράλληλη ά­σκηση εμπορικής δραστηριότητας πώλησης εμπορευμά­των ή και παραγωγής προϊόντων ή και παροχής υπηρε­σιών, το ποσό που προκύπτει από το άθροισμα των πο­σών των καθαρών κερδών που προσδιορίζονται κατά κα­τηγορία δραστηριότητας σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προηγούμενες υποπεριπτώσεις δδ', αα' και ββ', κατά περίπτωση.
3. Τα προσδιοριζόμενα ποσά ακαθάριστων εσόδων κα­τά τα οριζόμενα στην περίπτωση α' της προηγούμενης παραγράφου, επί βιβλίων Β' ή Γ' κατηγορίας του Κ.Β.Σ., δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να είναι μικρότερα αυ­τών που προκύπτουν από τα τηρηθέντα βιβλία και στοιχεία.
Επίσης, τα προσδιοριζόμενα ποσά ακαθάριστων εσό­δων κατά τα οριζόμενα στην ίδια πιο πάνω περίπτωση α' της προηγούμενης παραγράφου, επί βιβλίων Α' κατηγο­ρίας του Κ.Β.Σ. ή επί μη τήρησης βιβλίων λόγω μη ύπαρ­ξης σχετικής υποχρέωσης, δεν μπορεί σε καμιά περίπτω­ση να είναι μικρότερα από τις βάσει βιβλίων και στοιχεί­ων εκροές στη φορολογία Φ.Π.Α. ή από το σύνολο των τυχόν χονδρικών πωλήσεων της οικείας διαχειριστικής περιόδου που προκύπτουν από τα οικεία φορολογικά στοιχεία εσόδων.
4. Τα προσδιοριζόμενα ποσά καθαρών κερδών κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση β' της παραγράφου 2, επί βι­βλίων Β' ή Γ' κατηγορίας του Κ.Β.Σ., δεν μπορεί σε κα­μιά περίπτωση να είναι μικρότερα αυτών που προκύ­πτουν λογιστικώς με την αφαίρεση των εκπιπτόμενων κατά τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισο­δήματος εξόδων από τα ακαθάριστα έσοδα, όπως αυτά προκύπτουν από τα τηρηθέντα βιβλία και στοιχεία.
Επίσης, τα προσδιοριζόμενα ποσά καθαρών κερδών κατά τα οριζόμενα στην ίδια πιο πάνω περίπτωση β' της παραγράφου 2, επί βιβλίων Α' κατηγορίας του Κ.Β.Σ. ή επί μη τήρησης βιβλίων λόγω μη ύπαρξης σχετικής υπο­χρέωσης, δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να είναι μικρότερα αυτών που προκύπτουν σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 ή της παραγράφου 4 του άρθρου 32 του Κώδικα Φορολο­γίας Εισοδήματος, κατά περίπτωση.
5. Τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 έχουν εφαρμογή, εφόσον υποβάλλεται «ειδικό σημείωμα αυτοελέγχου Φ.Π.Α.», στο οποίο περιλαμβάνονται:
α. Οι τυχόν διαφορές εκροών στο Φ.Π.Α. που προκύ­πτουν με βάση τα ακαθάριστα έσοδα που προσδιορίζο­νται κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση α' της παραγρά­φου 2. Προκειμένου να υπολογισθεί ο οφειλόμενος Φ.Π.Α. επί των εν λόγω διαφορών, οι διαφορές αυτές κατανέμονται σε εκροές φορολογητέες κατά συντελεστή Φ.Π.Α. και σε εκροές απαλλασσόμενες χωρίς δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών, κατ' αναλογία των βάσει βιβλίων και στοιχείων εκροών.
β. Επί επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή και πα­ραγωγής προϊόντων με εκροές που υπάγονται σε περισ­σότερους από έναν συντελεστές Φ.Π.Α., δηλώνονται και οι τυχόν προκύπτουσες διαφορές εκροών που αναλο­γούν στον υψηλότερο συντελεστή και οφείλονται στη μετακύλισή τους στο χαμηλότερο συντελεστή.
Θεωρείται ότι υφίσταται τέτοια μετακύλιση, όταν το ποσοστό συμμετοχής των εκροών από πωλήσεις εμπο­ρεύσιμων αγαθών με τον υψηλότερο συντελεστή επί των συνολικών πωλήσεων εμπορεύσιμων αγαθών της οι­κείας χρήσης είναι μικρότερο από το ποσοστό συμμετοχής του κόστους των πωληθέντων εμπορεύσιμων αγα­θών με τον υψηλότερο συντελεστή επί του συνολικού κόστους των πωληθέντων εμπορεύσιμων αγαθών στην ί­δια χρήση.
Στην περίπτωση αυτή, η κατανομή των εκροών κατά συντελεστή Φ.Π.Α. γίνεται με βάση την κατανομή του κόστους των πωληθέντων αγαθών. Το ποσό της διαφο­ράς φόρου που προκύπτει από την αναπροσαρμογή της κατανομής αυτής μεταξύ συντελεστών προσαυξάνεται κατά σαράντα τοις εκατό (40%) και προστίθεται στο ο­φειλόμενο ποσό Φ.Π.Α. που προκύπτει από τις τυχόν διαφορές εκροών της προηγούμενης περίπτωσης α'.
Για την εξεύρεση των οικείων ποσών κόστους πωληθέ­ντων έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κώδικα Φορολο­γίας Εισοδήματος.
γ. Στην περίπτωση που η διαδικασία αυτοελέγχου του παρόντος ακολουθείται για χρήση στην οποία μεταφέρε­ται πιστωτικό υπόλοιπο από προηγούμενη ανέλεγκτη χρήση, το μεταφερόμενο πιστωτικό υπόλοιπο δεν υπο­λογίζεται κατά την εκκαθάριση του οφειλόμενου φόρου. Το πιστωτικό αυτό υπόλοιπο θα διακανονιστεί κατά την περαίωση της εν λόγω χρήσης.
δ. Στην περίπτωση που με το «ειδικό σημείωμα αυτοε­λέγχου Φ.Π.Α.» προκύπτει μείωση πιστωτικού υπολοί­που που έχει ήδη μεταφερθεί σε επόμενη χρήση, η δια­φορά αυτή μειώνει το φόρο εισροών της φορολογικής περιόδου κατά την οποία υποβάλλεται το ειδικό αυτό σημείωμα.
ε. Στην περίπτωση που υπάρχει δικαίωμα επιστροφής φόρου, σύμφωνα με την παράγραφο 1β' του άρθρου 34 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000), η υποβολή του «ειδι­κού σημειώματος αυτοελέγχου Φ.Π.Α.» δεν συνεπάγε­ται την κρίση ως ειλικρινών των δηλώσεων που έχουν υ­ποβληθεί πριν τη διενέργεια προσωρινού ελέγχου για την έγκριση ή μη του δικαιώματος αυτού.»

4. Ο τίτλος του άρθρου 16 αντικαθίσταται σε «Αυτοέ­λεγχος δηλώσεων λοιπών φορολογιών».

5. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 17 η λέξη «περαιούμενες» μετά τις λέξεις «έχουν εφαρμογή και για τις» α­ντικαθίσταται με τη λέξη «αυτοελεγχόμενες» και η πα­ράγραφος 1 του άρθρου αυτού, καθώς και η παράγρα­φος 7 του ίδιου άρθρου αναριθμούμενη σε 8 αντικαθίστανται και προστίθεται στο άρθρο αυτό νέα παράγρα­φος 7 ως εξής:
«1. Τα ποσά φόρων, τελών ή εισφορών που βεβαιώνο­νται στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 13 έως 16 δεν διαγράφονται ούτε αναζητούνται σε καμιά περίπτωση. Εξαιρετικά, στις τυχόν περιπτώσεις που για οποιονδήποτε λόγο δηλώθηκαν ποσά ακαθάριστων εσό­δων ή καθαρών κερδών ή διαφορών εκροών στο Φ.Π.Α. μεγαλύτερα των προβλεπομένων, με συνέπεια τη βεβαί­ωση ποσών φόρων, τελών ή εισφορών μεγαλύτερων των αναλογούντων, ο φορολογούμενος δύναται, εφόσον ε­πιθυμεί, να υποβάλει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. εντός έτους από της περαίωσης ειδική δήλωση - αίτηση περί υπαγω­γής του σε τακτικό έλεγχο, στο πλαίσιο του οποίου συμψηφίζονται τα εκ της περαίωσης βεβαιωθέντα ποσά, επιστρεφομένης της τυχόν αρνητικής διαφοράς κατά το μέ­ρος που αυτή αφορά τα επιπλέον των αναλογούντων πο­σά που βεβαιώθηκαν στο πλαίσιο του αυτοελέγχου.»
«7. Επί εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 13 έως 15, αν διαπιστωθεί ότι δεν συντρέχουν οι αναγκαίοι όροι και προϋποθέσεις υπαγωγής κατά το άρθρο 14 ή ότι δεν εφαρμόσθηκαν ορθά όσα προβλέπονται στο άρθρο 15, με αποτέλεσμα να προσδιοριστούν επί μέρους ή τελικά ποσά ακαθάριστων εσόδων ή καθαρών κερδών ή τυχόν διαφορών εκροών στο Φ.Π.Α. μικρότερα αυτών που έ­πρεπε να προσδιορισθούν κατά το άρθρο αυτό, οι οικείες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α. δεν θεω­ρούνται περαιωθείσες κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 13 και παραμένουν εκκρεμείς, υποκείμενες σε έλεγχο κατά τις κείμενες διατάξεις. Στις παραπάνω περιπτώσεις, αν σε οποιαδήποτε από τις αμέσως επόμενες δύο (2) δια­χειριστικές περιόδους εφαρμοσθούν ή έχουν εφαρμο­σθεί οι ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 13 έως 15, οι οικείες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α. και των διαχειριστικών αυτών περιόδων θεωρούνται επί­σης εκκρεμείς και υπόκεινται σε έλεγχο κατά τις κείμε­νες διατάξεις. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της πα­ραγράφου 1 ισχύουν ανάλογα και στις περιπτώσεις της παρούσας παραγράφου.»
«8. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να καθορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου του νόμου αυ­τού, ο τύπος και το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων δηλώσεων ή εντύπων και ο χρόνος υποβολής αυτών για τον αυτοέλεγχο κατά τις ως άνω διατάξεις, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξε­ων αυτών.
Με απόφαση του ίδιου Υπουργού μπορεί επίσης να κα­θορίζεται ο τρόπος επιλογής προς έλεγχο δείγματος υ­ποθέσεων για τις οποίες υποβάλλονται δηλώσεις στο πλαίσιο εφαρμογής των ίδιων διατάξεων, καθώς και ο τρόπος ελέγχου των υποθέσεων αυτών.
Για τις λοιπές υποθέσεις που δεν περιλαμβάνονται στο πιο πάνω δείγμα, ο προϊστάμενος της αρμόδιας δημό­σιας οικονομικής υπηρεσίας δύναται να ελέγχει τη συν­δρομή ή μη των προβλεπόμενων όρων και προϋποθέσε­ων αυτοελέγχου.»
Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν για δηλώ­σεις φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2011 και επόμενων, καθώς και για τις αντίστοιχες δηλώσεις Φ.Π.Α. και λοιπών φορολογικών αντικειμένων.

Αποφάσεις & Εγκύκλιοι για τον Αυτοέλεγχο των υποβαλλόμενων Φορολογικών Δηλώσεων

ΠΟΛ 1128 02.06.2011

Διευκρινίσεις για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13 -17 του ν.3296/2004, μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 79 του ν.3842/2010 (ΦΕΚ 58 Α)

ΠΟΛ 1088 20.04.2011

Επιλογή προς έλεγχο δηλώσεων που υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 έως 17 του ν. 3296/2004, έλεγχος αυτών καθώς και εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 15 του ίδιου ως άνω νόμου.

ΠΟΛ 1098 04.05.2011

Τύπος και περιεχόμενο, τρόπος και χρόνος υποβολής “Ειδικού Σημειώματος Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.” καθώς και τρόπος και χρόνος υποβολής της δήλωσης της διαφοράς των ακαθαρίστων εσόδων στις λοιπές φορολογίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3296/2004 όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν με το άρθρο 79 του ν.3842/2010

ΠΟΛ 1191 17.12.2010

Κοινοποίηση των διατάξεων του άρθρου 79 του ν. 3842/2010 σχετικά με τoν αυτοέλεγχο των υποβαλλόμενων δηλώσεων και παροχή οδηγιών για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους

ΠΟΛ 1072 03.06.2009

Παροχή οδηγιών για την εφαρμογή της 1028045/1232/ΔΕ-Α/ΠΟΛ. 1035/11.3.2009 Α.Υ.Ο.Ο. «Επιλογή προς έλεγχο δηλώσεων που υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 έως 17 του ν. 3296/2004 και έλεγχος αυτών.

ΠΟΛ 1066 04.04.2011

Εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου στ΄ του άρθρου 13 του ν.3888/2010.

ΠΟΛ 1052 07.04.2009

Γνωστοποίηση διατάξεων σχεδίου νόμου που αφορούν την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13 έως 17 του ν. 3296/2004 περί περαίωσης των υποβαλλόμενων δηλώσεων χωρίς έλεγχο και των άρθρων 1 έως 11 του ν. 3259/2004 περί περαίωσης εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων.

ΠΟΛ 1035 11.03.2009

Επιλογή προς έλεγχο δηλώσεων που υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 έως 17 του ν. 3296/2004 και έλεγχος αυτών.

ΠΟΛ 1049 06.03.2008

Παροχή οδηγιών για την εφαρμογή της Α.Υ.Ο.Ο. ΠΟΛ. 1130/2007 «Eπιλογή προς έλεγχο δηλώσεων που υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 έως 17 του ν.3296/2004 και έλεγχος αυτών».

ΠΟΛ 1130 06.11.2007

Επιλογή προς έλεγχο δηλώσεων που υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 έως 17 του ν.3296/2004 και έλεγχος αυτών.

ΠΟΛ 1064 03.04.2007

Παροχή οδηγιών για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13 έως 17 του ν. 3296/2004 περί περαίωσης φορολογικών δηλώσεων χωρίς έλεγχο.

ΠΟΛ 1082 24.05.2005

Περαίωση υποβαλλόμενων δηλώσεων

ΠΟΛ 1040 08.03.2005

Οδηγίες για τις συμπληρωματικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος

ΠΟΛ 1027 22.02.2005

Οδηγίες Εφαρμογής Ορισμένων Διατάξεων φυσικών και νομικών προσώπων

Ν. 3763/ 2009 - ΦΕΚ Α' 80/ 27.05.2009

Ενσωμάτωση Οδηγιών 2006/98/ ΕΚ, 2008/8/ΕΚκαι 2007/74/EK, διατάξεων των Οδηγιών 2006/112/ΕΚ και 2006/69/ΕΚ, διατάξεις φορολογίας εισοδήματος, κεφαλαίου, ΦΠΑ και λοιπών φορολογιών και λοιπές διατάξεις.

ΠΟΛ 1136 31.05.2012 Χρόνος υποβολής του «Ειδικού Σημειώματος Αυτοελέγχου ΦΠΑ» καθώς και της δήλωσης της διαφοράς των ακαθαρίστων εσόδων στις λοιπές φορολογίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3296/2004 όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν με το άρθρο 79 του ν.3842/2010.

ΠΟΛ 1136 31.05.2012 Χρόνος υποβολής του «Ειδικού Σημειώματος Αυτοελέγχου ΦΠΑ» καθώς και της δήλωσης της διαφοράς των ακαθαρίστων εσόδων στις λοιπές φορολογίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3296/2004 όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν με το άρθρο 79 του ν.3842/2010.

ΑΠΟΦΑΣΗ 

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 17 του ν.3296/2004 (ΦΕΚ 253 Α/14.12.2004), όπως ισχύουν.

2. Τις διατάξεις της ΑΥΟ ΠΟΛ.1098/4.5.2011 (ΦΕΚ 826Β/12.05.2011).

3. Την ανάγκη διευκόλυνσης των φορολογουμένων για την ομαλή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13 έως και 17 του ν. 3296/2004, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν με το άρθρο 79 του ν.3842/2010.

4. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.

ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ

1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 3 της ΑΥΟ ΠΟΛ.1098/4.5.2011, σχετικά με το χρόνο υποβολής του «Ειδικού Σημειώματος Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.» και των συμπληρωματικών δηλώσεων λοιπών φορολογιών, αντικαθίσταται ως ακολούθως: 

«Για διαχειριστική περίοδο που έληξε ή λήγει από 1.1.2011 και εφεξής το «Ειδικό Σημείωμα Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.» υποβάλλεται εντός πέντε ημερών από την τελευταία λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος ή της εκκαθαριστικής δήλωσης ΦΠΑ. Ειδικά για διαχειριστική περίοδο που έληξε μέχρι και την 31.12.2011 το «Ειδικό Σημείωμα Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.» υποβάλλεται μέχρι και την 16η Ιουλίου 2012.»

2. Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΖΑΝΙΑΣ

ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ

ΠΟΛ 1008 19.01.2011 Καθορισμός ορίων ακαθαρίστων εσόδων επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών που τηρούν βιβλία Β΄ κατηγορίας του Κ.Β.Σ. , πάνω από τα οποία υφίσταται υποχρέωση υπογραφής των δηλώσεων από λογιστή φοροτεχνικό με βάση τις διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 2873/2000.

  

ΠΟΛ 1008 19.01.2011

Καθορισμός ορίων ακαθαρίστων εσόδων επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών που τηρούν βιβλία Β΄ κατηγορίας του Κ.Β.Σ. , πάνω από τα οποία υφίσταται υποχρέωση υπογραφής των δηλώσεων από λογιστή φοροτεχνικό με βάση τις διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 2873/2000.

Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:
α) Τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 38 του Ν. 2873/2000 (ΦΕΚ 285Α΄).
β) Τις διατάξεις της αριθ. 1003510/102/38/0014/ΠΟΛ. 1070/15.3.2001 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 370Β΄).
γ) Τις διατάξεις της αριθ. 1117146/7150/756/0014/ΠΟΛ. 1380/21.12.2001 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 11Β΄).
δ) Τις διατάξεις της αριθ. Δ6Α 1142500 ΕΞ 2010/26.10.2010 κοινής απόφασης του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών περί ανάθεσης αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Οικονομικών (ΦΕΚ 1725 Β΄).
ε) Ότι με την παρούσα απόφαση δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:

 

1. Τα ποσά των ακαθαρίστων εσόδων επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών που τηρούν βιβλία Β΄ κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων και αναφέρονται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 38 του ν. 2873/2000 ( ΦΕΚ 285 Α΄) μειώνονται από τριακόσιες χιλιάδες (300.000) και εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ, σε εκατό χιλιάδες (100.000) και πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, αντίστοιχα.

2. Στους υπόχρεους της παραγράφου 4 του άρθρου 2 και της παραγράφου 1 του άρθρου 101 του Κώδικα Φοολογίας Εισοδήματος καθώς και σε όσους περαιώνουν τις υποθέσεις τους με βάση τις διατάξεις των άρθρων 13 έως 17 του ν. 3296/2004 (ΦΕΚ 253 Α΄) (αυτοέλεγχος), υφίσταται υποχρέωση υπογραφής των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος τους από λογιστή φοροτεχνικό, ανεξάρτητα από το ύψος των ακαθαρίστων εσόδων.

 

3. Για την εφαρμογή των πιο πάνω ορίων ακαθαρίστων εσόδων λαμβάνονται υπόψη τα ακαθάριστα έσοδα που πραγματοποιούνται από τη διαχειριστική περίοδο 2010 και μετά. Η παρούσα απόφαση, η οποία ισχύει από τη διαχειριστική περίοδο 2010 (οικονομικό έτος 2011), να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 19 Ιανουαρίου 2011

Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΥΣΕΛΑΣ

ΠΟΛ 1128 02.06.2011 Διευκρινίσεις για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13 -17 του ν.3296/2004, μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 79 του ν.3842/2010 (ΦΕΚ 58 Α)

ΠΟΛ 1128 02.06.2011

Διευκρινίσεις για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13 -17 του ν.3296/2004, μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 79 του ν.3842/2010 (ΦΕΚ 58 Α)

Σε σχέση με το παραπάνω θέμα και σε συνέχεια:

i) της εγκυκλίου ΠΟΛ 1191/17.12.2010, με την οποία κοινοποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 79 του ν. 3842/2010 (Φ.Ε.Κ. 58 Α΄) σχετικά με τον αυτοέλεγχο των υποβαλλόμενων δηλώσεων και παρασχέθηκαν οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους και

ii) της Υπουργικής Απόφασης Α.Υ.Ο. ΠΟΛ 1098/04.05.2011, με την οποία καθορίσθηκε ο τύπος και το περιεχόμενο του «Ειδικού Σημειώματος Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.»,

παρέχονται οι ακόλουθες συμπληρωματικές διευκρινίσεις, προκειμένου να διασφαλισθεί η ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.

1. Για τον υπολογισμό του οφειλόμενου φόρου λόγω μετακύλισης κατά τη συμπλήρωση του «Ειδικού Σημειώματος Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.» (εφόσον θεωρείται ότι υφίσταται μετακύλιση σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 79 του ν.3842/2010), γίνεται αποδεκτό ότι:

i) στην περίπτωση που στις φορολογητέες εκροές μιας επιχείρησης περιλαμβάνονται πωλήσεις εμπορευσίμων αγαθών και με τους τρεις συντελεστές που προβλέπονται από το άρθρο 21 του ν.2859/2000 (Κώδικας Φ.Π.Α.) όπως ισχύει, δηλαδή με τον κανονικό, τον μειωμένο και τον υπερμειωμένο συντελεστή (για παράδειγμα με 23%, με 11% και με 5,5%), όπως αυτοί ίσχυσαν κατά τη διάρκεια της ελεγχόμενης με τη διαδικασία του αυτοελέγχου διαχειριστικής περιόδου, η μετακύλιση του φόρου θεωρείται ότι συντελέσθηκε από τον κανονικό σε έναν μόνο από τους κατώτερους συντελεστές (μειωμένο ή υπερμειωμένο) και

ii) δεν θεωρείται ότι υφίσταται μετακύλιση από τους συντελεστές της παραγράφου 1 του άρθρου 21 του Κώδικα Φ.Π.Α., προς τους αντίστοιχους μειωμένους κατά 30% που ισχύουν για συγκεκριμένα νησιά του Αιγαίου, βάσει των παραγράφων 4 και 6 του ιδίου άρθρου.

Οι παραπάνω παραδοχές κρίθηκαν αναγκαίες για τη διευκόλυνση της διενέργειας των σχετικών υπολογισμών κατά τη συμπλήρωση του «Ειδικού Σημειώματος Αυτοελέγχου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας», λαμβάνοντας υπόψη αφενός τις μεταβολές των συντελεστών εντός του έτους 2010 και αφετέρου το περιορισμένο πλήθος επιχειρήσεων από τις οποίες μπορεί να έχει συντελεσθεί μετακύλιση φόρου σε περισσότερους του ενός συντελεστές.

 

Περαιτέρω, είναι προφανές ότι στην περίπτωση που στις φορολογητέες εκροές μιας επιχείρησης περιλαμβάνονται πωλήσεις εμπορευσίμων αγαθών με δύο συντελεστές και προκύπτουν διαφορές μετακύλισης, η μετακύλιση αυτή θεωρείται ότι συντελέσθηκε από τον υψηλότερο για την επιχείρηση αυτή συντελεστή (κανονικό ή μειωμένο), στον αμέσως κατώτερο για την επιχείρηση συντελεστή (μειωμένο ή υπερμειωμένο). Κατά συνέπεια στις περιπτώσεις ύπαρξης δύο συντελεστών, μετακύλιση μπορεί να υφίσταται είτε από τον κανονικό στο μειωμένο συντελεστή, είτε από τον μειωμένο στον υπερμειωμένο συντελεστή, είτε από τον κανονικό στον υπερμειωμένο συντελεστή.

2. Με την εγκύκλιο ΠΟΛ 1191/17.12.2010 διευκρινίσθηκε ότι «το ειδικό σημείωμα αυτοελέγχου Φ.Π.Α. υποβάλλεται εφόσον προκύπτουν διαφορές αυτοελέγχου ή/και διαφορές μετακύλισης, ανεξαρτήτως αποτελέσματος (χρεωστικό, πιστωτικό ή μηδενικό)».

Κατά συνέπεια, στις περιπτώσεις που επιλέγεται η υπαγωγή στον αυτοέλεγχο αλλά δεν υφίστανται ούτε διαφορές ακαθαρίστων εσόδων, ούτε και διαφορές μετακύλισης, δεν υφίσταται υποχρέωση υποβολής του «Ειδικού Σημειώματος Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.».

Επισημαίνεται όμως ότι διαφορές μετακύλισης και συνεπώς υποχρέωση υποβολής του «Ειδικού Σημειώματος Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.», μπορεί να υφίσταται ακόμη και όταν δεν υφίστανται διαφορές ακαθαρίστων εσόδων.

3. Με την εγκύκλιο ΠΟΛ 1191/17.12.2010 διευκρινίσθηκε ότι «η νομίμως υφιστάμενη διαφορά συντελεστών σε επιχειρήσεις όπως οι εκδοτικές ή οι επιχειρήσεις μεταφοράς προσώπων, δεν πρέπει να συγχέεται με μετακύλιση».

Επισημαίνεται ότι αυτό ισχύει για όλες τις περιπτώσεις νομίμως υφιστάμενης διαφοράς συντελεστών και όχι μόνο για τα ενδεικτικώς αναφερθέντα στην παραπάνω εγκύκλιο είδη επιχειρήσεων. Ειδικότερα, διευκρινίζεται ότι δεν υφίσταται μετακύλιση όταν η τυχόν θετική διαφορά μεταξύ της συμμετοχής του υψηλότερου συντελεστή στο κόστος πωληθέντων και της συμμετοχής του στις εκροές, οφείλεται στο ότι οι πρώτες ύλες για την παραγωγή ενός εμπορεύματος εντάσσονται στον κανονικό (ή στον μειωμένο) συντελεστή, ενώ το παραγόμενο εμπόρευμα στον μειωμένο (ή στον υπερμειωμένο αντίστοιχα) συντελεστή.

 

Ταυτόχρονα όμως επισημαίνεται ότι στις περιπτώσεις ύπαρξης αγαθών που χρησιμοποιούνται τόσο ως πρώτες (ή βοηθητικές) ύλες, όσο και ως εμπορεύσιμα αγαθά, θα πρέπει να εξετάζεται αν υφίσταται μετακύλιση λόγω της πώλησης αυτών, ως εμπορευσίμων, με συντελεστή κατώτερο από αυτόν στον οποίο υπάγονται, και όχι λόγω της ενσωμάτωσης αυτών σε αγαθά που υπάγονται σε κατώτερο συντελεστή Φ.Π.Α. (π.χ. οινοπνευματώδη ποτά που υπάγονται στον κανονικό συντελεστή Φ.Π.Α. και μπορεί να αποτελούν για επιχειρήσεις, όπως αυτές των ζαχαροπλαστείων, τόσο εμπορεύματα, όσο και πρώτες ύλες για την παραγωγή άλλων αγαθών υπαγόμενων στο μειωμένο συντελεστή Φ.Π.Α.).

Όταν υφίστανται αγορές αγαθών ή λήψεις υπηρεσιών (π.χ. πρώτες και βοηθητικές ύλες, υλικά συσκευασίας, ενδοκοινοτικές αποκτήσεις, αγορές από μη υποκείμενους σε Φ.Π.Α. κ.λπ.) οι οποίες είτε διατίθενται αυτούσια είτε συμμετέχουν στο κόστος παραγωγής αγαθών υπαγόμενων κατά την πώλησή τους σε διαφορετικό συντελεστή Φ.Π.Α, οι εν λόγω αγορές ή υπηρεσίες θα συμμετέχουν στο κόστος πωληθέντων ανάλογα με την πραγματική τους διάθεση.

4. Σε σχέση με τις διαφορές των ακαθαρίστων εσόδων των επιχειρήσεων που δεν υπάγονταν καθ΄ όλη τη διάρκεια της διαχειριστικής τους περιόδου στο Φ.Π.Α. (π.χ. δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, επιχειρήσεις παροχής νοσοκομειακής και ιατρικής περίθαλψης κλπ), διευκρινίζεται ότι για τον υπολογισμό του οφειλόμενου Φ.Π.Α. δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύνολο των διαφορών αυτών, αλλά μόνο το μέρος αυτών που αναλογεί στα ακαθάριστα έσοδα της περιόδου κατά την οποία οι επιχειρήσεις αυτές υπάγονταν στο Φ.Π.Α.

Κατά συνέπεια, στις παραπάνω περιπτώσεις θα πρέπει να διενεργηθεί επιμερισμός των διαφορών ακαθαρίστων εσόδων με βάση τα ακαθάριστα έσοδα της κάθε περιόδου (πριν και μετά την ένταξή τους στο Φ.Π.Α). Στη συνέχεια, το ποσό των φορολογητέων ως προς το Φ.Π.Α. διαφορών ακαθαρίστων εσόδων, θα πρέπει να κατανεμηθεί σε εκροές φορολογητέες κατά συντελεστή Φ.Π.Α. και σε εκροές απαλλασσόμενες χωρίς δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών, κατ΄ αναλογία των βάσει βιβλίων και στοιχείων εκροών. Στις περιπτώσεις αυτές, ως «διαφορά εκροών» στην πρώτη σελίδα του «Ειδικού Σημειώματος Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.», θα πρέπει να αναγραφεί μόνο το ποσό των φορολογητέων ως προς το Φ.Π.Α. διαφορών ακαθαρίστων εσόδων, το οποίο και θα κατανεμηθεί στις βάσει βιβλίων και στοιχείων εκροές (της περιόδου για την οποία η επιχείρηση είχε υπαχθεί στο Φ.Π.Α.).

 

5. Σύμφωνα με την περίπτωση γ΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 79 του ν.3842/2010 «στην περίπτωση που η διαδικασία αυτοελέγχου του παρόντος ακολουθείται για χρήση στην οποία μεταφέρεται πιστωτικό υπόλοιπο από προηγούμενη ανέλεγκτη χρήση, το μεταφερόμενο πιστωτικό υπόλοιπο δεν υπολογίζεται κατά την εκκαθάριση του οφειλόμενου φόρου. Το πιστωτικό αυτό υπόλοιπο θα διακανονιστεί κατά την περαίωση της εν λόγω χρήσης».

Για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διευκρινίζουμε ότι ανέλεγκτη θεωρείται η χρήση η οποία:

α) Δεν έχει ελεγχθεί με τακτικό έλεγχο.

β) Για τις δηλώσεις οικονομικού έτους 2010, που υπήχθησαν στις διατάξεις των άρθρων 13, 14, 15, 16, 17 του ν. 3296/2004 περί αυτοπεραίωσης, θεωρείται ανέλεγκτη η χρήση 2009 εφόσον οι δηλώσεις αυτές υπάγονται στις διατάξεις των παραγράφων 1 και 7 της Α.Υ.Ο. ΠΟΛ 1088/20.4.2011 (ΦΕΚ 667Β/21-4 -2011) και

γ) Τέλος, θεωρείται ανέλεγκτη η χρήση 2009 που υπήχθη στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12 και 13 του ν. 3888/2010, εφόσον το πιστωτικό υπόλοιπο Φ.Π.Α. της χρήσης αυτής υπερβαίνει τις 5.000 € ή υφίστανται επιβαρυντικά στοιχεία σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 2 καθώς και της παραγράφου 4 του άρθρου 7 του ανωτέρω νόμου αντίστοιχα (σχετική διατ. παρ. 8 της Α.Υ.Ο ΠΟΛ 1088/20.4.2011 ΦΕΚ 667Β/21-4-2011).

Κατά συνέπεια, εφόσον η χρήση 2009 είναι «ανέλεγκτη» σύμφωνα με τα παραπάνω και από τη χρήση αυτή έχει μεταφερθεί πιστωτικό υπόλοιπο στη χρήση 2010, το υπόλοιπο αυτό δε θα ληφθεί υπόψη κατά την εκκαθάριση του φόρου της χρήσης 2010 στα πλαίσια του αυτοελέγχου. Μεταβολή (μείωση ή μηδενισμός ή μετατροπή σε χρεωστικό) του πιστωτικού υπολοίπου του φόρου μεταξύ της εκκαθαριστικής και του σημειώματος αυτοελέγχου της ίδιας χρήσης, η οποία προκύπτει από αυτή ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία, μειώνει αντίστοιχα το φόρο των εισροών της φορολογικής περιόδου εντός της οποίας υποβάλλεται το «Ειδικό Σημείωμα Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.», κατά τα αναφερόμενα στην εγκύκλιο ΠΟΛ. 1027/22.2.2005.

Αυτονόητο είναι ότι οι ανωτέρω περιπτώσεις θα πρέπει να ελέγχονται κατά προτεραιότητα από τις αρμόδιες υπηρεσίες, έτσι ώστε να μην προκύπτουν θέματα παραγραφής του δικαιώματος των υποκείμενων στο φόρο για επιστροφή του πιστωτικού τους υπολοίπου, καθώς και ότι οι υποκείμενοι δικαιούνται να απαιτούν τα ποσά αυτά.

 

Στην περίπτωση όμως που η χρήση δε θεωρείται ανέλεγκτη σύμφωνα με τα παραπάνω και υφίσταται δικαίωμα συμψηφισμού του πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α., θα αναγράφεται στο τέλος του «Ειδικού Σημειώματος Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.» στις Σημειώσεις φορολογουμένου, η ένδειξη «χρήση 2009 - ελεγμένη τακτικός έλεγχος» ή «χρήση 2009 - υπαχθείσα στις διατάξεις των άρθρων 13, 14, 15, 16 και 17 του ν. 3296/2004» ή «χρήση 2009 - περαιωμένη με τις διατάξεις των άρθρων 1-13 του ν. 3888/2010». Επισημαίνεται ιδιαιτέρως ότι στη περίπτωση που το μεταφερόμενο πιστωτικό υπόλοιπο προέρχεται από τη χρήση 2009, η οποία περαιώθηκε με τις διατάξεις του ν. 3888/2010, θα γίνεται έλεγχος κατά την παραλαβή του «Ειδικού Σημειώματος Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.», αν υφίστανται επιβαρυντικά στοιχεία σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 7 του ν. 3888/2010, καθώς το πιστωτικό υπόλοιπο αυτό δεν λαμβάνεται υπόψη κατά την εκκαθάριση του φόρου της χρήσης 2010 στα πλαίσια του αυτοελέγχου και πρέπει να αναγραφεί στη σχετική ένδειξη «πιστωτικό υπόλοιπο προηγούμενης ανέλεγκτης διαχειριστικής περιόδου» του πίνακα εκκαθάρισης φόρου του «Ειδικού Σημειώματος Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.» της χρήσης αυτής.

Υπενθυμίζεται ότι, όπως έχει διευκρινισθεί με την εγκύκλιο ΠΟΛ 1082/24.5.2005, «στις περιπτώσεις που κατά την ημερομηνία υποβολής του ειδικού σημειώματος περαίωσης Φ.Π.Α. ο υπόχρεος έχει ήδη διακόψει τις εργασίες του, το ποσό κατά το οποίο μειώνεται το πιστωτικό υπόλοιπο των υπό περαίωση χρήσεων θα καταβάλλεται με την υποβολή έκτακτης περιοδικής δήλωσης ταυτόχρονα με την υποβολή του ειδικού σημειώματος περαίωσης, εφόσον αυτό έχει μεταφερθεί προς έκπτωση σε επόμενη περίοδο ή έχει ζητηθεί η επιστροφή του».

6. Σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 79 του ν.3842/2010, οι τυχόν διαφορές εκροών στο Φ.Π.Α. που προκύπτουν με βάση τα ακαθάριστα έσοδα κατανέμονται σε εκροές φορολογητέες κατά συντελεστή Φ.Π.Α. και σε εκροές απαλλασσόμενες χωρίς δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών, κατ΄ αναλογία των βάσει βιβλίων και στοιχείων εκροών.

Στις περιπτώσεις όμως που επιλέγεται η υπαγωγή στις διατάξεις του αυτοελέγχου για διαχειριστική περίοδο για την οποία δεν υφίστανται ακαθάριστα έσοδα βάσει βιβλίων και στοιχείων, η κατανομή της διαφοράς των εκροών σε φορολογητέες εκροές κατά συντελεστή Φ.Π.Α. και απαλλασσόμενες εκροές χωρίς δικαίωμα έκπτωσης, θα γίνει με βάση τα δεδομένα της προηγούμενης διαχειριστικής περιόδου. Επί μη ύπαρξης προηγούμενης διαχειριστικής περιόδου (πρώτη χρήση), οι διαφορές εκροών θεωρούνται φορολογητέες στο σύνολό τους. Περαιτέρω, αν εντός της συγκεκριμένης διαχειριστικής περιόδου μεταβλήθηκαν οι συντελεστές Φ.Π.Α., θα πρέπει, μετά την διενέργεια της παραπάνω κατανομής, να διενεργηθεί και επιμερισμός των φορολογητέων διαφορών μεταξύ των συντελεστών που ίσχυσαν κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης διαχειριστικής περιόδου, βάσει της χρονικής διάρκειας ισχύος αυτών.

Για παράδειγμα, εφόσον πρόκειται για επιχείρηση που πωλεί εμπορεύματα υπαγόμενα στο σύνολό τους στον κανονικό συντελεστή Φ.Π.Α. και εφόσον η διαχειριστική της περίοδος διήρκεσε από την 01.01.2010 μέχρι και την 31.12.2010, τα 73/365 των διαφορών θα φορολογηθούν με συντελεστή 19% (01.01 - 14.03.2010=73 ημέρες), τα 108/365 των διαφορών θα φορολογηθούν με συντελεστή 21% (15.03 - 30.06.2010=108 ημέρες) και τα 184/365 των διαφορών θα φορολογηθούν με συντελεστή 23% (01.07 - 31.12.2010=184 ημέρες). Κατ΄ ανάλογο τρόπο θα διενεργηθεί και ο επιμερισμός για τον μειωμένο και τον υπερμειωμένο συντελεστή, εφόσον αυτοί υφίστανται για την επιχείρηση.

7. Η αναγραφή στον κωδικό 666 της εκκαθαριστικής δήλωσης Φόρου Προστιθέμενης Αξίας των δαπανών της επιχείρησης μειωμένων κατά τα ποσά της φορολογικής αναμόρφωσης δεν συνιστά λόγο εξαίρεσης από τον αυτοέλεγχο, όταν στον πίνακα Ι του εντύπου Ε3 της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος έχουν αναγραφεί τα σωστά για τον υπολογισμό του αυτοελέγχου ποσά.

8. Για τη διευκόλυνση της συμπλήρωσης του εντύπου του «Ειδικού Σημειώματος Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.» και της διενέργειας των σχετικών υπολογισμών, επισυνάπτεται αντίγραφο του εντύπου αυτού, το οποίο έχει συμπληρωθεί με χρήση των αριθμητικών δεδομένων του 2ου παραδείγματος της εγκυκλίου ΠΟΛ 1191/17.12.2010, καθώς και των συμπληρωματικών δεδομένων ότι το υπόλοιπο του φόρου εισροών (κωδ.710 εκκαθαριστικής) είναι 13.744,00€ και ότι το μεταφερόμενο υπόλοιπο προηγούμενης ανέλεγκτης διαχειριστικής περιόδου είναι 5.000,00€.

9. Το «Ειδικό Σημείωμα Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.» υποβάλλεται σε 3 (τρία) αντίτυπα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., το ένα εκ των οποίων επιστρέφεται υπογεγραμμένο στον υπόχρεο.

Το ένα εκ των δύο αντιτύπων που παραμένουν στη Δ.Ο.Υ. αρχειοθετείται στο τμήμα Φ.Π.Α. και το άλλο αρχειοθετείται στο φάκελο εισοδήματος του φορολογούμενου, για τη διευκόλυνση των μετέπειτα ελέγχων. Στις περιπτώσεις που η αρμόδια για την υποβολή του σημειώματος Δ.Ο.Υ. δεν είναι αυτή στην οποία υποβάλλεται η δήλωση φορολογίας εισοδήματος (π.χ. ατομική επιχείρηση συζύγου αρμοδιότητας άλλης Δ.Ο.Υ.), το ένα εκ των δύο αντιτύπων αποστέλλεται από τη Δ.Ο.Υ. στην οποία υποβλήθηκε, στην αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος Δ.Ο.Υ.

 

         ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ                Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ                     ΔΗΜ. ΚΟΥΣΕΛΑΣ

ΠΟΛ 1098 04.05.2011 Τύπος και περιεχόμενο, τρόπος και χρόνος υποβολής “Ειδικού Σημειώματος Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.”, καθώς και τρόπος και χρόνος υποβολής της δήλωσης της διαφοράς των ακαθαρίστων εσόδων στις λοιπές φορολογίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3296/2004 όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν με το άρθρο 79 του ν.3842/2010.

  

ΠΟΛ 1098 04.05.2011

    ΘΕΜΑ: «Τύπος και περιεχόμενο, τρόπος και χρόνος υποβολής “Ειδικού Σημειώματος Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.”, καθώς και τρόπος και χρόνος υποβολής της δήλωσης της διαφοράς των ακαθαρίστων εσόδων στις λοιπές φορολογίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3296/2004 όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν με το άρθρο 79 του ν.3842/2010»


    ΑΠΟΦΑΣΗ
    Ο Υπουργός Οικονομικών

Έχοντας υπόψη:
    1. Τις διατάξεις των άρθρων 13 , 14 , 15 , 16 και 17 του ν.3296/2004 (ΦΕΚ 253 Α),όπως ισχύουν.
    2. Τις διατάξεις του άρθρου 79 του ν.3842/2010(ΦΕΚ 58 Α).
    3. Τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθ. 54 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν.2859/2000 ΦΕΚ 248 Α).
    4. Την με αριθ. Δ6Α 1142500 ΕΞ 2010/26.10.2010 κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών με θέμα «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Οικονομικών Δημήτριο Κουσελά» (ΦΕΚ 1725 Β΄/03.11.2010).
    5. Την ανάγκη αλλαγής του εντύπου λόγω της τροποποίησης των διατάξεων των άρθρων 13 έως 17 του ν.3296/2004 με τις διατάξεις του άρθρου 79 του ν.3842/2010 και της μεταβολής των συντελεστών του άρθρου 21 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν.2859/2000 ΦΕΚ 248 Α).
    6. Την ανάγκη διευκόλυνσης των φορολογουμένων για την ομαλή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13 έως και 17 του Ν. 3296/2004, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν με το άρθρο 79 του ν.3842/2010.
    7. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.

ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ
    Άρθρο 1
    Τύπος και περιεχόμενο

Καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο του «Ειδικού Σημειώματος Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.» σύμφωνα με τον ν.3296/04, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 79 του ν.3842/2010, για τις δηλώσεις που αφορούν το οικονομικό έτος 2011 και εφεξής, όπως το υπόδειγμα που επισυνάπτεται ως παράρτημα της παρούσας.

    Άρθρο 2
    Υπόχρεοι σε υποβολή

    Το «Ειδικό Σημείωμα Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.» υποβάλλεται από υποκείμενους οι δηλώσεις των οποίων υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 13 έως 17 του ν.3296/2004, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν με τις διατάξεις του άρθρου 79 του ν.3842/2010, εφόσον επιλέγουν να φορολογηθούν σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές και εφόσον προκύπτουν διαφορές αυτοελέγχου ή/και διαφορές μετακύλισης.

Άρθρο 3
    Χρόνος και τρόπος υποβολής

    1. Το «Ειδικό Σημείωμα Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.» υποβάλλεται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. σε τρία αντίτυπα, το ένα εκ των οποίων επιστρέφεται υπογεγραμμένο στον υποκείμενο ή στον νόμιμο εκπρόσωπο αυτού, ως αντίγραφο.
    2. Εφόσον η διαχειριστική περίοδος έληξε μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2010, η υποβολή του «Ειδικού Σημειώματος Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.» πραγματοποιείται ανάλογα με το τελευταίο ψηφίο του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) του υποκείμενου και ολοκληρώνεται εντός 5 (πέντε) εργασίμων ημερών, ως εξής:
    α) Την 20η Ιουνίου 2011, προκειμένου για υποκείμενους που ο Α.Φ.Μ. τους λήγει σε 1,2.
    β) Την επόμενη εργάσιμη ημέρα της προθεσμίας για τα ψηφία 1, 2, προκειμένου για υποκείμενους που ο Α.Φ.Μ. τους λήγει σε 3, 4.
    γ) Την επόμενη εργάσιμη ημέρα της προθεσμίας για τα ψηφία 3, 4, προκειμένου για υποκείμενους που ο Α.Φ.Μ. τους λήγει σε 5, 6.
    δ) Την επόμενη εργάσιμη ημέρα της προθεσμίας για τα ψηφία 5, 6, προκειμένου για υποκείμενους που ο Α.Φ.Μ. τους λήγει σε 7, 8.
    ε) Την επόμενη εργάσιμη ημέρα της προθεσμίας για τα ψηφία 7, 8, προκειμένου για υποκείμενους που ο Α.Φ.Μ. τους λήγει σε 9, 0.
    Σε περίπτωση γενικής ή τοπικής αργίας, ή τοπικά μη εργάσιμης ημέρας, οι παραπάνω προθεσμίες μετακυλίονται ανάλογα.
    3. Εφόσον η διαχειριστική περίοδος έληξε ή λήγει εντός του 2011, η υποβολή του «Ειδικού Σημειώματος Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.» πραγματοποιείται με την τελευταία κατά περίπτωση δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος ή Εκκαθαριστικής Δήλωσης Φ.Π.Α.
    4. «Ειδικό Σημείωμα Αυτοελέγχου Φ.Π.Α» που υποβάλλεται εκπρόθεσμα δεν γίνεται αποδεκτό και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα.
    5. Τροποποιητικό «Ειδικό Σημείωμα Αυτοελέγχου Φ.Π.Α» γίνεται αποδεκτό εφόσον υποβάλλεται εντός των προθεσμιών των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου αυτού.
    6. Τα οριζόμενα στις παραπάνω παραγράφους 1, 2, 3 και 4, εφαρμόζονται ανάλογα και για τις συμπληρωματικές δηλώσεις λοιπών φορολογιών, στις περιπτώσεις που κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 15 του ν. 3296/2004 και του άρθρου 79 του ν.3842/2010, προκύπτουν διαφορές ακαθαρίστων εσόδων.

    Άρθρο 4
    Παραλαβή σημειώματος - βεβαίωση του οφειλόμενου φόρου

    1. Τα «Ειδικά Σημειώματα Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.» καταχωρούνται σε ιδιαίτερο βιβλίο που τηρείται από το τμήμα Φ.Π.Α. της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. Στο βιβλίο αυτό καταχωρούνται ο αύξων αριθμός και η ημερομηνία υποβολής του σημειώματος, ο Α.Φ.Μ. και το επώνυμο ή η επωνυμία του υποκείμενου, η διαχειριστική περίοδος και το νέο πιστωτικό υπόλοιπο ή χρεωστικό υπόλοιπο όπως προκύπτει από τον «Πίνακα Εκκαθάρισης του Φόρου».
    2. Το ποσό του τυχόν οφειλόμενου φόρου βεβαιώνεται ως έσοδο του προϋπολογισμού στους υφιστάμενους κωδικούς για την μετ΄ έλεγχον διαδικασία.

    Άρθρο 5
    Τρόπος καταβολής του οφειλόμενου φόρου

   1. Ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται εφάπαξ εφόσον είναι μικρότερος ή ίσος των 300 (τριακοσίων) ευρώ. Εάν είναι μεγαλύτερος, δύναται να καταβληθεί μέχρι και σε 6 (έξι) μηνιαίες δόσεις, αλλά το ποσό της κάθε δόσης, εκτός της τελευταίας, δεν μπορεί να είναι μικρότερο των 300 (τριακοσίων) ευρώ.
    2. Η πρώτη δόση του φόρου καταβάλλεται ταυτόχρονα με την υποβολή του «Ειδικού Σημειώματος Αυτοελέγχου Φ.Π.Α.» και οι επόμενες καταβάλλονται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες, των μηνών που ακολουθούν.

   Άρθρο 6
    Έναρξη ισχύος

Η παρούσα απόφαση να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η έναρξη ισχύος της ορίζεται από τη δημοσίευσή της.

                       ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ                Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
    Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ                 ΔΗΜ. ΚΟΥΣΕΛΑΣ

ΠΟΛ 1088 20.04.2011 Επιλογή προς έλεγχο δηλώσεων που υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 έως 17 του ν. 3296/2004, έλεγχος αυτών καθώς και εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 15 του ίδιου ως άνω νόμου.

  

ΠΟΛ 1088 20.04.2011

ΘΕΜΑ: «Επιλογή προς έλεγχο δηλώσεων που υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 έως 17 του ν. 3296/2004, έλεγχος αυτών καθώς και εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 15 του ίδιου ως άνω νόμου»

ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις:
α. Των άρθρων 13 έως 17 του ν. 3296/2004 όπως ισχύει (Φ.Ε.Κ. Α΄ 253).
β. Των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 13 του ν. 3522/2006 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 276).
γ. Του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3, καθώς και της παραγράφου 8 του άρθρου 66 του ν. 2238/1994 (Φ.Ε.Κ. Α’ 151).
δ. Της παραγράφου 4 του άρθρου 13 του ν. 2601/1998 (Φ.Ε.Κ. Α’ 81).
ε. Τις διατάξεις των άρθρων 1-13 του ν. 3888/2010 (Φ.Ε.Κ. Α’ 175).
2. Την ΠΟΛ 1072/8-4-2011 (Φ.Ε.Κ. Β΄/577) απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών «Έλεγχος φορολογικών υποθέσεων επιτηδευματιών, επίλυση φορολογικών διαφορών βεβαίωση και καταβολή των φόρων», όπως αυτή ισχύει.
3. Tην ΠΟΛ 1066/4-4-2011(Φ.Ε.Κ. Β΄/647) απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών «Εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου στ΄ του άρθρου 13 του ν. 3888/2010».
4. Τις αριθ. 1105941/1845/ΔΕ-Α/ΠΟΛ 1130/6.11.2007 (Φ.Ε.Κ. Β΄/2217) και 1028045/1232/ΔΕ-Α/ΠΟΛ 1035/11.3.2009 (Φ.Ε.Κ. Β΄/503) αποφάσεις του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών «Επιλογή προς έλεγχο δηλώσεων που υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 έως 17 του ν. 3296/2004 και έλεγχος αυτών».
5. Την αριθ. 1146405/ΔΕ-Β΄/14-10-2010 (Φ.Ε.Κ. Β’ 1829) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών «Ανακαθορισμός της καθ’ ύλην αρμοδιότητας μεταξύ των Δ.Ο.Υ., Π.Ε.Κ. και Δ.Ε.Κ., σε θέματα φορολογικού ελέγχου».
6. Την ανάγκη καθορισμού δείγματος προς έλεγχο δηλώσεων που υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 έως 17 του ν. 3296/2004, καθώς και του τρόπου ελέγχου των δηλώσεων αυτών.
7. Την αριθ. Δ6Α1142500 ΕΞ 2010/26.10.2010 (ΦΕΚ. Β΄ 1725) κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Οικονομικών Δημήτριο Κουσελά».
8. Ότι από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.

ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ

    1. Από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2008 που έχουν υποβληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 έως 17 του ν. 3296/2004, εκτός αυτών για τις οποίες ήδη έχει καθορισθεί το δείγμα ελέγχου με την απόφαση 1028045/1232/ΔΕ- Α/ΠΟΛ 1035/11.3.2009, καθώς και τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2009 που έχουν υποβληθεί σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω διατάξεις ελέγχονται ως προς τα εισοδήματα που έχουν δηλωθεί κατά τις διατάξεις αυτές οι δηλώσεις επιτηδευματιών των οποίων τα δύο τελευταία ψηφία του Α.Φ.Μ. λήγουν στους αριθμούς 11, 21, 31, 41 και 51 και το σύνολο των δηλωθέντων ακαθάριστων εσόδων επί επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή παραγωγής προϊόντων υπερβαίνει τα εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ, επί επιχειρήσεων αμιγώς παροχής υπηρεσιών ή επί αμιγώς ελευθέρων επαγγελματιών τα εξήντα χιλιάδες (60.000) ευρώ και επί μεικτών επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή παραγωγής προϊόντων και παροχής υπηρεσιών ή επί ελευθέρων επαγγελματιών με παράλληλη άσκηση εμπορικής δραστηριότητας πώλησης εμπορευμάτων ή παραγωγής προϊόντων ή και παροχής υπηρεσιών τα εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ για το σύνολο των δραστηριοτήτων και με την προϋπόθεση ότι τα ακαθάριστα έσοδα από την παροχή υπηρεσιών ή το ελευθέριο επάγγελμα υπερβαίνουν τα εξήντα χιλιάδες (60.000) ευρώ.
    Επίσης, από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2010 που έχουν υποβληθεί σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις του ν. 3296/2004 ελέγχονται κατά τα ως άνω οι δηλώσεις επιτηδευματιών των οποίων τα δύο τελευταία ψηφία του Α.Φ.Μ. λήγουν στους αριθμούς 11, 21, 31, 41 και 51 και το σύνολο των δηλωθέντων ακαθάριστων εσόδων επί επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή παραγωγής προϊόντων υπερβαίνει τα εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ, επί επιχειρήσεων αμιγώς παροχής υπηρεσιών ή επί αμιγώς ελευθέρων επαγγελματιών τα εξήντα χιλιάδες (60.000) ευρώ και επί μεικτών επιχειρήσεων πώλησης εμπορευμάτων ή παραγωγής προϊόντων και παροχής υπηρεσιών ή επί ελευθέρων επαγγελματιών με παράλληλη άσκηση εμπορικής δραστηριότητας πώλησης εμπορευμάτων ή παραγωγής προϊόντων ή και παροχής υπηρεσιών τα εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ για το σύνολο των δραστηριοτήτων και με την προϋπόθεση ότι τα ακαθάριστα έσοδα από την παροχή υπηρεσιών ή το ελευθέριο επάγγελμα υπερβαίνουν τα εξήντα χιλιάδες (60.000) ευρώ.
    2. Εκτός από τις δηλώσεις που ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο, ελέγχονται επίσης για τους ίδιους επιτηδευματίες και οι οικείες δηλώσεις Φ.Π.Α., καθώς και οι δηλώσεις λοιπών φορολογιών που τυχόν υποβλήθηκαν σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις του ν. 3296/2004 και αφορούν τις ίδιες διαχειριστικές περιόδους. Για τους ίδιους επιτηδευματίες και τις ίδιες διαχειριστικές περιόδους ελέγχεται επίσης και η ορθή εφαρμογή των διατάξεων του Π.Δ. 186/1992 (Κ.Β.Σ.) και του ν. 1809/1988.
    3. Για τη διενέργεια των ελέγχων που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους εφαρμόζονται οι κείμενες κατά περίπτωση διατάξεις. Επί διενέργειας τακτικού ελέγχου εφαρμόζονται και εν προκειμένω οι διατάξεις της απόφασης ΠΟΛ 1072/8-4-2011, όπως αυτή ισχύει.
    4. Ποσά φόρου εισοδήματος ή Φ.Π.Α. ή λοιπών φορολογιών που προκύπτουν από τις παραπάνω δηλώσεις και έχουν ήδη βεβαιωθεί ή βεβαιώνονται λόγω της υποβολής τους σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του ν. 3296/2004, συμψηφίζονται με τα αποτελέσματα βάσει των διενεργούμενων ελέγχων, επιστρεφόμενης της τυχόν αρνητικής διαφοράς, εφόσον αυτή προκύπτει από τακτικό έλεγχο.
    5. Από τις επιλεγείσες προς έλεγχο με την παρούσα απόφαση δηλώσεις εξαιρούνται αυτές που έχουν κάνει αποδεκτό το εκκαθαριστικό σημείωμα της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του ν. 3888/2010 και δεν εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 1 της Α.Υ.Ο. ΠΟΛ 1066/4-4-2011.
    6. Οι κείμενες διατάξεις περί αρμοδιοτήτων των ελεγκτικών φορολογικών υπηρεσιών ισχύουν και ως προς την αρμοδιότητα διενέργειας των ελέγχων που ορίζονται με την παρούσα απόφαση.
    7. Για τις επιλεχθείσες προς έλεγχο με την παρούσα απόφαση δηλώσεις οικονομικού έτους 2010, εφόσον συντρέχει περίπτωση, εφαρμόζονται τα οριζόμενα στην περίπτωση γ΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 15 του ν. 3296/2004, όπως ισχύει.
    8. Τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο εφαρμόζονται και επί δηλώσεων οικονομικού έτους 2010, οι οποίες υπήχθησαν στις διατάξεις των άρθρων 1-13 του ν. 3888/2010 και εμπίπτουν στις διατάξεις της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 2 καθώς και της παραγράφου 4 του άρθρου 7 του νόμου αυτού.
 9. Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

             Ακριβές Αντίγραφο                         Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Η Προϊσταμένη της Γραμματείας                       ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΥΣΕΛΑΣ

ΠΟΛ 1128 02.06.2011 Διευκρινίσεις για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13 -17 του ν.3296/2004, μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 79 του ν.3842/2010 (ΦΕΚ 58 Α)

ΠΟΛ 1164 27.07.2011 Παροχή οδηγιών για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13 έως 17 του ν. 3296/2004 σχετικά με τoν αυτοέλεγχο των υποβαλλόμενων δηλώσεων όσον αφορά τα φυσικά και νομικά πρόσωπα εκμεταλλευτές – ιδιοκτήτες Φ.Δ.Χ.

Αυτοέλεγχος ν.3296/2004 (χρήση 2010 οικ.έτος 2011)

Υπολογισμός Αυτοελέγχου Φορολογικών Δηλώσεων

σύμφωνα με τις διατάξεις των A.Y.O. ΠΟΛ 1191/17.12.2010 και ΠΟΛ 1027/22.02.2005

σύμφωνα με τις διατάξεις των A.Y.O. ΠΟΛ 1191/17.12.2010 και ΠΟΛ 1027/22.02.2005

σύμφωνα με τις διατάξεις των A.Y.O. ΠΟΛ 1191/17.12.2010 και ΠΟΛ 1027/22.02.2005

    Για Μικτές επιχειρήσεις πώλησης εμπορευμάτων ή και παραγωγής προϊόντων και παροχής υπηρεσιών ή Ελεύθερου Επαγγέλματος τα Κοινά έξοδα και δαπάνες (περιλαμβανομένων και των αποσβέσεων που αναλογούν), επιμεριζόμενα ανά δραστηριότητα. (Ακαθάριστα έσοδα ανά δραστηριότητα Διά Συνολικά Ακαθάριστα έσοδα και τον συντελεστή που βρίσκουμε τον πολλαπλασιάζουμε με τα Κοινά έξοδα και δαπάνες και έτσι βρίσκουμε ανά δραστηριότητα τα έξοδα και δαπάνες (περιλαμβανομένων και των αποσβέσεων που αναλογούν) της αναλογούν.

Έντυπο Ε3 ΠΙΝΑΚΑΣ Ι΄. ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΑ ΕΣΟΔΑ & ΚΑΘΑΡΑ ΚΕΡΔΗ ΑΥΤΟΕΛΕΓΧΟΥ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 15 ν.3296/04 (για επιχ.και ελεύθ.επαγ/τιες άρθρ.14ν.3296/04)

α. Επιχειρήσεις πώλησης εμπορευμάτων ή και παραγωγής προϊόντων :
    Οι επιχειρήσεις πώλησης εμπορευμάτων ή και παραγωγής προϊόντων πρέπει να δηλώνουν ποσό ακαθάριστων εσόδων (κ.α. 125) τουλάχιστον ίσο ή μεγαλύτερο αυτού που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του αθροίσματος του κόστους πωληθέντων (εμπορευμάτων ή προϊόντων) (κ.α.121) και των εξόδων και δαπανών, συμπεριλαμβανομένων σε κάθε περίπτωση και των αποσβέσεων που αναλογούν (κ.α. 122), με το συντελεστή αναγωγής (κ.α. 101) αυτού σε ακαθάριστα έσοδα. Ως συντελεστής αναγωγής λαμβάνεται ο συντελεστής που προκύπτει από τη σχέση του κλάσματος που αριθμητή έχει τον αριθμό εκατό (100) και παρονομαστή τον αριθμό εκατό (100) μείον τον προβλεπόμενο μοναδικό συντελεστή καθαρού κέρδους (Μ.Σ.Κ.Κ.). Σε περίπτωση που δεν προβλέπεται για την επιχείρηση Μ.Σ.Κ.Κ., εφαρμόζεται ο μέσος όρος των Μ.Σ.Κ.Κ. του οικείου πίνακα στον οποίο αυτή εντάσσεται. Προκειμένου για επιχειρήσεις με περισσότερους του ενός Μ.Σ.Κ.Κ., εφαρμόζεται ο μέσος σταθμικός συντελεστής που προκύπτει από τη διαίρεση των συνολικών καθαρών κερδών που προκύπτουν με την εφαρμογή των Μ.Σ.Κ.Κ. κατά κατηγορία ακαθάριστων εσόδων δια των συνολικών ακαθάριστων εσόδων της διαχειριστικής περιόδου.
    Εφόσον κατά τον υπολογισμό του συντελεστή αναγωγής προκύπτει δεκαδικός αριθμός με περισσότερα από πέντε δεκαδικά ψηφία αυτού.( π.χ. ο συντελεστής αναγωγής 1,234567901 περιορίζεται σε 1,23456.).

β. Επιχειρήσεις αμιγώς παροχής υπηρεσιών:
    Οι επιχειρήσεις αμιγώς παροχής υπηρεσιών πρέπει να δηλώνουν ποσό ακαθάριστων εσόδων (κ.α. 105) τουλάχιστον ίσο ή μεγαλύτερο αυτού που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του αθροίσματος των εξόδων και δαπανών, συμπεριλαμβανομένων σε κάθε περίπτωση και των αποσβέσεων που αναλογούν (κ.α. 102), με το συντελεστή αναγωγής αυτού σε ακαθάριστα έσοδα. Ως συντελεστής αναγωγής (κ.α. 104) λαμβάνεται ο συντελεστής που προκύπτει από τη σχέση του κλάσματος που αριθμητή έχει τον αριθμό εκατό (100) και παρονομαστή τον αριθμό εκατό (100) μείον τον προβλεπόμενο μοναδικό συντελεστή καθαρού κέρδους (Μ.Σ.Κ.Κ.). Σε περίπτωση που δεν προβλέπεται για την επιχείρηση Μ.Σ.Κ.Κ., εφαρμόζεται ο μέσος όρος των Μ.Σ.Κ.Κ. του οικείου πίνακα στον οποίο αυτή εντάσσεται. Προκειμένου για επιχειρήσεις με περισσότερους του ενός Μ.Σ.Κ.Κ., εφαρμόζεται ο μέσος σταθμικός συντελεστής που προκύπτει από τη διαίρεση των συνολικών καθαρών κερδών που προκύπτουν με την εφαρμογή των Μ.Σ.Κ.Κ. κατά κατηγορία ακαθάριστων εσόδων δια των συνολικών ακαθάριστων εσόδων της διαχειριστικής περιόδου.
    Δηλαδή και οι επιχειρήσεις αμιγώς παροχής υπηρεσιών, προκειμένου να υπαχθούν στον αυτοέλεγχο, πρέπει να δηλώνουν το ποσό ακαθάριστων εσόδων που προκύπτει με την ίδια μέθοδο όπως και στις επιχειρήσεις πώλησης εμπορευμάτων ή και παραγωγής προϊόντων. Επομένως, όσα αναφέρονται στην προηγούμενη περίπτωση α' για τις επιχειρήσεις πώλησης εμπορευμάτων ή και παραγωγής προϊόντων, σχετικά με τα έξοδα και τις δαπάνες καθώς και τις αποσβέσεις, ισχύουν ανάλογα και στην προκειμένη περίπτωση.
    γ. Μικτές επιχειρήσεις πώλησης εμπορευμάτων ή και παραγωγής προϊόντων και παροχής υπηρεσιών :

    Οι μικτές επιχειρήσεις πώλησης εμπορευμάτων ή και παραγωγής προϊόντων και παροχής υπηρεσιών πρέπει να δηλώνουν ποσό ακαθάριστων εσόδων τουλάχιστον ίσο ή μεγαλύτερο του αθροίσματος των ακαθάριστων εσόδων που προσδιορίζονται κατά κατηγορία δραστηριότητας σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προηγούμενες υποπεριπτώσεις α' και β', με επιμερισμό των κοινών δαπανών στις επί μέρους δραστηριότητες ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής των ακαθάριστων εσόδων κάθε δραστηριότητας στο σύνολο των ακαθάριστων εσόδων της διαχειριστικής περιόδου από όλες τις δραστηριότητες.
    δ. Αμιγώς ελεύθεροι επαγγελματίες :
    Οι αμιγώς ελεύθεροι επαγγελματίες πρέπει να δηλώνουν ποσό ακαθάριστων εσόδων (κ.α.115) τουλάχιστον ίσο ή μεγαλύτερο αυτού που προκύπτει με τη διαδικασία που προβλέπεται για τις επιχειρήσεις αμιγώς παροχής υπηρεσιών. Δηλαδή, πρέπει να δηλώνουν ποσό ακαθάριστων εσόδων τουλάχιστον ίσο ή μεγαλύτερο αυτού που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του αθροίσματος των εξόδων και δαπανών, συμπεριλαμβανομένων σε κάθε περίπτωση και των αποσβέσεων που αναλογούν (κ.α. 112), με το συντελεστή αναγωγής (κ.α. 114) αυτού σε ακαθάριστα έσοδα. Ως συντελεστής αναγωγής λαμβάνεται ο συντελεστής που προκύπτει από τη σχέση του κλάσματος που αριθμητή έχει τον αριθμό εκατό (100) και παρονομαστή τον αριθμό εκατό (100) μείον τον προβλεπόμενο συντελεστή καθαρών αμοιβών. Σε περίπτωση που δεν προβλέπεται για τον ελεύθερο επαγγελματία συντελεστής καθαρών αμοιβών (Ε.16382/ΠΟΛ 371/29.12.1987), εφαρμόζεται ο μέσος όρος των συντελεστών καθαρών αμοιβών (47,75%).
    Προκειμένου για ελεύθερους επαγγελματίες με περισσότερους του ενός συντελεστές καθαρών αμοιβών, εφαρμόζεται ο μέσος σταθμικός συντελεστής που προκύπτει από τη διαίρεση των συνολικών καθαρών κερδών που προκύπτουν με την εφαρμογή των συντελεστών καθαρών αμοιβών κατά κατηγορία ακαθάριστων εσόδων δια των συνολικών ακαθάριστων εσόδων της διαχειριστικής περιόδου.
    Επομένως, όσα αναφέρονται στην πιο πάνω περίπτωση β' για τις επιχειρήσεις αμιγώς παροχής υπηρεσιών, σχετικά με τα έξοδα και τις δαπάνες καθώς και τις αποσβέσεις, ισχύουν ανάλογα και στην προκειμένη περίπτωση.
    ε. Ελεύθεροι επαγγελματίες με παράλληλη άσκηση εμπορικής δραστηριότητας πώλησης εμπορευμάτων ή και παραγωγής προϊόντων ή και παροχής υπηρεσιών :
    Οι ελεύθεροι επαγγελματίες που παράλληλα ασκούν και εμπορική δραστηριότητα πώλησης εμπορευμάτων ή και παραγωγής προϊόντων ή και παροχής υπηρεσιών πρέπει να δηλώνουν ποσό ακαθάριστων εσόδων τουλάχιστον ίσο ή μεγαλύτερο αυτού που προκύπτει από το άθροισμα των ακαθάριστων εσόδων που προσδιορίζονται κατά κατηγορία δραστηριότητας σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προηγούμενες περιπτώσεις δ', α' και β', κατά περίπτωση, και με ανάλογη εφαρμογή όσων ορίζονται στην προηγούμενη περίπτωση γ' σχετικά με τον επιμερισμό των κοινών δαπανών.
    Καθαρά κέρδη υπαγομένων στον αυτοέλεγχο.
    Τα ακαθάριστα έσοδα όπως προκύπτουν στις παραπάνω περιπτώσεις θα πολλαπλασιαστούν με το Μ.Σ.Κ.Κ. ή μέσο όρο των Μ.Σ.Κ.Κ. ή μέσο σταθμικό Σ.Κ.Κ. κατά περίπτωση (κ.α. 128,133,138) για να προκύψουν τα καθαρά κέρδη αυτοελέγχου (κ.α. 129, 134, 139). Τα κέρδη αυτά συγκρίνονται με τα λογιστικά καθαρά κέρδη βάσει των διατάξεων του Κ.Φ.Ε. και των βιβλίων του Κ.Β.Σ. (κ.α. 130, 135, 140) και τελικώς επιλέγονται τα μεγαλύτερα προς φορολόγηση (κ.α. 131, 136, 141) προκειμένου αυτά να μεταφερθούν στις αντίστοιχες δηλώσεις φόρου εισοδήματος (έντυπα Ε1 και Ε5).
    Τα κέρδη που τελικά επιλέγονται προς φορολόγηση ( τα μεγαλύτερα από τη σύγκριση πινάκων ΣΤ΄ και Ι΄) αναπροσαρμόζονται με τα ποσά του πίνακα Ζ΄.